Όταν η κριτική παύει να κρίνει, τι μένει;
Οι απορίες και τα ερωτήματα δεν τελειώνουν. Ίσως γιατί η κριτική, όταν είναι ζωντανή, δεν κλείνει ζητήματα· τα ανοίγει.
Όσο κι αν θέλουμε να πιστεύουμε ότι ζούμε σε έναν ελεύθερο κόσμο, στην πραγματικότητα κατοικούμε σε μια απέραντη φυλακή από ορατές και αόρατες εξουσίες: από μηχανισμούς ισχύος, από ομάδες πίεσης, από ιδεολογικές ορθοδοξίες, από ατζέντες δεκάδων «μικρών δημοκρατιών», από προφήτες, Κασσάνδρες και Τειρεσίες από ευκαιριακούς «δικαιωματιστές» και μορφές αυθεντίας που διεκδικούν το προνόμιο της ηθικής υπεροχής.
Όλοι, με τον τρόπο τους, επιχειρούν να χαράξουν τα όρια του επιτρεπτού, στο όνομα μιας δικής τους ατζέντας δημοκρατίας, η οποία, αργά ή γρήγορα, αντανακλάται στον τρόπο που ζούμε (ή δεν ζούμε), που γράφουμε, που σκεφτόμαστε, που εκφραζόμαστε, ακόμη και στον τρόπο που δημιουργούμε ή κρίνουμε την τέχνη.
Αυτολογοκρισία
Δεν χρειάζεται πάντα να υπάρχει εξωτερικός καταναγκασμός: η αυτολογοκρισία έχει εξελιχθεί σε πιο αποτελεσματικό εργαλείο από οποιαδήποτε εξωτερική απαγόρευση. Καθημερινά, μέσα στη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην επιθυμία να εκφραστούμε και στον φόβο της κρίσης ή της απόρριψης, μαθαίνουμε να επιλέγουμε λέξεις, να περιορίζουμε τόνους, να χαμηλώνουμε τη φωνή μας, κι έτσι, η ίδια η δημιουργικότητα και η κριτική καθίστανται έρμαια της ίδιας μας της προσοχής και του φόβου.
Η αυτολογοκρισία, λοιπόν, δεν είναι απλώς προσωπική επιλογή· είναι σύμπτωμα ενός κόσμου όπου η ελευθερία εκφράζεται με όρους φόβου, υποχρέωσης και κοινωνικής επιτήρησης.
Στο ίδιο πλαίσιο και η τέχνη της θεατρικής κριτικής μετατρέπεται ολοένα και πιο πολύ από εργαλείο αποσταθεροποιητικής σκέψης και αλήθειας σε μια μορφή άτεχνης υποταγής, σε ό,τι κάποτε πολεμούσε πιο πολύ.
Σε μια τέχνη που αποσύρεται από τον ίδιο της τον ρόλο, όχι με βαρύγδουπες δηλώσεις, αλλά αθόρυβα, μέσα από συνεχείς μετατοπίσεις στη γλώσσα, στον τόνο, στις στοχεύσεις, και στη στάση ευθύνης απέναντι στο έργο και στο κοινό.
Για του λόγου το αληθές, ρίξτε μια ματιά και πέρα από τις κριτικές που κυκλοφορούν στον τόπο μας (ο Google Translator θα σας βοηθήσει), και θα διαπιστώσετε αυτό ακριβώς: το πόσο πολύ έχει μεταβληθεί ο τόνος, η οξύτητα και η τόλμη της κριτικής απέναντι στο ίδιο της το αντικείμενο.
Τα συμπεράσματά μου γι’ αυτό το κείμενο βασίζονται σε πολλές εγχώριες και ξένες κριτικές του διαδικτύου που αυτή τη στιγμή αποτελούν και τον απόλυτο ρυθμιστή.
Βέβαια, όπως σχεδόν παντού, έτσι κι εδώ υπάρχουν φωτεινές εξαιρέσεις: κείμενα εμπεριστατωμένα, θαρραλέα, οξυδερκή, τολμηρά, με άποψη, κείμενα πραγματικά κριτικά. Δεν χρειάζεται να αναφέρω ονόματα. Ο καθένας ας κρίνει από μόνος του και με βάση το τι περιμένει από μια κριτική (απλή ενημέρωση; Αξιολόγηση; Αστεράκια; Τι;).
