Σταμάτης Φασουλής: ”Αν ακούσει τη σκέψη το σώμα και την κάνει ζωή, είναι μεγάλη στιγμή”
Με παρελθόν υπερέκθεσης αλλά και αυτοκριτικής σκληρής, δεν διστάζει να αναμετρηθεί με το χρόνο και με τα λάθη του.
Μια από τις πιο πληθωρικές και επιδραστικές μορφές του θεάτρου της Μεταπολίτευσης, παραμένει μέχρι σήμερα παραγωγικότατος και περιζήτητος στη θεατρική αγορά της χώρας. Με στιγμές υπερέκθεσης αλλά και αυτοκριτικής σκληρής, ο Φασουλής δεν διστάζει να αναμετρηθεί με το χρόνο και με τα λάθη του. Με αφορμή ένα νέο πλησίασμα στον Αλέκο Σακελλάριο μια κουβέντα για πολλά.
-Πώς και διάλεξες Σακελλάριο;
Εγώ έχω δεσμούς με το ελληνικό έργο, μάλλον με το ελληνικό θέατρο. Από τότε που βγήκαμε με το Ελεύθερο Θέατρο. Όλο το ψάξιμο ήταν γύρω από είδη θέατρου ελληνικού. Ήταν το τραμ το τελευταίο που μιλάγαμε για την Ελλάδα του ’50, το “Μια ζωή Γκόλφω” το Περεσιάδη γύρω από το κωμειδύλλιο, γύρω από την επιθεώρηση το “Και εσύ χτενίζεσαι”, μετά από το πρώτο θεατρικό γεγονός του 1800, δηλαδή το Χουρμούζη, που κάναμε τον ”Τυχοδιώκτη”, μετά τη ‘’Στέλλα Βιολάντη’’ που ήταν και η πρώτη μου σκηνοθεσία στο Ελεύθερο Θέατρο, Ξενόπουλος. Δηλαδή ήτανε μέσα στα χωράφια μας πάντα το ελληνικό έργο. Όταν αυτονομηθήκαμε, εγώ ακόμα και όταν έκανα σύγχρονο ρεπερτόριο, πάντα δίπλα θα έβαζα και ένα ελληνικό έργο.
Ήμουνα το Βεάκη, 7 χρόνια ελληνικό έργο. Από τον Τσιφόρο, τον Διαλεγμένο, τον Κεχαΐδη, τον Παντελή Χορν και πρώτη παρουσίαση των παιδιών των Ρέπα Παπαθανασίου. Μετά, όταν έφυγα και πήγα στο Χορν, ενώ έκανα σύγχρονο ρεπερτόριο έβρισκα ευκαιρία και έκανα και ελληνικό. Μπορεί να έκανα να έκανα ξέρω εγώ τον Πάτρικ Μάμπερ που κάναμε το “Εξ επαφής” και συγχρόνως και σκηνοθετούσα και το πρώτο έργο της Ακρίτα τη Δίαιτα του Αστροναύτη, έκανα το Τρεις μέρες βροχή του Ρίτσαρντ Γκρίνμπεργκ και συγχρόνως έκανα του Σακελλάριου του ‘’Λατέρνα φτώχεια και φιλότιμο’’. Δηλαδή ποτέ δεν το έχω αφήσει το ελληνικό έργο Ήθελα να ανεβάσω ένα Σακελλάριο. Από την περίοδο 40-50, ζήτησα να δω το “Οι Γερμανοί Ξανάρχονται” την είδα την ταινία, το διάβασα κιόλας. Ήταν σαν να τα είχε πει όλα, δεν είχα τίποτα να προσθέσω σε αυτό που έκανε ο Λογοθετίδης.

Μου είπαν λοιπόν από τη μεριά της Ντίνας Σακελλαρίου, της γυναίκας του, ότι υπάρχει ένα άλλο έργο άπαικτο, του ’46, παίχτηκε για δυο-τρεις μήνες. Ζήτησα να το δω και κάτι μου άστραψε. Ασχολείται με θέματα που δεν έχει ασχοληθεί ποτέ η κωμωδία σχεδόν, ούτε το δράμα δεν τα άγγιξε με τρόπο ουσιαστικό, σκέψου ότι αρχίζει με τη γερμανική κατοχή συνεχίζει με την απελευθέρωση πάει στα Δεκεμβριανά και μιλάει για τη συνθήκη της Βάρκιζας όταν πια έχουν τελειώσει όλα, σε κωμωδία δεν το ΄χω ξαναδεί. Το να γελάς με πράγματα που σε έχουν απασχολήσει και είναι σαν βαθιά πληγή. Είναι σχεδόν θεραπευτικό.
Σαν να ξορκίζεις πράγματα που τα κουβαλάς πολύ βαριά. Ένα θα σου πω για να καταλάβεις. Όταν έγινε η πρεμιέρα τότε, τη δεύτερη εβδομάδα, η αριστεροί κριτικοί το χτυπήσαν αλύπητα και η δεξιοί το ίδιο. Ακριβώς το ίδιο. Άρα ενόχλησε και τους δύο μαζί. Ενόχλησε και τους δύο πάρα πολύ και είπανε και οι δύο την ίδια λέξη, την αντίστοιχη λέξη. Την κυρία που έκανε, την αριστερή λέγανε οι αριστεροί την έβγαλε τσούλα. Και οι δεξιοί είπανε την ίδια λέξη. Η κυρία που έκανε τη δεξιά την έβγαλε τσούλα ήταν τσούλα και μισή, είπαν οι δεξιοί.

Φαντάσου λοιπόν πόσο τους πείραξε. Βέβαια δεν ήταν δυνατόν να παιχτεί πάνω από τρεις μήνες, έγινε σεισμός, ήταν και πολύ φρέσκα τα πράγματα, αρχή του εμφυλίου και μίλαγε για πράγματα που είχαν γίνει έναν χρόνο πριν. Ήταν πολύ χοντρό. Αλλά το θέμα αυτό μέσα από έναν σχεδόν απολιτίκ αστό έχει πάρα πολύ ενδιαφέρον. Και κοιτάζοντας το λίγο πιο προσεκτικά, παρόλες τις ατέλειες που έχει και δεν το άλλαξα, το μακιγιάρισα, δεν το άλλαξα. Του έβαλα έναν επίλογο του προσέθεσα έναν ρόλο που υπήρχε αλλά τον έκανα ρόλο. Μια υπηρέτρια που απλώς έφερνε τα πράγματα, κάθε τόσο λέει εγώ πότε θα ελευθερωθώ; Γιατί είχε τον αριστερό, είχε τον δεξιό, είχε μια χαζοχαρούμενη η οποία δεν καταλάβαινε τίποτα, είχε τον μεσαίο που τα πληρώνει πάντα γιατί αυτός πρέπει να βγάλει το φίδι από την τρύπα και δεν είχε τον λαό.
Και αυτό έκανα με την υπηρέτρια δηλαδή το ‘’εγώ πότε θα ελευθερωθώ’’.
-Και μου λες όταν το κάνεις αυτό, όταν χρειάζεται να φέρεις ένα στοιχείο του σήμερα στο έργο, αμφιβάλλεις ή είσαι σίγουρος ότι το πας καλά;
Να σου πω εγώ πάντα αμφιβάλλω. Μέχρι να δω αν έρθει το κοινό. Γιατί το κοινό κατά τη γνώμη μου είναι ο τελευταίος σκηνοθέτης. Την τελεία αυτός και βάλει στην παράσταση. Δεν είσαι σίγουρος ποτέ αν ήσουν σίγουρος για τα πράγματα θα κάνεις μόνο επιτυχίες. Βρήκα τη συνταγή. Δεν είναι έτσι.

-Χρειάστηκε σε μια παράσταση στη μέση της σεζόν να αλλάξεις πράγματα;
-Σπάνια. Γιατί άμα ροντάρει η παράσταση είναι δύσκολο να την πειράξεις. Πολύ δύσκολο. Και όσο και να την πειράξεις αν δεν σε αρέσει χειρότερη γίνεται. Υπάρχει νομίζω μια παράσταση, που το έργο κράτησε πάρα πολύ, νομίζω ήταν το ”Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας”. Κράτησε πάρα πολύ και το κόβε. Το κόβε, το κόβε, το κόβε και αυτό σε τρεις-τέσσερις μέρες έφτανε πάλι στα ίδια. Το ξανά έκοβε. Επέστρεφε όμως. Είχε την απαίτηση το ίδιο το έργο ή μάλλον η ίδια η παράσταση, που δεν ήταν καλή να τεζάρει, να ξεχειλώνει.
-Στη σημερινή εποχή που καταναλώνουμε πολύ σύντομα πράγματα και νοήματα αντέχουν τα μεγάλα θέματα;
-Στα νοήματα δεν ξέρω αν φτάνουμε. Στην εικόνα μένουμε. Στο χέρι της παράστασης είναι να τους βγάλει από το κινητό. Το βλέπω να συμβαίνει. Και το βλέπω για να μη συμβαίνει σε άλλες παραστάσεις που έχω παίξει. Σταματάω να παίζω και τον κοιτάω αυτόν που ‘χει ανοίξει κινητό. Καταλαβαίνουν ότι κάτι γίνεται γιατί δεν ακούγεται τίποτα, σε κοιτάει. Δεν κάνω τίποτα στη σκηνή, δεν βρίζω. Απλώς ο κύριος δεν ακούει τίποτε ξαφνικά, τον κοιτάνε και άλλοι, τον σκουντάνε, σταματάει. Το κρύβει.
