σταύρος-ζαλμάς-το-ζητούμενο-πάντοτε-1438308

Θέατρο

Σταύρος Ζαλμάς: «Το ζητούμενο, πάντοτε, είναι το ανέφικτο»

Ο έμπειρος ηθοποιός μιλά στην Parallaxi για τη «Φθινοπωρινή Ιστορία», εξηγώντας γιατί η τέχνη οφείλει να κυνηγά πάντα το ακατόρθωτο.

Ανδρέας Νεοκλέους
Ανδρέας Νεοκλέους

Συχνά, πυκνά όλοι μας βυθιζόμαστε σε αυτό τον κόσμο, όπου τα πράγματα κυλάνε με φρενήρεις ρυθμούς. Έτσι και η ίδια μας η ζωή αποκτάει μια άλλη ταχύτητα από την οποία δύσκολα βρίσκουμε το αποκούμπι της αρχής.

Εκείνης, που ίσως σηματοδοτεί τις προθέσεις μας – τον τρόπο που επιλέξαμε να μπούμε μέσα στα «πράγματα». Είναι θαυμαστό, λοιπόν, το γεγονός της σταδιακής μείωσης του εργασιακού χρόνου, ακόμα και της ανά περιόδους αποχής που επέλεξε συνειδητά ο Σταύρος Ζαλμάς.

Μια απόφαση ζωής που μοιράζεται μαζί μας με αφοπλιστική ειλικρίνεια: «Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω απολαύσει πολύ βασικά πράγματα, και έτσι είπα πριν αρχίσει το σώμα να καταρρέει να κάνω διάφορα πράγματα που αγαπώ. Έτσι ώστε να αισθανθώ ότι ζω και εγώ λιγάκι».

Μετά από δεκαετίες σκληρής δουλειάς, χωρίς διακοπές και με ελάχιστες στιγμές για φίλους, όπως μου ανέφερε η επιστροφή του στη σκηνή με τη «Φθινοπωρινή Ιστορία» —που έρχεται στις 6 Μαρτίου στη Θεσσαλονίκη— δεν μου επέτρεψε να αντικρίσω αυτή την «Ιστορία» ως μια απλή επαγγελματική συνέχεια, αλλά μια επιλογή καρδιάς.

Σε αυτή την απόφαση συνέτεινε η δική του παραδοχή πως η κινητήριος δύναμη για την επιστροφή του δεν ήταν απλώς η ανάγκη για σκηνική παρουσία, αλλά μια ευτυχής συγκυρία προσώπων και κειμένου.

Μου εξήγησε πως η συνάντηση με την Πέμη Ζούνη φέρει μαζί της μια ασφάλεια, αφού, όπως σημειώνει ο ίδιος, «όποτε συναντιόμαστε, η επιτυχία είναι δεδομένη». Ωστόσο, η καθοριστική ώθηση δόθηκε μέσα από τη συζήτηση με τη Βάνα Πεφάνη.

Η σκηνοθετική της ματιά του αποκάλυψε μια, ενδιαφέρουσα ανάγνωση, μετατρέποντας την ανάγνωση του έργου σε μια προσωπική υπόθεση που αποφάσισαν τελικά να υλοποιήσουν «με πολλή αγάπη και ειλικρίνεια».

Η αλήθεια είναι πως η «Φθινοπωρινή Ιστορία», αν και γραμμένη από τον Αρμπούζοφ τη δεκαετία του ’70, βρήκε τη θέση της στο σήμερα μέσα από μια εύστοχη φρασεολογική προσαρμογή. Η σκηνοθεσία κατάφερε να φέρει το κείμενο στην εποχή μας, χωρίς όμως να θυσιάσει ίχνος από την ατμόσφαιρα ή εκείνη τη βαθιά, παλαιάς κοπής ευγένεια που το διαπνέει.

