Θέατρο

Σάρα Κέιν, «Λαχταρώ»: Μια ανασκαφή στα μύχια της ύπαρξης στο Φουαγιέ της ΕΜΣ

Το ΚΘΒΕ αναμετράται για πρώτη φορά με το σύμπαν της Κέιν - μια συλλογική καταβύθιση στο σκοτάδι, υπό την καθοδήγηση της Χριστίνας Χατζηβασιλείου

Ανδρέας Νεοκλέους
σάρα-κέιν-λαχταρώ-μια-ανασκαφή-στα-μ-1440721
Ανδρέας Νεοκλέους

Εικόνες: Mike Rafail / Λήδα Βενιαμίν (esp+ student)

Πριν η Sarah Kane γίνει το «ιερό τέρας» του σύγχρονου βρετανικού δράματος, υπήρξε η συγγραφέας που ανάγκασε το κοινό να κοιτάξει εκεί που συνήθως κλείνουμε τα μάτια.

Μετά την ωμή, σωματική βία των πρώτων της έργων, το «Λαχταρώ» (Crave, 1998) σηματοδότησε μια δραματουργική στροφή 180 μοιρών. Εδώ, το αίμα δίνει τη θέση του στη λέξη και η δράση μετατοπίζεται από το σώμα στον εσωτερικό κραδασμό.

Γραμμένο αρχικά με το ψευδώνυμο Marie Kelvedon, μια προσπάθεια της Kane να δει αν το έργο της μπορεί να σταθεί χωρίς το βάρος της «τρομερής» φήμης της, το «Λαχταρώ» είναι ένας πολυφωνικός ύμνος στη θραυσματική μνήμη και το αδιέξοδο της επιθυμίας.

Είναι ο προθάλαμος της «Ψύχωσης 4.48» και ταυτόχρονα μια απόπειρα επιβίωσης μέσα από τον ρυθμό της γλώσσας.

Η είσοδος στο φουαγιέ της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών στη Θεσσαλονίκη, λίγες μέρες πριν την πρεμιέρα της 27 ης Φεβρουαρίου, δεν μοιάζει με την είσοδο σε μια τυπική πρόβα.

Κι αυτό γιατί υπάρχει μια πυκνότητα στον αέρα, μια αίσθηση ότι εδώ συντελείται μια ανασκαφή, μια καταβύθιση στα εσωτερικά ντοκουμέντα που φέρει ο κάθε άνθρωπος ώστε αμφότερα – να υπάρξει μια συλλογική προσπάθεια ανάδειξης των πολλαπλών ενδεχομένων που αφήνει η κάθε λέξη της Sarah Kane να ξεπηδήσει.

Στο επίκεντρο της δικής μου ανάγκης να βρεθώ εκεί, να συνομιλήσω με τους ηθοποιούς και τη σκηνοθέτιδα, βρισκόταν μια επίμονη επιθυμία: να ακούσουμε ξανά τον μονόλογο της Kane, αυτό το περιβόητο «και… και… και» —που το τελευταίο διάστημα έχει απομονωθεί και παρουσιάζεται σχεδόν καταχρηστικά ως η απόλυτη επιτομή της ερωτικής επιθυμίας.

Ήθελα να ακούσω κάτι διαφορετικό, κάτι που να βρίσκεται μακριά από τα «ρομαντικά» φίλτρα των social media, και βρήκα στην Χριστίνα Χατζηβασιλείου την ιδανική συνομιλήτρια.

Η συζήτηση ξεκινά αναπόφευκτα από το παρελθόν. Το «Λαχταρώ» συστήθηκε στο ελληνικό κοινό μέσα από την ιστορική παράσταση του Λευτέρη Βογιατζή στη Νέα Σκηνή του θεάτρου της οδού Κυκλάδων.

Ήταν μια στιγμή-τομή, όπου η εξαιρετική μετάφραση της Τζένης Μαστοράκη έδωσε φωνή στην ωμότητα της Kane, προκαλώντας έναν μικρό σεισμό στα θεατρικά δεδομένα της εποχής.