-Εσύ αντέχεις τα μεγάλα θέματα; Έχεις την υπομονή ή και εσύ επειδή έχεις δηλαδή χιλιάδες πράγματα;
– Έχω κάνει τα μεγαλύτερα θέματα τουλάχιστον σε χρόνο. Δηλαδή καλύτερα από τις παραστάσεις γιατί δεν έχω κάνει μόνο επιτυχίες, έχω κάνει και πάρα πολλές αποτυχίες. Αυτό που θεωρώ στίγμα για μένα είναι για την πορεία μου στο θέατρο. Το 3ο στεφάνι και κρατούσε 5 ώρες παρά 20 λεπτά. Παρόλα αυτά δεν έφευγε κανείς. Και έχω κάνει παραστάσεις 1 ώρα και 10 λεπτά και έφευγαν πολλοί στα μισά.
-Πώς την διαχειρίζεσαι την αποτυχία;
-Ανάλογα αν είναι μια αποτυχία που την περιμένω και είναι σε μια κακή παράσταση, λέω πολύ καλά μας κάνανε, βουλώστε το να τελειώνουμε. Αλλά όταν είναι σε κάτι που αγαπάω πάρα πολύ και που νομίζω μόνο μια φορά μου έχει συμβεί αυτό, μου κόστισε πάρα πολύ, έκανα δυο χρόνια να παίξω.

– Όταν την κάνεις την παράσταση την κακή, δεν αισθάνεσαι ότι μπορεί να μην είναι καλή;
Το κοινό. Μόνο εκεί. Δεν καταλαβαίνεις πριν. Δεν καταλαβαίνεις. Γιατί δεν είσαι μόνος σου με την παράσταση. Η παράσταση ζωντανεύει όταν έχει την ανάσα από κάτω. Αλλιώς είναι ένα στείρο πράγμα με κάποιους που λένε πιο δυνατά, γύρνα πλάτη, πέσε αυτό, εδώ αισθάνεσαι το άλλο, ανακάλυψε μια ανάλογη στιγμή στη ζωή σου, κοίταξε κάτι ανάλογο στον δρόμο, φέρ’ το εδώ. Όλα αυτά φτιάχνουν στιγμές. Δεν φτιάχνουν ολοκληρωμένο πράγμα, κόμπακτ έτσι όπως θα το είσαι πράξει το κοινό. Ίσως πολλές φορές μας αρέσουν εμάς πράγματα που δεν αρέσουν στο κοινό. Ή μας αρέσουν πράγματα επειδή αρέσουν στο κοινό. Και δεν τα κάνουμε. Οπότε δεν ξέρεις πώς μετριούνται.
-Όταν λες δεν τα κάνουν δεν είναι όλοι έτσι. Υπάρχει ένας κόσμος που χαϊδεύει το κοινό.
-Εγώ δεν τα κάνω. Δεν νομίζω ότι τα κάνω. Λοιπόν θα κάνουμε κάτι για να αρέσει το κοινό. Δεν το έχω πει ποτέ. Αλλά ναι έχω πει αυτό εδώ να συγκινηθεί το κοινό, εδώ πρέπει να βγει δάκρυ, δεν μπορεί. Και πώς θα το κάνουμε αυτό; Δεν φτάνει μόνο να το αισθανθείς, πρέπει… Αυτό είναι και λίγο των τελευταίων γενεών. Νομίζουμε ότι άμα οι ίδιοι παθιαστούν, θα παθιαστεί και το κοινό. Δεν είναι το ίδιο. Μπορεί να παθιαστείς εσύ και το κοινό να μην καταλάβει τίποτα, για να λέει, μα τι του τρέχουν μύξες; Τι έπαθε αυτή τη στιγμή;
Μου έχει συμβεί κάτι πολύ περίεργο. Παίζαμε μια επιθεώρηση στο Σμαρούλα το ‘’Της Ελλάδας το κάγκελο’’ ’81. Πίσω από τη σκηνή του Σμαρούλα, έμενε η μητέρα μου με τον πατέρα μου. Μια Κυριακή πρωί ο πατέρας μου πέθανε. Εγώ είχα δύο παραστάσεις. Έβγαινα στη σκηνή να παίξω από το νούμερό μου, το οποίο είχε μεγάλη επιτυχία και ήξερα ότι η μητέρα μου το ακούει ενώ ο πατέρας μου είναι στο ψυγείο. Και σκεφτόμουν, το θάνατο είναι το πατέρα μου. Η μητέρα μου ν’ ακούει εμένα. Το νούμερο που παίζω, βγαίνω να το παίξω. Και σκεφτόμουν το θάνατο του πατέρα μου, τη μητέρα που με άκουγε, βγαίνω και ακούω γέλια στις ίδιες στιγμές. Και λέω, αυτό που πιστεύω εγώ, ότι άμα αισθάνομαι καλά, το κοινό καταλαβαίνει. Τίποτα δεν καταλαβαίνει. Τι σημαίνει αυτό;
Τα γέλια ήταν τα ίδια, απλώς δεν είχανε τη χαρά του γέλιου. Φτιάχνεις ένα κέλυφος σαν δίχτυ ασφαλείας. Αν πέσω, να μην γκρεμιστώ. Το γέλιο μπορεί να το βγάζεις το ίδιο, δεν είναι της ίδιας ποιότητας. Βγαίνει γιατί είναι αστείο αυτό που κάνεις. Γιατί έχεις φτιάξει δηλαδή ένα σχήμα. Το σχήμα σε σώζει, αλλά δεν σε λυτρώνει.