Παρά το οξύμωρο του να αναζητάς την τρυφερότητα στην καρδιά του υπαρκτού σοσιαλισμού, ο ίδιος υπενθυμίζει με νόημα πως η ρωσική ποίηση και πεζογραφία είναι συγκλονιστική ακριβώς επειδή είναι βαθιά ανθρωποκεντρική. «Δεν έχει καμία σχέση με τη στειρότητα του συστήματος», μου λέει, «οι Ρώσοι έχουν σπουδάσει τον άνθρωπο και έχουν πετύχει την τέλεια ισορροπία μεταξύ του τραγικού και του χιουμοριστικού». Έτσι, ο Αρμπούζοφ, ως πιστός μαθητής του Τσέχωφ, «ακτινογραφεί» τους ήρωές του επειδή πρώτα επέλεξε να τους αγαπήσει.

Παρόλα αυτά, η αγάπη του δημιουργού προς το δημιούργημα – είναι μάλλον και για τον ίδιο, αν όχι αναπόδραστο, τότε ζωτικό στοιχείο ως προς την εσωτερική συνθήκη που δημιουργεί πριν την τελική μεταπήδηση στον ρόλο. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρει για τον τρόπο συγγραφής του Αρμπούζοφ:

«Ουσιαστικά, δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά. Γιατί για να μπορέσεις να γδύσεις δύο ανθρώπους, να βγάλεις την ακτινογραφία, την τομογραφία της ψυχής τους: πρέπει να τους αγαπήσεις πρώτα. Για να μπορέσεις να τους πλησιάσεις και ύστερα να τους ψαχουλέψεις τόσο βαθιά ώστε να παρουσιάσεις την τομογραφία της ψυχής τους.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο συγγραφέας τους έχει αγαπήσει πολύ, αυτούς τους ανθρώπους».

Αυτή η παραδοχή για την «τομογραφία της ψυχής» και την αγάπη ως προϋπόθεση, με οδήγησε στο ερώτημα για το κατά πόσο η αγάπη αυτή του συγγραφέα λειτουργεί ως μια άλλη «πύλη» που διευκολύνει τη δική του ευαλωτότητα πάνω στη σκηνή.

Η απάντηση του, όμως, ήρθε για να επαναπροσδιορίσει τη σχέση του ηθοποιού με το κείμενο, μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους από την ευκολία στην ευθύνη:

«Εμείς είμαστε όμηροι του ρόλου. Είτε ο συγγραφέας τον αγάπησε τον ψυχισμό του ρόλου είτε όχι, εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να τον ξεψαχνίσουμε και να χτίσουμε μια οντότητα δευτερόλεπτο προς δευτερόλεπτο επάνω στη σκηνή. Για εμάς η πρώτη ύλη είναι το κείμενο. Πρέπει να είναι μέσα μας απόλυτα δικαιολογημένη η κάθε φράση που λέει ο ήρωας. Να ξέρουμε ανά πάσα στιγμή τι αισθάνεται αυτή η οντότητα. Βάσει αυτού, υπερασπιζόμαστε ένα συναίσθημα»

Ακούγοντάς τον, ένιωσα πως καιγόταν αυτόματα μια ερώτηση που του έχει τεθεί αρκετές φορές στο παρελθόν: το αν αισθάνεται το βάρος της διαδοχής ρόλων που έχουν σφραγιστεί από ιερά τέρατα του θεάτρου.

Του το επισημαίνω, καταλαβαίνοντας πια πως η ευθύνη του δεν μεγαλώνει επειδή κάποιοι άλλοι αναμετρήθηκαν πριν από εκείνον με τους ίδιους ήρωες, αλλά επειδή η ευθύνη ενυπάρχει στην ίδια την προσέγγιση, κάθε φορά από την αρχή.

Εκείνος, επιβεβαιώνει πως ποτέ δεν μπαίνει σε αυτή τη διαδικασία σύγκρισης:

«Ποτέ δεν το κάνω αυτό εγώ προσωπικά. Διότι ο κάθε άνθρωπος έχει τη δική του αλήθεια και τον δικό του προσωπικό δρόμο, τρόπο έκφρασης. Συν του ότι, αλλάζουν και οι εποχές. Αυτό δεν σημαίνει ότι αλλάζει η ουσία, όχι. Αλλάζει ίσως λίγο η παρουσίαση. Δηλαδή αλλιώς επικοινωνούσαν οι άνθρωποι τη δεκαετία του ’70, αλλιώς τη δεκαετία του ’80 και αλλιώς επικοινωνούν σήμερα. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αλλάζει η ουσία, απλώς ήταν άλλος ο κώδικας επικοινωνίας. Η ουσία παραμένει ίδια, τα συναισθήματα είναι ίδια. Τα πάθη είναι ίδια. Η διαδρομή της ανθρώπινης ψυχής επίσης».