Εκείνο που θέλω να πω είναι ότι οι εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα και, κυρίως, τις τάσεις που διαγράφονται και επιβάλλονται πια ως κανονικότητα, μια κανονικότητα που απομακρύνεται ολοένα και πιο πολύ από απόψεις όπως εκείνη του Kenneth Tynan λ.χ. ο οποίος έλεγε ότι «η κριτική δεν είναι για να κάνεις τους άλλους να νιώθουν άνετα· είναι για να τους κάνεις να σκεφτούν, ακόμη κι αν πονέσει», παρατήρηση η οποία δεν εκφράζει μια διάθεση επιθετικότητας, αλλά μια βασική αρχή: ότι η κριτική οφείλει να ταράζει τη βεβαιότητα και να ανοίγει χώρο για σκέψη.
Ή, όπως εκείνη του Clement Greenberg, ο οποίος υπογράμμιζε πως «η αληθινή κριτική δεν χαϊδεύει, ούτε αρκείται στη μόδα· αναζητά την ουσία που επιμένει πέρα από την επιφάνεια».
Η κριτική, δηλαδή, δεν περιορίζεται στο να συνοδεύει ευγενικά ένα έργο· επιχειρεί να το τοποθετήσει μέσα σε ένα ευρύτερο αισθητικό και ιστορικό πλαίσιο. Ή, όπως η άποψη του Roland Barthes ότι «η κριτική δεν είναι το τέλος της εμπειρίας· είναι η αρχή της ερμηνείας της». Με άλλα λόγια, η κριτική δεν έρχεται για να κλείσει τη συζήτηση γύρω από ένα έργο, αλλά για να την ανοίξει.
Όλες αυτές οι «παλιομοδίτικες» απόψεις μας υπενθυμίζουν κάτι που έχουμε ξεχάσει: ότι η κριτική δεν γεννήθηκε ως ευγενικό συνοδευτικό της καλλιτεχνικής παραγωγής. Γεννήθηκε ως πράξη σκέψης, διάκρισης και, συχνά, αντιπαράθεσης. Και το γεγονός ότι σήμερα η αυτολογοκρισία, η ευγένεια και η κοινωνική πίεση έχουν τόσο διαβρώσει τον χώρο της, αξίζει να μας κάνει να διερωτηθούμε κατά πόσο η κριτική μπορεί να επιβιώσει ως ευεργετική πράξη.
Κριτική και μετα-αλήθεια
Σε μια εποχή που συχνά περιγράφεται ως εποχή «μετα-αληθειών» ή «σεναριακών αληθειών», και σε μια κοινωνία που έχει μετατραπεί σε εργοτάξιο παραγωγής γνωμών και όχι γνώσεων, θα περίμενε κανείς η κριτική να επιμείνει περισσότερο από ποτέ στην αναζήτηση της αλήθειας, όχι ως απόλυτη βεβαιότητα, αλλά ως άσκηση ειλικρίνειας απέναντι στο έργο και στον αναγνώστη.
Η κριτική, άλλωστε, δεν είναι απλώς μια δήλωση προτίμησης· είναι ένας τρόπος να σκεφτόμαστε δημόσια για την τέχνη. Η ευεργετική κριτική είναι αντίβαρο στον θόρυβο της προβολής και στο ψέμα, είναι ένα φίλτρο μέσα στην πλημμυρίδα των εντυπώσεων.
Ένας τόπος σκέψης, όπου ο ενθουσιασμός και η επιφύλαξη, η αποδοχή και η αμφιβολία, βρίσκουν τη θέση τους μέσα στον ίδιο λόγο.
Άτακτη υποχώρηση
Κι όμως, αυτή η λειτουργία φαίνεται να υποχωρεί ολοένα και πιο γρήγορα. Δείτε, για παράδειγμα, με τι ευκολία και «λογική» προβάλλονται τα sold out, με τι άνεση βαφτίζονται παραστασούλες σε «αριστουργήματα», ή πώς τα δελτία τύπου αναδημοσιεύονται σχεδόν αυτούσια ως «κριτική».
Δείτε πώς η διαφήμιση μεταμφιέζεται σε αξιολόγηση και η περιγραφή παριστάνει την ανάλυση. Δείτε πόσες κριτικές εξαντλούνται σε γενικόλογους επαίνους, σε ευπώλητα «εγχειρίδια» γραφής, σε εύπεπτες περιλήψεις, διακριτικές φιλοφρονήσεις, fast-forward «θεοποιήσεις» και fast food διθυράμβους.