-Είπες για το γέλιο, δεν το έχουμε πολύ το γέλιο, δεν το έχουμε πια στην τέχνη γενικώς.
-Όταν πρώτο πήγα στην Αγγλία και είδα ένα έργο του Πίντερ και ο κόσμος ξελιγωνόταν στο γέλιο, μου φάνηκε τόσο περίεργο. Στον Πίντερ. Ξέρεις οι Άγγλοι γελάνε πάρα πολύ εύκολα. Γιατί καταλαβαίνουν την απόχρωση της απόχρωσης. Δηλαδή με ένα άου ξεκαρδίζεται στο γέλιο. Νομίζω ότι αυτή η παράσταση που κάνουμε τώρα το διαθέτει. Χωρίς μούτες, χωρίς τίποτα. Δηλαδή, είναι μια παράσταση που τα μισά γέλια είναι από κωμικά στοιχεία και τα άλλα μισά επειδή καταλαβαίνει ο κόσμος τους χαρακτήρες. Για μένα αυτό είναι το γέλιο. Αυτά τα γέλια που είναι γραμμένα αστεία θα τα βγάλεις. Τσάτρα πάτρα, θα το βγάλεις το γέλιο. Εκεί που ο κόσμος γελάει γιατί αντιδράει κάποιος έτσι, που λέει ένα τι, ένα πώς, εκεί είναι. Και όταν βγάζεις γέλιο γιατί καταλαβαίνει το χαρακτήρα του λέει ‘’το μαλάκα τι κάνει’’;
-Εσύ γελάς; Γελάς εύκολα;
Όχι. Γελούσα εύκολα, αλλά ξέρεις τι, όσο μεγαλώνω τώρα… Όταν έχεις μεγάλη πείρα… Το λέει τόσο ωραία ο Ελύτης. ‘’Η πείρα μου ξέμαθε τον κόσμο’’. Εγώ και οι συνάδελφοί μου της ηλικίας μου, ακόμα και οι δέκα-είκοσι χρόνια νεότεροι, , βλέπουμε το μετιέ του πράγματος, τη διαδικασία του πράγματος. Είναι δύσκολο να αφεθούμε. Παρ’ όλα αυτά είναι παραστάσεις που αφήνεσαι. Δηλαδή το καλοκαίρι στην παράσταση του Μαρμαρινού δεν είχα να κριτικάρω τίποτα, είχα αφεθεί, με είχε παρασύρει όπως και τώρα που είδε τον ειδικό του ας πούμε πράγματα που σε αποκλείουν από σκηνοθέτη ή άνθρωπο της δουλειάς. Αλλά να σου φέρω ένα παράδειγμα εγώ στην τηλεόραση γελάνε όλοι μαζί μου γιατί παρασύρομαι και διορθώνω. Αυτό είναι διαστροφή της δουλειάς, δεν μπορείς να την κόψεις.
-Η εικόνα σου δεν σε ενδιέφερε ποτέ; Είσαι ψηλά, σε ένα βάθρο στο ελληνικό θέατρο.
Δεν έχω χτίσει καμιά εικόνα. Ποτέ δεν σε απασχόλησε όλο αυτό το πράγμα. Δεν μ’ έχει δείξει κανείς ότι μ’ έχει σε ένα βάθρο. Δε φέρομαι έτσι. Δεν αισθάνομαι ότι φέρομαι έτσι. Μου φαίνονται υπερβολές.
-Κάποια στιγμή λίγο δεν ψωνίστηκες, δεν είπες τι κάνω, ποιος είμαι τέλος πάντων;
Πάρα πολύ, πάρα πολύ και σιχάθηκα τον εαυτό μου. Αλλά ήταν μια άσχημη περίοδος που πήρα πάρα πολύ αέρα, σκηνοθετούσα παντού… Και το βράδυ πήγαινα σε διάφορα πάρτι, γιατί ήταν μια άλλη τότε η ζωή μας. Τώρα έχει γίνει αυτό κάθε βράδυ σπίτι όπως όλοι μας, μένουμε μέσα. Τότε κάθε βράδυ κάπου πηγαίναμε και ήμουν με ένα ποτήρι στο χέρι έλεγα πολύ έξυπνα πράγματα κατά τη γνώμη μου και γινόμουν φέσι και νόμιζα ότι κάτι έκανα. Αυτό μετά τα 40 μου τελείωσε.
-Πώς; Τι σε έκανε να συνειδητοποιείς τη ματαιότητα;
Ήταν πολλοί λόγοι. Η αρχή έγινε με μία αποτυχία. Είχα κάνει μαζί με τον Γρηγόρη Βαλτινό το ‘’Φιλί της Γυναίκας Αράχνης’’. Δεν πήγε καθόλου καλά. Πείσμωσα τόσο πολύ. Δεν ήταν τόσο καλή παράσταση. Εκεί πείσμωσα. Όχι γιατί δεν κατάλαβε το κοινό, για το ότι εγώ δεν κατάφερα κάτι να κάνω να προσελκύσω το κοινό. Είναι άλλο αυτό κι άλλο έκανα το καλύτερο μου και μου γυρίσαν την πλάτη, άρα δεν αξίζω. Δεν ήταν αυτό. Ήταν ότι κάτι έχω κάνει λάθος κι εγώ θα σας γαμήσω. Με έπιασε αυτό και είπα για να το λες αυτό πρέπει να αρνηθείς κι έναν τρόπο ζωής. Αυτό δεν γίνεται. Δεν μπορείς να κάνεις τα ίδια στη ζωή σου και να αλλάξεις το θέατρο. Αυτό δεν κάθισε να το σκεφτώ μια μέρα, βγήκε σαν κατάσταση και αυτά είναι που μας χαρακτηρίζουν και μας σταμπιλάρουν κανονικά. Αυτά που βγαίνουν από μόνα τους, δηλαδή δεν προλαβαίνει η σκέψη να γίνει λόγια και γίνεται αμέσως πράξη. Αυτό ένα σπάνιο να συμβεί, αλλά όταν συμβαίνει είναι συγκλονιστικό. Πριν τα λόγια, η σκέψη, γιατί ξέρεις η σκέψη αν δεν γίνει λόγια σχεδόν δεν υπάρχει. Αν την ακούσει όμως τη σκέψη, το σώμα και την κάνει ζωή, είναι μεγάλη στιγμή της ζωής σου. Δεν έχουμε αυτή τη χάρη, δεν μας δίνεται αυτή η χάρη πολλές φορές στη ζωή μας.
-Αυτό το κόσκινο που περιγράφεις τώρα είναι δύσκολη διαδικασία.
Δεν μου συνέβη και πολλές φορές. Συν ότι ερωτεύτηκα. Έγινε αυτό και ερωτεύτηκα άγρια και σχεδόν απάνθρωπα. Ερωτεύτηκα το ακατόρθωτο. Δεν μπορώ να το ξανακάνω. Το κατάφερα. Το κατάφερα και είμαι ακόμα, είμαστε ακόμα μαζί 39 χρόνια. Αυτό από τη μια μεριά είναι σπουδαίο, από την άλλη είναι και βάρος. Είναι ένας ευνουχισμός και από την άλλη μεριά μια άφατη ευτυχία. Ναι, γιατί η αγάπη είναι σα βαμβάκι που τον πνίγει τον άλλον και απ’ την άλλη η σωματική επαφή έχει μείνει πίσω και αυτό δεν σε ενοχλεί, περίεργο. Απ’ την άλλη δεν μπορείς να ξαναρχίσεις τη ζωή σου. Γιατί δεν έχεις το κουράγιο να ξεγυμνωθείς τόσο πολύ σε έναν άνθρωπο. Μια φορά γίνεται αυτό, άντε δυο. Δεν μπορείς να δείξεις όλα τα διαμάντια και τα σκατά που έχεις. Ε, αυτό παρατείνουμε. Και καλά κάνουμε. Καλά κάνουμε, δεν έχουμε τα κότσια για κάτι καινούργιο. Ύστερα η ευτυχία βρίσκεται στα 16 μας με 22. Δεν μπορείς να ξανακάνεις αυτά τα πράγματα. Λείπει ο χρόνος. Ο χρόνος έχει αλλάξει. Και δεν είναι μόνο η ρυτίδα ο χρόνος. Είναι πολλά πράγματα.

-Και τι κάνεις; Επιστρέφει ποτέ στο 16-22 για να πάρεις δυνάμεις;
Τρώω ακόμα εξ’ αυτού, που λέει ο Σαββόπουλος. Σωστά. Σ’ αυτό και στο 0 μέχρι 6 που πέρασα στη Σαλαμίνα που έμαθα το αλφαβητάρι του κόσμου, που έμαθα πώς αυτό είναι λουλούδι, έμαθα το ρο θυμάμαι ακόμα που με αγκάλιαζε η μητέρα μου και με μάθαινε πως θα το κάνω θα βάλω εδώ στον ουρανίσκο τη γλώσσα μου και θα πω το ρο και άρχισα να της φωνάζω “Μαμά, ρίνα, ρίνα, ρίνα ρο, ρίνα, ρίνα, ρίνα”. Το σκέφτομαι σε πολλούς ρόλους. Όταν ανακαλύπτεις ένα αίσθημα και το αφήνεις πλούσιο να βγει. Δηλαδή, το βλέπεις με τρεις διαστάσεις το αίσθημα.