Ο Βογιατζής είχε καταφέρει να μετουσιώσει την ρευστότητα της ποιητικής του διάστασης σε κάτι μεστό και στέρεο – χωρίς όμως να το καταστήσει αλώβητο. Αφήνοντας μια παρακαταθήκη που έκανε το κείμενο να μοιάζει σχεδόν «απλησίαστο» για χρόνια.

«Έκτοτε, έχει ανέβει σποραδικά, όχι όμως με μεγάλη συχνότητα», μου εξηγεί η Χριστίνα Χατζηβασιλείου. «Είναι ένα κείμενο εξαιρετικά δύσκολο, ένα εγχείρημα που απαιτεί κόπο και χρόνο. Για μένα ήταν ένα όραμα ετών, ένα κείμενο που ήθελα πάντα να σκηνοθετήσω. Ο κ. Πελτέκης και το Κρατικό Θέατρο μου έδωσαν τελικά το βήμα και την εμπιστοσύνη να το επιχειρήσω, σε ένα ανέβασμα που αποτελεί και την πρώτη φορά που το ΚΘΒΕ αναμετράται με τη συγκεκριμένη συγγραφέα. Είναι μια παράσταση που τη συζητούσαμε από πέρσι. Παρά τη δυσκολία του, ή ίσως ακριβώς εξαιτίας αυτής, είναι μια ανάγκη να επιστρέψουμε σε αυτόν τον λόγο σήμερα.

Ελπίζω ότι όλα θα πάνε καλά, γιατί πρόκειται για μια κατάδυση χωρίς δίχτυ ασφαλείας».

Εικόνα: Λήδα Βενιαμίν (esp+ student)

Η Χριστίνα, έχοντας αφιερώσει τη διατριβή της στην Kane, γνωρίζει ότι το «Λαχταρώ» δεν είναι απλώς ένα έργο για τον έρωτα, αλλά ένας λαβύρινθος για την ίδια την ύπαρξη.

Η συζήτηση μοιραία στρέφεται στην πρόκληση της επικοινωνίας. Πώς εξηγείς σε κάποιον τι πρόκειται να δει, όταν το ίδιο το υλικό αρνείται πεισματικά τις συμβάσεις της γραμμικής αφήγησης;

Ανέφερα στην κυρία Χατζηβασιλείου αυτή την ακατανόητη, σχεδόν, δυσκολία στην επεξήγηση της υπόθεσης ενός έργου, πόσο μάλλον όταν πρόκειται για την Kane, και η απάντησή της ήρθε να αποδομήσει κάθε δική μου αμηχανία.

«Είναι η ερώτηση που φοβάμαι πιο πολύ από όλα», ομολογεί, «κυρίως όταν προέρχεται από ανθρώπους που δεν γνωρίζουν καθόλου το σύμπαν της Sarah Kane. Κατά τη γνώμη μου, ερωτήσεις όπως “τι υπόθεση έχει;” ή “τι πραγματεύεται;” είναι, στην περίπτωση αυτή, άκυρες. Γιατί η δική μου πεποίθηση είναι πως κάνουμε θέατρο για τα πράγματα που δεν λέγονται και όχι για εκείνα που λέγονται. Ούτε είναι δουλειά της σκηνής να “περνάει μηνύματα”. Η Ξένια Καλογεροπούλου είχε πει κάποτε κάτι που με βρίσκει απόλυτα σύμφωνη: πως ο καλύτερος τρόπος για να αφήσετε μηνύματα είναι στον τηλεφωνητή».

Εικόνα: Λήδα Βενιαμίν (esp+ student)

Το «Λαχταρώ» είναι ένα κείμενο βαθιά προσωπικό, πολυδιάστατο και ενδόμυχο, που δεν χαρίζεται σε κανέναν αν δεν παλέψει μαζί του. «Πρόκειται στην πραγματικότητα για ένα ποίημα χωρισμένο σε γράμματα», μου εξηγεί. «Τα γράμματα αυτά —οι Α, Β, C και M— αντιστοιχούν σε φωνές, όχι σε ρόλους με την κλασική έννοια της διανομής».

Αφήνει να εννοηθεί πως η Kane είναι αμείλικτη ως προς αυτό αφού πέραν των γραμμάτων δεν δίνει καμία άλλη σκηνική οδηγία. Προσδιορίζει αδιόρατα το φύλο, αλλά πέραν τούτου, τίποτα. «Η ίδια η στίξη της, ο τρόπος που χειρίζεται τις παύσεις και τα σημεία στίξης, είναι αυτά που μεθοδεύουν τη ροή της σκηνοθεσίας».

Έτσι, η παράσταση μετατρέπεται σε μια επιχείρηση αποκρυπτογράφησης. Για τη σκηνοθέτη το κείμενο είναι ένα παζλ που σε προκαλεί να βρεις έναν πολύ ισχυρό σκηνοθετικό πυρήνα για να το στηρίξεις, αλλιώς κινδυνεύεις να χαθείς μέσα στον χείμαρρο των λέξεων.

Ακούγοντας την, συνειδητοποιεί κανείς σιγά-σιγά πως η διαδικασία που βιώνουν ήδη οι τέσσερις άνθρωποι ή που πρόκειται να βιώσουν επί σκηνής οι ηθοποιοί υπερβαίνει την έννοια της απλής θεατρικής έκθεσης.

Κι αυτό γιατί το κείμενο, η φωνή της Kane, δεν επιτρέπει την ασφάλεια μιας συμβατικής ερμηνείας, απαιτεί μια διαρκή αυθυπέρβαση.

Η ίδια εξηγεί πως η προσέγγισή της δεν ξεκινά από την «ερμηνεία», αλλά από την ανατομία της λέξης.

Tο «γλωσσάριο Κέιν» λειτουργεί ως ένα ιδιότυπο δραματουργικό παιχνίδι. Στα κείμενά της, η συγγραφέας «κλείνει το μάτι» στον αναγνώστη ενσωματώνοντας ένα παλίμψηστο αναφορών. Aπό αποσπάσματα του Έλιοτ μέχρι αυτούσια λόγια από τον Σαιξπηρικό Άμλετ, όμως η βαθύτερη ουσία της σκηνοθετικής προσέγγισης αφορά το χάσμα που εντοπίζεται στα τυπικά εγχειρίδια ανάγνωσης.

Αυτή η απόσταση ανάμεσα στο κείμενο και την πρόσληψή του γεννά διαφορετικά νοήματα ακόμα και στην ηχητική των λέξεων, ωθώντας την ομάδα να μελετήσει εξονυχιστικά τόσο το πρωτότυπο όσο και τις πολλαπλές μεταφραστικές εκδοχές, ώστε να επιτραπεί σε νέα ενδεχόμενα να αναδυθούν οργανικά μέσα από τον λόγο της ίδιας της Κέιν.

«Δουλέψαμε αρκετά με το κείμενο, λέξη-λέξη», μου λέει, «ανατρέχοντας τόσο στο πρωτότυπο όσο και στις διάφορες μεταφράσεις που έχουν χρησιμοποιηθεί κατά καιρούς. Σκοπός μας ήταν να έχουμε μια πλήρη εποπτεία και κυρίως να ανιχνεύσουμε τους συσχετισμούς που κρύβονται στις παρυφές των φράσεων».

Παρότι είναι μια σκηνοθέτις που στρέφεται γρήγορα στη δράση και στους κατευθυνόμενους αυτοσχεδιασμούς, το συγκεκριμένο υλικό απαίτησε μια διαφορετική προσέγγιση.

Η βάση της δουλειάς της είναι ένα πολύ συγκεκριμένο ψυχοσωματικό training με τις αναπνοές, το οποίο εντάσσεται οργανικά στην παράσταση, προετοιμάζοντας το σώμα του ηθοποιού να δεχτεί τον κραδασμό του λόγου της Kane.

Όμως, παρά την τεχνική κατάρτιση, το κείμενο παραμένει μια πρόκληση που απαιτεί χρόνο.

«Έπρεπε οπωσδήποτε να περάσουμε ένα μεγάλο διάστημα αποκρυπτογραφώντας το. Χρησιμοποιώ αυτή τη λέξη γιατί ισχύει, είναι ένα αδιόρατο κρυπτόλεξο. Μόνο όταν περάσαμε στη δράση και τους αυτοσχεδιασμούς άρχισε να αποκαλύπτεται το κείμενο, “το δεύτερο και τρίτο δέρμα του”».

Για την ίδια το «Λαχταρώ» λειτουργεί όπως η «στήλη της Ροζέτας». Είναι ένα εργαλείο με το οποίο προσπαθούμε να λύσουμε το μυστήριο του ίδιου μας του εαυτού, ακολουθώντας τα ίχνη της συγγραφέως.

Στη σκηνή, οι φωνές που ακούγονται λειτουργούν συμπληρωματικά ή συγκρουσιακά, είτε είναι εξαιρετικά επικριτικές με όσα ειπώθηκαν πριν, είτε τα αναιρούν, τα επιβραβεύουν ή τα συμπληρώνουν.

Είναι αυτή η δυναμική των λέξεων που ωθεί το κείμενο προς τα εμπρός, καθιστώντας το την ίδια στιγμή αβάσταχτο.

«Είναι ένα πολύ δύσκολο κείμενο», συνεχίζει, «που έχει κάποιες ελάχιστες αναπνοές χιούμορ, κι αυτό αν ξύσεις πολύ την επιφάνεια και τις ανακαλύψεις, αλλά παραμένει βαρύ. Μην ξεχνάμε ότι αυτό το έργο το χωρίζουν μόλις τέσσερις μήνες από το “Ψύχωση 4.48”, το κύκνειο άσμα της Sarah Kane. Βρίσκεται ήδη σε μια ενδοσκόπηση που θα την οδηγήσει εκεί που όλοι γνωρίζουμε».

Το αξιοσημείωτο είναι πως, παρότι έχει μελετήσει το έργο σε ακαδημαϊκό επίπεδο για τη διατριβή της, η Kane καταφέρνει ακόμα να την αιφνιδιάζει.

«Είναι σαν κάθε λέξη της να είναι σκόπιμα τοποθετημένη ώστε να συνδυάζεται με το δυνατόν περισσότερες εκδοχές. Εκεί ακριβώς έγκειται το μαγικό αυτού του κειμένου».

Αυτή η «πολλαπλότητα» των εκδοχών διακρίνεται και σε μια πολυδιαβασμένη στιγμή από το έργο, μόνο που η απομόνωση συχνά επικαλύπτει αυτή του την λειτουργία.

Αναφέρομαι, στον τεράστιο μονόλογο των τεσσάρων σελίδων του Α, έναν χείμαρρο λέξεων που πλέον ανθολογείται και που όπως αναφέρει η σκηνοθέτιδα χρησιμοποιείται συχνά, σχεδόν καταχρηστικά, ως μια απόλυτη πράξη αφοσίωσης και αγάπης.

«Ο μονόλογος αυτός προέρχεται από έναν άνθρωπο ο οποίος είναι σχεδόν κακοποιητής. Αυτό μας αναγκάζει να αναρωτηθούμε ποιους ρόλους αναλαμβάνουμε να παίξουμε καμιά φορά σε μια ερωτική σχέση.

Ποιους κάνουμε ότι ξεχνάμε, γιατί για μένα η μνήμη είναι ένα πολύ κομβικό σημείο τόσο στη σκηνοθεσία όσο και στο κείμενο της Kane.

Οπότε, δεν είναι ένας μονόλογος που τον κάνει συσκευασία δώρου με φιόγκους, όσο κι αν δυστυχώς έτσι χρησιμοποιείται. Είναι ένα πολύ πιο αμφίσημο κείμενο».

Πάνω σε αυτό το έδαφος της αμφισημίας, ο Γιάννης Παρασκευόπουλος, που έχει επωμιστεί τον ρόλο του Α, περιγράφει τη δική του εμπλοκή:

«Καταρχάς, είναι μια ευλογία αυτό που ζω. Λέω ένα κείμενο που είναι από τα πιο όμορφα που υπάρχουν στο παγκόσμιο θέατρο. Αλλά η πρόκληση είναι τεράστια.

Πέρα από την αντικειμενική δυσκολία της εκμάθησης, το στοίχημα είναι πώς επενδύεις προσωπικά σε αυτόν τον χείμαρρο που αναφέρει ο συγκεκριμένος άνθρωπος.

Είναι μια διαδικασία ζωντανή που επανατροφοδοτείται από όσα επιτρέπω εγώ να συμβούν στη ζωή μου. Είναι όλο μια διαπραγμάτευση με την παραδοξότητα του έρωτα, πέρα από την ψυχική νόσο, είναι τα όρια στα οποία μας οδηγεί ο έρωτας».

Εικόνα: Λήδα Βενιαμίν (esp+ student)

Δίπλα του, ο Ιωάννης Παπαθανασίου (Β), προσεγγίζει τον δικό του χαρακτήρα ως την ανδρική εκδοχή της ίδιας της Kane, τον αδερφό, τον εραστή ή το «αγόρι» της, αναζητώντας το κλειδί για να εισχωρήσει στον κόσμο της.

«Είναι ό,τι πιο δύσκολο έχω κάνει στην πορεία μου», ομολογεί. «Περνούσαν οι μέρες και νομίζαμε ότι βρήκαμε τι θέλει να πει, και μετά ερχόταν μια άλλη ιδέα και μας πήγαινε κάπου αλλού. Ακόμα και σήμερα η Χριστίνα “κεντάει” και ανακαλύπτει νέα πράγματα. Η δυσκολία είναι να μπεις στον κόσμο της.

Αν τα καταφέρεις, τότε καταλαβαίνεις πολλά».

Για τον Ιωάννη, το διακύβευμα δεν είναι η εγκεφαλική κατανόηση από πλευράς θεατή. Άλλωστε ούτε την ίδια την Kane την απασχολούσε αυτό, αλλά η αίσθηση του καταιγιστικού της σύμπαντος.

«Το ζήτημα είναι να πάρεις μια ιδέα από τον κόσμο της, να νιώσεις το μέγεθος των μηνυμάτων που φέρει». Αυτή η προσπάθεια, ωστόσο, δεν μπορεί να είναι μια μοναχική διαδρομή.

Όπως το θέτει ο Γιάννης, η όλη διαδικασία μοιάζει με μια «συλλογική καταβύθιση σε ένα σκοτεινό περιβάλλον, όπου πρέπει να είμαστε πιασμένοι χέρι-χέρι για να φτάσουμε στο φως».

Εικόνα: Λήδα Βενιαμίν (esp+ student)

Σε αυτό το σκοτάδι, που για τους ηθοποιούς δεν έχει αρνητικό πρόσημο αλλά αποτελεί μια «άγνωστη περιοχή της ύπαρξης» που πρέπει να εξερευνηθεί, το φως δίνεται από τη σκηνοθέτιδα. «Η Χριστίνα είναι το φως μας», λέει ο Γιάννης, «είναι πολύ διαβασμένη στο κείμενο και όταν βρισκόμαστε σε αδιέξοδο, μας φωτίζει τον δρόμο».

Αυτή η ριψοκίνδυνη αναμέτρηση με το In-Yer-Face θέατρο, όπου ο λόγος «πασάρεται» σκληρά στον θεατή, έχει κόστος.

Ο Ιωάννης περιγράφει ένα επίπονο ταξίδι δύο μηνών όπου «έχει πονέσει μυαλό και ψυχή», ενώ ο Γιάννης επισημαίνει την καταλυτική επίδραση της συγγραφέως: «Μετά την εμπλοκή με την Kane, δεν είσαι ο ίδιος καλλιτέχνης. Κάτι μέσα σου αρχίζει και αλλάζει, ο βαθμός δυσκολίας σε αναγκάζει να ξεπεράσεις τα όριά σου».

Καθώς η πρεμιέρα πλησιάζει, η κουβέντα στρέφεται αναπόφευκτα στην ανταπόκριση του κοινού.

Εικόνα: Mike Rafail

Η μνήμη ανατρέχει στις πρώτες συναντήσεις των Ελλήνων θεατών με την Kane, τότε που στο «Cleansed» του Βογιατζή το κοινό έφευγε από την αίθουσα σοκαρισμένο. Άλλοι την εκτίμησαν βαθιά και άλλοι την απαξίωσαν, ίσως γιατί η ωμότητά της ήταν τότε αχαρτογράφητη.

«Νομίζω, όμως, ότι εξελισσόμαστε και εκπαιδευόμαστε», παρατηρεί ο Ιωάννης. «Δεν μπορείς πλέον να την απαξιώσεις, μπορεί απλά να μη σου αρέσει. Αν μπεις στον κόσμο της, είναι μαγικό».

Η απόδειξη βρίσκεται στην Αθήνα, όπου το φετινό ανέβασμα του «Καθαροί πια» (Cleansed) πηγαίνει από το ένα sold out στο άλλο.

Παρά το γεγονός ότι το υλικό παραμένει «βαρύ», ο κόσμος πλέον μένει εκεί, προσηλωμένος μέχρι το τέλος, έτοιμος να αναμετρηθεί με το σκοτάδι του.

Από τους νεότερους που είναι πιο εξοικειωμένοι με τέτοια ακούσματα, μέχρι τους «60άρηδες» που ίσως αναζητούν κάτι πιο “παραδοσιακό”, το στοίχημα για την παράσταση της Θεσσαλονίκης είναι αν θα επιτρέψουν στον εαυτό τους να «βουτήξουν» χωρίς προκαταλήψεις.

Αυτή η ανάγκη για συλλογικότητα και εγρήγορση μεταφέρεται και στις δύο γυναίκες της παράστασης, την Άννα Ευθυμίου (Γ) και τη Μωμό Βλάχου (Μ), οι οποίες βιώνουν τον περιβόητο μονόλογο του Α όχι ως θεατές, αλλά ως συμπρωταγωνίστριες σε μια λεπτή ισορροπία.

Για τη Μωμό, ο μονόλογος είναι μια «μεγάλη ανάσα» μέσα στα 55 λεπτά της παράστασης, μια στιγμή που, αν και δεν υπάρχει οπτική επαφή λόγω της μετωπικής σχέσης με το κοινό, η ακρόαση γίνεται η μόνη συνδετική γραμμή.

Η Άννα, ωστόσο, διατηρεί μια διαφορετική στάση. «Ο κάθε χαρακτήρας ακούει τον μονόλογο με διαφορετικές προσλαμβάνουσες, ανάλογα με το τι πρόκειται να ερμηνεύσει στη συνέχεια. Οπότε, ας πούμε ότι ένας στους τρεις μας δεν περνάει και πολύ καλά ακούγοντάς τον», εξηγεί. Για εκείνη, το «Λαχταρώ» είναι το «dark side of the moon» του έρωτα, ένα έργο που κεντράρει στα τραύματα.

Παρόλα αυτά, «το πώς θα ακουστεί αυτός ο μονόλογος εξαρτάται από το ανέβασμα», συμπληρώνει. Εννοώντας πως αυτό Μπορεί να φανεί εξαιρετικά ερωτικός, αλλά στη δική τους προσέγγιση αναζητούν μια διαφορετική ουσία ,κάτω από την επιφάνεια.

Μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που είχαν να αντιμετωπίσουν οι δύο ηθοποιοί είναι η τεχνική και ρυθμολογική δυσκολία του κειμένου. Σε ένα έργο χωρίς κλασική ροή, όπου οι ατάκες επαναλαμβάνονται και η στίξη καθορίζει τα πάντα, η εκμάθηση παύει να είναι η «λάντζα» του επαγγέλματος και γίνεται άθλος.

«Το στοίχημα είναι να ακουγόμαστε και οι τέσσερις σαν μια φωνή», λέει η Άννα. «Πρέπει το αυτί μας να είναι τεντωμένο στον άλλον, ακόμα κι όταν δείχνουμε κλεισμένοι στον κόσμο μας».

Εικόνα: Mike Rafail

Σκοπός της προσπάθειάς τους δεν είναι μια αφηρημένη, ποιητική απόδοση, αλλά η ουσιαστική επικοινωνία με τον αποδέκτη.

«Θέλουμε να είναι κατανοητό τι βλέπει ο θεατής, τι γίνεται, ποιος απαντάει σε ποιον», τονίζει η Άννα, με τη Μωμό να συμπληρώνει: «Και σε δεύτερο επίπεδο, να σε αφορά».

Η Μωμό συνοψίζει την ουσία της θεατρικής πράξης: «Δεν πειράζει και να μην καταλαβαίνεις τα πάντα. Το ζητούμενο είναι να σε επηρεάζει, να μας μετακινεί, να υπάρχει μια τέρψη».

Η Άννα, από την πλευρά της, προτιμά μια πιο ουδέτερη στάση: «Δεν θέλω να σου πω κάτι κλείνοντάς σου το μάτι. Θα παίξω όσο πιο πειστικά μπορώ και μετά θα σε αφήσω μόνο σου να πάθεις ό,τι είναι να πάθεις. Μπορεί και να μην πάθεις τίποτα, αλλά ελπίζω πως όχι. Ελπίζω, όμως, να είναι κάτι».

Φεύγοντας από το φουαγιέ της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, μένει η αίσθηση ότι αυτό το «κάτι» είναι ήδη εκεί.

Σε μια εποχή που η πληροφορία καταναλώνεται αστραπιαία, η Sarah Kane της Χριστίνας Χατζηβασιλείου μας καλεί να επιβραδύνουμε, να αναπνεύσουμε μαζί με τους ηθοποιούς και να αντέξουμε, έστω για μια ώρα, την τρομερή ομορφιά της ωμότητας.

Εικόνα: Mike Rafail

Ταυτότητα Παράστασης: Συγγραφέας: Σάρα Κέιν | Μετάφραση: Αντώνης Γαλέος | Σκηνοθεσία – Δραματουργική επεξεργασία: Χριστίνα Χατζηβασιλείου |

Σκηνικά – Κοστούμια: Αλεξάνδρα Μπουσουλέγκα, Ράνια Υφαντίδου | Φωτισμοί: Δήμητρα Αλουτζανίδου | Ηχοτοπία: Φίλιππος Θεοχαρίδης | Βοηθός σκηνοθέτριας: Αλεξία Παραμύθα | Οργάνωση παραγωγής: Φιλοθέη Ελευθεριάδου

Διανομή: Β. Ιωάννης Αθανασόπουλος | M. Μομώ Βλάχου | Γ. Άννα Ευθυμίου | A. Γιάννης Παρασκευόπουλος

*Θέατρο Ε.Μ.Σ., Φουαγιέ (Εθνικής Αμύνης 2) | Από 27 Φεβρουαρίου έως 5 Απριλίου | Τιμές εισιτηρίων: από 9 ευρώ | Ηλεκτρονικά εισιτήρια: MORE