Κείμενα που επιβεβαιώνουν περισσότερο παρά εξετάζουν. Κείμενα που «πουλάνε» παρά κείμενα που στοχάζονται. Που καθησυχάζουν περισσότερο παρά αφυπνίζουν. Κείμενα που χαϊδεύουν το αφτί και νανουρίζουν τον νου. Κείμενα που έχουν μετατρέψει την κριτική από χώρο αναγκαίο, σε χώρο αγοραίο
Κάπως έτσι μου προέκυψαν ερωτήματα, όπως τα παρακάτω Όχι από διάθεση αυστηρότητας, αλλά από ανάγκη κατανόησης.
Ερωτήματα για το πώς φτάσαμε ως εδώ και για το τι σημαίνει τελικά σήμερα να ασκεί κανείς κριτική. Και ίσως αξίζει να τεθούν, έστω και με τη μορφή απλών αποριών, οπότε και ο αναγνώστης μπορεί να δώσει τις δικές του απαντήσεις.
- Από πότε η κριτική ανάλυση αντικαταστάθηκε από την περίληψη της υπόθεσης (και γιατί);
- Πότε το «τι σημαίνει» μια παράσταση έγινε απλώς μια σύνοψη, «τι συμβαίνει» πάνω στη σκηνή;
- Πώς είναι δυνατόν τα «Δελτία Τύπου» να περνούν (σχεδόν) αυτούσια σε κριτικά σημειώματα και να θεωρούνται αξιολόγηση μιας παράστασης;
- Πώς η γλώσσα της κριτικής, από εργαλείο «επικίνδυνης» σκέψης, μετατράπηκε σε ευγενικό δελτίο παρουσίας;
- Τι σημαίνει τελικά «σεβασμός» στην τέχνη; Να μην μιλάς ή να λες την αλήθεια όπως την αισθάνεσαι και την καταλαβαίνεις;
- Μπορεί η κριτική να λέει την αλήθεια χωρίς να προσβάλλει τον καλλιτέχνη;
- Μήπως η λέξη «respect» λειτουργεί σήμερα περισσότερο σαν όριο, φίλτρο ή κοινωνικός έλεγχος παρά σαν αληθινή εκτίμηση;
- Πόσο επηρεάζει η φιλία ή η οικειότητα με τον δημιουργό τη φωνή, το βάθος, το εύρος και την ειλικρίνεια της κριτικής;
- Πώς τα λόμπι, οι ομάδες πίεσης, οι γνωριμίες και οι προσωπικές σχέσεις διαμορφώνουν τον τόνο και την αυστηρότητα του κριτικού;
- Μήπως η κριτική συχνά γράφεται περισσότερο για να διατηρήσει σχέσεις παρά για να αξιολογήσει έργα;
- Πότε ο κριτικός έπαψε να παίρνει θέση και περιορίστηκε στο να κρατά σημειώσεις;
- Πότε η κριτική μετατράπηκε από πράξη σκέψης σε δοκιμασία ευγένειας;
- Πότε η κριτική άρχισε να γράφεται σαν να μην πρέπει να δυσαρεστήσει κανέναν;
- Πότε ο φόβος της παρεξήγησης έγινε ισχυρότερος από την ανάγκη της ειλικρίνειας;
- Πότε η διαφωνία έπαψε να θεωρείται σκέψη και βαφτίστηκε αγένεια;
- Πώς η αλήθεια μεταμορφώθηκε σε άσκηση διπλωματικού σλάλομ;
- Πώς η λέξη «κακό» έφτασε να θεωρείται βρισιά, σχεδόν ταμπού;
- Πώς η τεκμηριωμένη αυστηρότητα βαφτίστηκε «τοξικότητα» και η σαφήνεια «υπερβολή»;
- Πώς η ενσυναίσθηση λειτουργεί ως επιχείρημα, παίρνοντας τη θέση της σκέψης;
- Τελικά: Η σύγχρονη κριτική υπηρετεί το θέατρο ή απλώς το εξυπηρετεί;
- Υπηρετεί τον καλλιτέχνη ή (εξ)υπηρετεί τον γράφοντα;
- Μήπως δεν έχουμε να κάνουμε με κρίση έργων αλλά με διαχείριση σχέσεων;
- Απορώ και λυπάμαι: πώς έφτασε άραγε η κριτική να φοβάται ακόμη και το ίδιο της το όνομα;
- Και τελικά: όταν η κριτική δεν τολμά να πει «όχι», μπορεί ακόμη να λέγεται κριτική;
Κριτική σημαίνει αγάπη για το θέατρo
Η δική μου άποψη για τον ρόλο της είναι απλή: η κριτική δεν είναι υποχρεωμένη να είναι ευχάριστη. Είναι όμως υποχρεωμένη να είναι ειλικρινής.