– Σ’ αυτήν, όμως, την περίοδο των 0-6, πολλές φορές υπάρχουν και πληγές. Θα καταφέρουμε να διαχειριστούμε ποτέ;
-Πράγματα που δεν καταφέρνουμε ποτέ να διαχειριστούμε κανένας μας. Και ούτε θα τα διαχειριστούμε ποτέ. Δεν θα τα διαχειριστούμε. Εγώ δεν μπορώ. Και να σου πω, δεν θέλω κι όλας. Δεν μου πήγε κι άσχημα. Άστα εκεί. Έρχονται μόνο τους και σου χτυπάνε την πόρτα. Έλεγα μια μέρα στην Μίρκα, μου λέει, τι έχεις. Λέω, είχα πολύ κόσμο σπίτι. Και ακάλεστο. Ήρθανε πολλοί και ακάλεστοι. Αλλά και αυτό γίνεται με πολύ ένταση βέβαια και σε σκοτώνει, αλλά μία φορά τον χρόνο…
-Έχεις μετανιώσει για πράγματα της ζωής σου, δηλαδή που λες θα μπορούσα να τα ‘χα κάνει αλλιώς;
Πολλά. Σπαταλήθηκα. Υπήρξε μια περίοδος που ήμουν παντού. Σπαταλήθηκα, άδικα. Ήταν αυτή η περίοδος της τρέλας. Ήμουν και πολύ δυστυχής. Δεν ξέρω αν έφταιγε η δυστυχία μου η δημιουργήθηκε από αυτό. Ήταν δύσκολο για μένα και να βγω στο στίβο το θεατρικό και στο στίβο του έρωτα. Στο θέατρο δεν ήμουν ψηλός με τετράγωνο πρόσωπο και θεληματικό πηγούνι δεν είχα τη φωνάρα, δεν ήμουν ζεν πρεμιέ δηλαδή όλοι οι άλλοι βγαίνανε και σκίζανε και εγώ από πίσω πήγαινα με τέτοια και στον έρωτα επίσης δεν ήμουνα ο πρώτος που θα κοιτάγανε σε ένα πάρτι και να σου πω το καλύτερο δεν το ‘χα καταλάβει Τ κατάλαβα μετά και φαίνεται για να το καταφέρω έκανα ότι δεν το βλέπω και φερόμουν σαν άλλος. Ποτέ δεν με μεμψιμοιρίστηκα, αν αυτό υπάρχει σαν ρήμα. Ποτέ δεν ήμουνα μεμψίμοιρος. Αυτό γινόταν μόλις έκλεινα την πόρτα. Τότε εκεί έλεγα την έκανες τη μαλακία. Αλλά την ώρα που ήμουν να μπω στη φωτιά έμπαινα με τα μπούνια. Από το Ελεύθερο θέατρο στη Βουγιουκλάκη μέσα σε δύο μήνες. Έγινε το ’80.

-Είπες για το Ελεύθερο θέατρο αυτή η συνθήκη ήταν η εποχή που βοήθαγε.
Ήταν όλα. Ήμασταν έτοιμοι για να γίνει όλο αυτό. Άλλαζε η χώρα τότε, το ένιωθες. Ή ακόμα καλύτερα ένιωθες ότι πρέπει να την αλλάξεις και μπορούσες.
-Σας ενόχλησαν ποτέ για παράσταση;
Στη γίναμε συγγραφείς από ανάγκη. Το Και συ χτενίζεσαι, το 1973, στο Ελεύθερο, το έργο το είχαν γράψει ο Μουρσελάς, ο Σκούρτης και ο Μπόστ. Τότε έπρεπε να το πας στη λογοκρισία το έργο. Το πήγαμε στην λογοκρισία και βάζαν μια σφραγίδα τι κόβει και τι δεν κόβει με κόκκινο. Κόβουνε και τα τρία του Μουρσελά, αφήνουνε ενάμιση του Σκούρτη και ένα του Μπόστ. Και είμαστε με τέσσερα νούμερα. Και τα γράφουμε εμείς τα υπόλοιπα από τη φλόγα μας να παίξουμε αυτό το πράγμα το λαϊκό δίπλα σε όλο το κολεμοντέ που υπήρχε στην Αθήνα με κάτι συγγραφείς, κάτι κουράδες με βύσσινο δηλαδή. Μέχρι τις συγγραφείς γίναμε, κακοί. Αλλά γίναμε και είχε επιτυχία και όχι μόνο μας αφήσανε τρία και μισό νούμερα από τα δεκατέσσερα αλλά ερχόντουσαν και στην παράσταση τρεις λογοκριτές. Ο ένας κράταγε το βιβλίο, ο ένας του κρατάει και το φακό για να δει αν λέμε τίποτα από τα κόκκινα, δεν λέγαμε τίποτα, και ο άλλος κοίταγε μήπως κάνουμε κινήσεις που υπονοούμε κάτι. Μετά από τη δικτατορία αυτό παραχαλάρωσε. Αφήσαμε την επιθεώρηση αυτού του είδους, γιατί παίζαμε το ”Μια ζωή Γκόλφω” και γίνεται η μεταπολίτευση και άρχισαν όλες οι επιθεωρήσεις που λιβανίζανε την 21η Απριλίου μέσα σε 4 μέρες να αλλάξουν τα πάντα και να βγαίνουν διάφορες μεθυσμένες που χάσανε τον γκόμενο στο Πολυτεχνείο μην πούμε ονόματα γιατί θα μείνεις, θα μείνεις. Έχω δει τέρατα. Και εμείς είπαμε όχι θα συνεχίσουμε με την Γκόλφω. Το 1978 ανεβάσαμε επιθεώρηση. Τέσσερα χρόνια ανεβάσαμε το Τραμ το τελευταίο, που ήταν η εποχή του 1950 και που δεν σατίριζες τίποτα το τωρινό. Κάναμε την Κόλφο, τον Τυχοδιώκτη, τη Στέλλα Βιολάντη και μετά κάναμε, το 78 το Συνέβη στην Κατίνα.

-Επί Πασόκ, σας ενόχλησε κανείς;
Εκεί πια έχει αλλάξει τελείως το πράγμα; Όχι, ήρθε η Μαργαρίτα και της άρεσε. Γράφανε τα Νέα γιατί ήρθε η Μαργαρίτα και έβγαινε φωτογραφία μαζί μας.
-Σήμερα θα μπορούσε κανείς να σατιρίσει πράγματα ή δεν ξέρετε πού να το πιάσεις;
Η σάτιρα γίνεται κάθε μέρα στην τηλεόραση μόνο σε αυτές τις εκπομπές. Που δεν είναι σάτιρα, είναι πλάκα. Είναι αστεία στην πενταήμερη μωρέ μαλάκα (κάνει φωνή εφήβου) συν η επικαιρότητα με αυτούς εξαντλείται σε δυο μέρες. Εμείς κάναμε ένα νούμερο το γράφαμε το Γενάρη και παιζόταν μέχρι το Σεπτέμβρη. Τώρα κάθε μέρα αλλάζουν τα πράγματα. Δες τον Τραμπ δηλαδή, δεν προλαβαίνεις από το φόνο στον πιγκουίνο και οι άλλοι τον εξαντλούν τόσο πολύ που την Τρίτη μέρα δεν σου κάνει καμιά εντύπωση. Είναι πολύ δύσκολη η επιθεώρηση πια…
-Ένα κείμενο εκείνης της εποχής θα προκαλούσε γέλιο σήμερα;
Δύσκολα, σκέψου το κείμενο της Άννας Παναγιωτοπούλου το Αλλά κρατιέμαι. Τότε όλες οι κοπέλες μιλάγαν έτσι. Τώρα μιλάνε εντελώς διαφορετικά οι αντίστοιχες. Τώρα ακούς σε όλες τις πρωινές εκπομπές να λένε όλες το ίδιο που μου αρέσει πάρα πολύ: ‘’Δεν θα μπω εγώ στη διαδικασία…’’Τι θα μπεις μωρή στη διαδικασία; Δεν θα μπω στη διαδικασία να σας απαντήσω. Τι λες κοπέλα μου; Με το βαμμένο το νύχι, το μαλλί, τα ψεύτικα πηγούνια. Και αυτό το ρε παιδί μου, γιατί ρε παιδί μου, που το λένε και άνθρωποι που εκτιμώ…Πως μπαίνει αυτό το ‘’ρε παιδί μου’’ παντού…
-Ο πληθωρισμός τόσων παραστάσεων στο θέατρο δικαιολογείται; Είναι λογικό πράμα;
Γιατί είναι λογικό το θέατρο; Να αποφασίσεις να κάνεις τη ζωή ενός άλλου φωταγωγημένος και θα σε βλέπουν κάποιοι άλλοι που θα κάθονται στο σκοτάδι; Από την άλλη δεν λέει κανείς υπάρχουν πολλά σουβλατζίδικα, ψιλικατζίδικα, καφετέριες. Γιατί να το λένε για το θέατρο; Μπορεί στις εκατό παραστάσεις να βγει ένας καλός σκηνοθέτης, ένας καλός ηθοποιός, είναι μεγάλη νίκη. Και αυτός ήταν ο λόγος που έκανα το βραβείο Χορν και είμαι περήφανος. Ένα από αυτά τα παιδιά να προχωρήσει…Είναι πρωταγωνιστές του θεάτρου όλοι. Ο Λούλης, ο Ξάφης, ο Χρυσοστόμου, ο Φραγκούλης. Βοηθήσαμε να βρούνε το δρόμο τους. Δεν μου αρεσει που δεν δώσαμε στον Κουρή και στον Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο, αλλά τις χρονιές που ήταν υποψήφιοι ήταν ένας άλλος καλύτερος…
-Πηγαίνεις θέατρο;
Πηγαίνω για να βλέπω και τα νέα παιδιά. Τα επόμενα ταλέντα. Υποφέρουν λίγο τα παιδιά, αλλά κάνουν το κέφι τους. Από να κάθονται σπίτι και να μαραζώνουν καλύτερα να προσπαθούν και να πιστεύουν ότι κάτι προχωράνε. Γιατί κάτι προχωράνε…
-Με την πρωτοπορία την πολλή πώς τα πας;
Δεν μαρέσουν αυτές οι αηδίες. Δεν ενοχλούμαι, γελάω και απομακρύνομαι. Να γίνονται και αυτά…
-Το πιο τολμηρό πράμα που έκανες στο θέατρο;
Όταν έκανα μικρός τη Στέλλα Βιολάντη, με πράγματα που ακόμα και σήμερα είναι απαγορευτικά. Όταν είσαι νέος δεν φοβάσαι…
-Τώρα τι φοβάσαι;
Το χρόνο, δεν μαρέσει.