Κι αυτή μάλλον η κοινή ανθρώπινη διαδρομή είναι που εξασφαλίζει στο έργο τη διαχρονικότητά του. Παρόλο που οι ήρωες του Αρμπούζοφ, ο Ρόντιον και η Λύντια, βρίσκονται σε μια πιο ώριμη ηλικία, ο Σταύρος Ζαλμάς επισημαίνει πως η ουσία των πραγμάτων στους οποίους αναφέρεται, μπορεί και αγγίζει οποιαδήποτε γενιά.

Μου εκμυστηρεύεται πως έχει συναντήσει νέους ανθρώπους που είδαν την παράσταση και ταυτίστηκαν απόλυτα με τους ρόλους.

Διότι, όπως λέει, καμιά φορά το «βάσανο» δεν έχει να κάνει με τα χρόνια που κουβαλάει κανείς στην πλάτη του, αλλά με την προδοσία και την εγκατάλειψη.

Εμπειρίες που μπορούν να σημαδέψουν τον άνθρωπο σε οποιαδήποτε φάση της ζωής του.

Μέσα σε αυτή τη διαπίστωση η συζήτηση μας κινήθηκε γύρω από τη σύγχρονη πραγματικότητα που βιώνουμε και στο πώς αυτή με τη σειρά της επηρεάζει την δημιουργία:

«Καταλαβαίνω ότι ζούμε σε μια εποχή, όπου τα πράγματα γύρω μας γίνονται όλο και περισσότερο εγκεφαλικά. Ωστόσο, ο άνθρωπος είναι μια ψυχή, μια οντότητα η οποία ποτέ δεν θα πάψει να αισθάνεται. Η τέχνη καλείται να συγκινήσει τον θεατή, να τον κάνει να αισθανθεί, να τον κάνει να πλημμυρίσει από συναισθήματα, από φαντασία και από σκέψεις. Γυρνώντας μετά πίσω στο σπίτι, γεμάτος».

Αυτό το «γέμισμα» του θεατή αποτελεί μάλλον για τον ίδιο τη μοναδική και αδιαπραγμάτευτη αποστολή της τέχνης.

Είναι μια αποστολή που, στις μέρες μας, μοιάζει συχνά να χάνεται σε δαιδαλώδη μονοπάτια, εκεί όπου η παράσταση παύει να είναι μια γέφυρα επικοινωνίας και μετατρέπεται σε ένα πεδίο προβολής για τις εγκεφαλικές φαντασιώσεις του δημιουργού.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, το έργο δεν απευθύνεται στην ψυχή του κοινού, αλλά στην αυτοεπιβεβαίωση μιας στείρας, μεμονωμένης, λογικής που αφήνει τον θεατή απέξω, ψυχρό και αμέτοχο.

O ίδιος διαχωρίζει τη θέση του από αυτή την τάση, που θέλει την παράσταση απογυμνωμένη από συναισθήματα:

«Εγώ δεν είμαι αυτής της σχολής. Πιστεύω ότι πρέπει τον θεατή που βρίσκεται από κάτω να τον χαλαρώσω, να τον ανοίξω – ώστε να μπορέσει να μπει το έργο μέσα του και να του γλυκοψιθυρίσει κάποια πράγματα. {…} Για μένα, το θέατρο είναι μια θεία λειτουργία και ο ηθοποιός ο “μάγος της φυλής”. Όπως παλαιότερα ο μάγος σε έκανε να αισθανθείς, έτσι και ο ηθοποιός οφείλει να προκαλέσει μια έκρηξη ουσιών στο κορμί του θεατή, να αλλάξει τη χημεία του. Είναι πολύ πιο έντονο το βίωμα ενός συναισθηματικά διεγερμένου θεατή από το να κουβαλήσει κανείς εγκεφαλικές σκέψεις στο σπίτι και να τις μηρυκάζει, προσπαθώντας να αποφασίσει αν αυτό που είδε ήταν “καλό” ή “κακό”»

Ακούγοντάς τον να μιλά για το «βάλσαμο» της συγκίνησης, του συναισθήματος, δεν μπορώ να μη σκεφτώ πως αυτή η αναζήτηση βρίσκει κατά μια έννοια έκφραση και στην ιστορία της Λύντια και του Ροντιόν.