Όπως έγραφε ο George Steiner, εάν δεχτούμε ότι η κριτική είναι μια μορφή ευγνωμοσύνης προς το έργο, τότε η πιο έντιμη ευγνωμοσύνη είναι η ειλικρίνεια. Και αυτός ο σεβασμός, αυτή η ειλικρίνεια προς την τέχνη δεν κρύβεται στη γενική επιδοκιμασία, αλλά στη σοβαρή και ελεύθερη κρίση.
Γιατί χωρίς τη δυνατότητα του «όχι», το «ναι» χάνει κάθε αξία και η κριτική παύει να είναι κριτική.
Με άλλα λόγια: η κριτική είναι η τέχνη να αγαπάς το θέατρο τόσο, ώστε να του λες την αλήθεια. Χωρίς φόβο. Χωρίς λογοκρισία. Χωρίς να προσποιείσαι τον σεβασμό ως άλλοθι σιωπής ή αποσιώπησης.
Αυτό σημαίνει και κάτι ακόμη: ο κριτικός δεν οφείλει χάρη σε κανέναν καλλιτέχνη. Δεν εξοφλεί γραμμάτια, δεν ανταλλάσσει φιλοφρονήσεις, δεν γονατίζει σε εκμαίευση εύνοιας ή εξασφάλιση προσκλήσεων.
Η μόνη του υποχρέωση είναι απέναντι στο ίδιο το θέατρο, να το υπερασπιστεί με τη σκέψη, τις γνώσεις και τη φωνή του, όχι να «προστατεύσει» τη δημόσια εικόνα κανενός..
Ο μοναχικός κριτικός
Πιστεύω στη μοναχικότητα του κριτικού, όχι του απομονωμένου από την τέχνη, αλλά εκείνου που κρατά μια απόσταση ασφαλείας από τα πρόσωπα και τις παραγωγές που καλείται να κρίνει. Χωρίς περιττές οικειότητες που θολώνουν τη ματιά, χωρίς σχέσεις που μετατρέπουν την κριτική σε διπλωματία.
Η μοναχικότητα του κριτικού δεν είναι πόζα· είναι προϋπόθεση ανεξαρτησίας.
Πρώτον, γιατί η εγγύτητα γεννά επιείκεια. Όσο περισσότερο μοιράζεσαι τον ίδιο κύκλο, τόσο δυσκολότερα λες αυτό που πραγματικά σκέφτεσαι.
Δεύτερον, γιατί η παρέα μοιράζει και αραιώνει την ευθύνη. Ο κριτικός που πορεύεται μόνος αναλαμβάνει ακέραια το βάρος των λόγων του. Δεν κρύβεται πίσω από κύκλους, παρέες ή αμοιβαίες εξυπηρετήσεις.
Τρίτον, γιατί η ανεξαρτησία της κρίσης χρειάζεται απόσταση. Η οικειότητα συχνά μετατρέπει την κριτική σε διαχείριση σχέσεων.
Και τέλος, γιατί η μοναχικότητα λειτουργεί ως άμυνα. Μια ασπίδα απέναντι στις μικρές παραχωρήσεις που, σχεδόν ανεπαίσθητα, μετατρέπουν την κρίση σε συγκατάθεση.
Όταν η κριτική αρχίζει να στηρίζεται σε δεσμούς, παρέες, στρατόπεδα ή κόμματα και ιδεολογικές μπροσούρες, δύσκολα παραμένει ελεύθερη. Και όταν χάνει την ελευθερία της, χάνει και τον λόγο ύπαρξής της.
Όπως έγραφε ο Charles Baudelaire, η κριτική για να είναι ζωντανή πρέπει να είναι «παθιασμένη, προσωπική και ειλικρινής». Και η ειλικρίνεια δύσκολα επιβιώνει μέσα σε πυκνά δίκτυα οικειότητας.
Πολύ κοντά και η άποψη του Kenneth Tynan, ο οποίος έλεγε πως ο κριτικός δεν υπάρχει για να κάνει φίλους. Υπάρχει για να σκέφτεται δημόσια, και να αναλαμβάνει το κόστος αυτής της σκέψης.
Με δυο λόγια; Η κριτική χρειάζεται απόσταση, όπως το βλέμμα χρειάζεται φως.
Γνωρίζω ότι σήμερα η μοναχικότητα που συζητώ αμφισβητείται έντονα. Ο κριτικός ζει σε έναν κόσμο όπου κάθε βήμα μοιάζει με ισορροπία πάνω σε τεντωμένο σχοινί: η κοινωνική πίεση, η οικονομική εξάρτηση, η πολιτική ορθότητα και η «επανάσταση του συναισθήματος» κάνουν κάθε αυστηρή κρίση «επικίνδυνη».
Στο θέατρο όλοι σχεδόν γνωρίζονται, συντελεστές, παραγωγοί, σκηνοθέτες. Και αυτό έχει και το τίμημα του γι’ αυτόν που ασκεί κριτική με αυστηρότητα, υπό την έννοια ότι πολύ εύκολα κλονίζονται φιλίες και συνεργασίες, κλείνουν πόρτες.
Έτσι, η κοινωνική πίεση και η ανάγκη για «καλή εικόνα» ωθούν τον κριτικό σε συγκατάνευση. Όπως και η οικονομική εξάρτηση από έντυπα ή διαδικτυακά μέσα περιορίζει την αυστηρότητα και καθορίζει τι μπορεί να δημοσιεύσει.
Κάθε μία από αυτές τις πιέσεις μειώνει την ελευθερία της κρίσης. Κάθε παραχώρηση, μικρή ή μεγάλη, θολώνει τη ματιά, μετατρέπει την αυστηρότητα σε αυτολογοκρισία και την αλήθεια σε διπλωματία.
Στο τέλος, όλα είναι θέμα προτεραιοτήτων. Δεν υποτιμώ όλες αυτές τις πιέσεις, αλλά σκέφτομαι: αν δεχτούμε όλες αυτές τις πιέσεις, τι μένει από την κριτική; Τι μένει από το θάρρος, την ανεξαρτησία, τη φωνή της τέχνης;
Η απάντηση για μένα είναι ξεκάθαρη: η μοναχικότητα του κριτικού δεν είναι πολυτέλεια. Είναι ασπίδα, μια ασπίδα που κρατά την αλήθεια ζωντανή και προστατεύει τη δύναμη της ίδιας της κριτικής.
Επίλογος
Η κριτική δεν είναι ούτε έπαινος ούτε επίθεση. Είναι μια μορφή «επικίνδυνης» δημόσιας σκέψης: η στιγμή όπου η συγκίνηση συναντά το επιχείρημα και το συναίσθημα δοκιμάζεται μέσα στον ορθό λόγο. Εκεί όπου η συγκίνηση υπερβαίνει την ανάλυση, η κρίση παραμερίζεται. Αντί να αμφισβητεί, ενσωματώνεται.
Αντί να ελέγχει, καθησυχάζει. Η ευγένεια και η συναισθηματική ευαισθησία γίνονται καταφύγιο αποφυγής της σύγκρουσης. Όταν η κριτική αποφεύγει να κρίνει, προστατεύει το κατεστημένο και αναπαράγει την εικόνα του. Κρύβει τις αδυναμίες πίσω από κοσμητικά επίθετα, ασαφείς μεταφορές και ευγενικές σιωπές.
Έτσι, ο κριτικός παύει να είναι φωνή σκέψης και μετατρέπεται σε κάτι πολύ πιο ακίνδυνο: έναν περιγραφέα της πραγματικότητας που του επιτρέπεται να βλέπει. Όμως η κριτική δεν υπάρχει για να επαναλαμβάνει αυτό που ήδη φαίνεται. Υπάρχει για να το φωτίζει.
Οφείλει να είναι καθρέφτης, αλλά καθρέφτης καθαρός, όχι θολό γυαλί. Να βλέπει και να δείχνει. Να προτείνει και να αμφισβητεί.
Γιατί όταν η κριτική σταματά να κρίνει, δεν υπερασπίζεται την τέχνη.
Την εγκαταλείπει.