-Δεν συμφιλιώνεσαι με το πέρασμα του, σε απασχολεί κάθε μέρα;
Κάθε ώρα. Είμαι με το νου εκεί, μήπως δεν με αντέχουν τα πόδια μου. Η αναχώρηση δεν με τρομάζει. Είμαι έτοιμος να φύγω και σήμερα το βράδυ στον ύπνο μου μια χαρά. Δεν θέλω ταλαιπωρία σώματος και χάσιμο μυαλού.
*Αλέκος Σακελλάριος, Χρήστος Γιαννακόπουλος Η ΔΕΞΙΑ, Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΚΑΙ Ο ΚΥΡ ΠΑΝΤΕΛΗΣ Σκηνοθεσία: Σταμάτης Φασουλής, Πρεμιέρα: 28/01/2026 στην ΕΜΣ μέχρι τις 8/2
Με περισσότερους από 52.000 θεατές τα 2 χρόνια παρουσίασής της στην Αθήνα, η σπαρταριστή κωμωδία «Η δεξιά, η αριστερά και ο κυρ-Παντελής» του Αλέκου Σακελλάριου και του Χρήστου Γιαννακόπουλου, που σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί ο Σταμάτης Φασουλής ανεβαίνει στη Θεσσαλονίκη, στο Θέατρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων.
Οι δύο συγγραφείς έχουν μεταφέρει με δεξιοτεχνία, την επικαιρότητα της μεταπολεμικής εποχής στη σκηνή του θεάτρου, καθώς η δυσάρεστη πραγματικότητα ενός λαού αντικατοπτρίζεται στους τέσσερις τοίχους ενός μικροαστικού σπιτιού που έχει κι αυτό μοιραστεί στα δύο, όπως και όλη η Ελλάδα.
«Η Δεξιά η Αριστερά και ο κυρ-Παντελής» είναι το δεύτερο έργο μιας εν δυνάμει τριλογίας, που περιλαμβάνει την κωμωδία «Οι Γερμανοί ξανάρχονται», που γράφτηκε την περίοδο του Εμφυλίου και την «Ανώμαλη προσγείωση» που ανέβασε για πρώτη φορά το θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν και μετέπειτα, στη δεκαετία του ’60, την παρουσίασε ο θίασος του Λάμπρου Κωνσταντάρα με τον τίτλο «Υπάρχει και φιλότιμο», που μεταφέρθηκε αργότερα με μεγάλη επιτυχία και στον κινηματογράφο.
«Η δεξιά, η αριστερά και ο κυρ-Παντελής» παρουσιάστηκε πρώτη φορά το 1946 από το Θίασο Κοτοπούλη στο θέατρο Rex, με πρωταγωνιστή τον Βασίλη Λογοθετίδη.
Το έργο
Το έργο παρουσιάζει την πορεία μίας οικογένειας που από την απελευθέρωση περνάει στα Δεκεμβριανά και τελειώνει μετά τη συνθήκη της Βάρκιζας. Πρόκειται για μία ιστορική στιγμή που δεν είναι σίγουρο αν υπάρχει σε άλλη κωμωδία στο ελληνικό θέατρο. Είναι γεγονότα που έχουν ιδωθεί από πολλές γωνίες, αλλά ίσως για πρώτη φορά, τα βλέπουμε μέσα από το μάτι δύο κορυφαίων συγγραφέων, όπως είναι ο Αλέκος Σακελλάριος και ο Χρήστος Γιαννακόπουλος.
Διάρκεια παράστασης: 90 λεπτά
Συντελεστές
Σκηνοθεσία: Σταμάτης Φασουλής
Σκηνικά – Κοστούμια: Πάρις Μέξης
Διανομή
Σταμάτης Φασουλής
Ελένη Καστάνη
Γιώργος Δεπάστας
Δέσποινα Πολυκανδρίτου
Γιώργος Βουρδαμής
Απόστολος Καμιτσάκης
Γιώργος Κορομπίλης
Μαρία Καραβά