Επομένως, τον ρωτάω εάν τελικά ο έρωτας είναι τρόπος συσχέτισης ή συναίσθημα.

«Ο έρωτας είναι πάθος, το οποίο βέβαια έχει τρομερής εντάσεως συναισθήματα. Ο ερωτευμένος άνθρωπος αφενός μεν αισθάνεται θεός, αλλά επί της ουσίας ο έρωτας του βγάζει τα καλύτερα ένστικτα που μπορεί να διαθέσει.

Έχει τη μεγαλύτερη αυτάρκεια που θα μπορούσε ποτέ να έχει ένας άνθρωπος. Αν είναι δίπλα στον άνθρωπο που είναι ερωτευμένος, τότε είναι ο πιο πλούσιος άνθρωπος της γης, ο πιο ευτυχισμένος. Δεν θέλει τίποτα άλλο».

Για τον ίδιο, το έργο δεν εξαντλείται σε μια ρομαντική ιστορία, αλλά αναδεικνύεται σε μια ανθρωποκεντρική κοσμοθεωρία.

Μέσα από τον σεβασμό, το δόσιμο και την ηθική συνέπεια, επιβεβαιώνεται η ίδια η ετυμολογία της λέξης άνθρωπος: το «άνω + θρώσκω», η τάση δηλαδή να κοιτάμε προς τα πάνω, προς το ανώτερο.

Κι αυτό συμβαίνει σταδιακά, όπως κάθε τι στη ζωή, έτσι και η σχέση των δύο ηρώων εξελίσσεται πάνω στη σκηνή.

Όπως παρατηρεί ο ίδιος με μια εικόνα που σοκάρει με την ειλικρίνειά της: «Αυτοί οι δύο άνθρωποι σιγά-σιγά ανοίγουν την πανοπλία που έχουν χτίσει όλα αυτά τα χρόνια και δείχνουν τα υπέροχά τους σπλάχνα».

Για το τέλος, είναι σημαντικό να αναφερθεί πως σε αυτή: την σταδιακή αποκάλυψη της αλήθειας των ηρώων απαιτείται ένας συνοδοιπόρος που μοιράζεται την ίδια πίστη στο «παραπάνω».

Για τον Σταύρο Ζαλμά, αυτός ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από την Πέμη Ζούνη.

Η πολυετής κοινή τους πορεία στο θέατρο και την τηλεόραση έχει σφυρηλατήσει μια σχέση όπου η επιτυχία δεν είναι το ζητούμενο, αλλά η αφετηρία.

Όπως μου εξηγεί, η μεταξύ τους χημεία είναι το εργαλείο που τους επιτρέπει να προσπερνούν τα συνηθισμένα και να αναζητούν την υπέρβαση:

«Με την Πέμη γνωριζόμαστε πολλά χρόνια. Όταν συναντιόμαστε, η επιτυχία είναι δεδομένη. Υπάρχει μεταξύ μας μια χημεία όπου δουλεύουμε για το παραπάνω. Γιατί τα συνηθισμένα είναι δεδομένα από την αρχή. Εμείς συνεργαζόμαστε για αυτό που θα κάνει πολύ μεγάλη αίσθηση στον θεατή. Το ζητούμενο, πάντοτε, είναι το ανέφικτο. Όσο πιο πολύ μπορούμε να το πλησιάσουμε, τόσο καλύτερο είναι».

*Θέατρο Κολοσσαίον – από τις 6 έως τις 15 Μαρτίου – κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή – Ηλεκτρονικά εισιτήρια: MORE

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα