Θέατρο

Τάσος Πυργιέρης: «Το θέατρο που με εκφράζει αυτή τη στιγμή, είναι ένα θέατρο της xαράς»

Με αφορμή το ανέβασμα της θεατρικής παράστασης «Φαύστα» του Μποστ, μια κουβέντα με τον σκηνοθέτη του διαχρονικού σύμπαντος του Μποστ

Ανδρέας Νεοκλέους
τάσος-πυργιέρης-το-θέατρο-που-με-εκφρ-1421371
Ανδρέας Νεοκλέους

Είναι ο Μποστ ένας διαχρονικά γοητευτικός παρατηρητής της ελληνικής κοινωνίας; Μπορεί ένα έργο γραμμένο το 1962 να αποτελεί και σήμερα σημείο αναφοράς και αντικείμενο χαράς για τον έλληνα θεατή; 

Στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, αυτή την Παρασκευή και το Σάββατο, έρχεται η «Φαύστα» του Μποστ. Αυτό που εισπράττουμε από την οπτική ταυτότητα της παράστασης είναι ότι πρόκειται για ένα έργο που ηθελημένα μοιάζει με σκίτσο.

Με αυτή την αίσθηση, λοιπόν, του θεάτρου ως ζωντανού σχεδίου, η Parallaxi συνομίλησε με τον σκηνοθέτη της παράστασης, Τάσο Πυργιέργη, με αφορμή το ανέβασμα του έργου στη Θεσσαλονίκη.

Μεταξύ άλλων πρόκειται να διαβάσετε στη συνέντευξη που μας έδωσε: για την σκηνοθετική του πορεία μέχρι στιγμής, τα στοιχεία που απαρτίζουν πυρηνικά την εργασία του, τον Μποστ, το έργο του, αλλά και τις επιλογές του σκηνοθέτη – που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο σηματοδοτούν τον αξιακό του κώδικα ως άνθρωπο και εκ των υστέρων ως δημιουργό/καλλιτέχνη.

Η «Φαύστα» του Μποστ, γραμμένη το 1962, δεν αντιμετωπίζεται εδώ ως ένα απλό μνημείο θεατρικής γραφής, αλλά ως ένα ζωντανό, εκρηκτικό υλικό που συνομιλεί ευθέως με το σήμερα. Ο δεκαπεντασύλλαβος, η εσκεμμένη ανορθογραφία, ο γλωσσικός παραλογισμός και η «πανηγυριώτικη» αισθητική δεν λειτουργούν ως φολκλόρ αναφορά, αλλά ως εργαλεία αποδόμησης μιας κοινωνίας που επιμένει να κρύβει τη βία, την υποκρισία και τον συναισθηματικό της αναλφαβητισμό πίσω από την κανονικότητα.

Η ιστορία της χαμένης κόρης γίνεται αφορμή για μια σκηνική ανάγνωση που ισορροπεί ανάμεσα στο κωμικό και το τραγικό, στο λαϊκό και το βαθιά πολιτικό, φωτίζοντας τον Μποστ ως έναν καλλιτέχνη διαχρονικά ενοχλητικό και αναγκαίο. Η παράσταση επιχειρεί να αναδείξει αυτή τη διπλή φύση του έργου: την αθωότητα του γέλιου και, ταυτόχρονα, τη σκληρότητα της αλήθειας που αυτό αποκαλύπτει.

Παρόλα αυτά, αξίζει να επισημανθεί πως, όπως μου τόνισε ο ίδιος ο σκηνοθέτης, ο Μποστ δεν υπήρξε ποτέ στρατευμένος σε ιδεολογίες ή κομματικές ταυτότητες – και έτσι κάπως εγώ υποθέτω πως ακόμη και όταν φαινομενικά συνομιλεί με διχασμούς της εποχής του, όπως εκείνος ανάμεσα στη δημοτική και την καθαρεύουσα.

Τα χρησιμοποιεί περισσότερο ως όχημα, ως προσχήματα σχεδόν, για να αναδείξει την εγγενή τραγικότητα της ανθρώπινης φύσης και να μας προειδοποιήσει για τον κίνδυνο των άκρων. Σε αυτή τη συνισταμένη μοιάζουν να συναντώνται συγγραφέας και σκηνοθέτης: στην πίστη πως το ουσιώδες δεν βρίσκεται στο «τι» δηλώνει κανείς, αλλά στο «πώς» λειτουργεί, πράττει και συνυπάρχει μέσα στο κοινωνικό σύνολο.

Όπως επισημαίνει και ο Τάσος Πυργιέρης στη συνέντευξη που ακολουθεί, αυτό που τελικά έχει βαρύτητα δεν είναι ο λόγος ως δήλωση, αλλά η στάση ως πράξη — μια σκέψη που φέρει, τολμώ να πω, κάτι από τη Χατζιδακική σχολή, όπου η ηθική προηγείται της ιδεολογίας και η ευθύνη του ανθρώπου υπερβαίνει κάθε ταμπέλα.

Ενώ ξεκινήσατε από την υποκριτική, πριν από περίπου 10 χρόνια, αποφασίσατε να την αφήσετε και να επικεντρωθείτε στη σκηνοθεσία. 

«Είναι τιτάνια είναι η προσπάθεια του να είναι κανείς ηθοποιός σήμερα. Εγώ αποφάσισα να πάψω να είμαι ηθοποιός, όταν κατάλαβα πως δεν μπορούσα να ελέγξω κάποιες προβληματικές συμπεριφορές. Σε αυτή μου την απόφαση συνέδραμε και η δυσκολία εύρεσης εργασίας, στο θέμα του βιοπορισμού κιόλας με έναν τρόπο. Αυτό, τότε, με είχε προβληματίσει πολύ – καθώς όπως γνωρίζετε υπάρχει μια πληθώρα ηθοποιών που βιώνει αυτή την αβεβαιότητα.

Σε γενικότερες γραμμές απλά δεν περνούσα καλά – δεν ήμουν ευχαριστημένος με το επάγγελμα που είχα επιλέξει και τότε πήρα την τύχη στα χέρια μου – επαναπροσδιόρισα την μέχρι πρότινος καλλιτεχνική μου πορεία, και έστρεψα το βλέμμα μου, αφοσιωμένος, σε όλα όσα ήθελα να κάνω εγώ.

Να επιλέγω τα έργα, τους συνεργάτες και τον χώρο που θα παρουσιάσω τη δική μου θεατρική παράσταση κι όχι να είμαι από αυτούς που με επιλέγουν. Να είμαι ένας από αυτούς που επιλέγουν.»

Μέχρι στιγμής, αποδεικνύει η πορεία που έχετε διαγράψει ως σκηνοθέτης ότι τα πράγματα έχουν πάει αρκετά καλά ομολογουμένως.

«Δεν ξέρω, αυτό δεν μπορώ να το κρίνω εγώ. Έχω μια πυκνή σκηνοθετική πορεία από το 2015, την οποία προσπαθώ να φροντίσω. Εννοείται πως κάποια πράγματα τα κάνω καλά, κάποια άλλα τα κάνω λιγότερο καλά. Αλλά αυτό δεν μπορώ να το κρίνω εγώ.»

Οι παιδικές παραστάσεις πώς προέκυψαν ώστε να αποτελέσουν έργα στον πυρήνα της σκηνοθετικής σας πορείας;

«Τυχαία, η μια δουλεία κατά μια έννοια έφερε την άλλη. Ξεκίνησα κάνοντας μια παράσταση στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, μετά προέκυψε μια παράσταση στο θέατρο τέχνης, έπειτα το δημοτικό θέατρο Πειραιά.

Ωστόσο, πιστεύω βαθιά στον εκπαιδευτικό χαρακτήρα του θεάτρου. Επομένως, εγώ ως σκηνοθέτης, έχω μια ευθύνη. Ποια είναι αυτή; Να μπορέσουμε να μυήσουμε τους νεότερους ανθρώπους, εκτός απ’ το να τους κάνουμε υπεύθυνους θεατές που να αγαπούν το θέατρο και να το παρακολουθούν, ώστε να γίνουν υπεύθυνοι πολίτες.

Μέσα από αυτές τις παραστάσεις για τους παιδικούς μας φίλους, γιατί δεν μου αρέσει να λέω «παιδικό» θέατρο, έχουμε αυτή την ευθύνη: Το πώς θα γαλουχήσουμε τους μικρότερους ώστε να γίνουν οι μελλοντικά υπεύθυνοι πολίτες της κοινωνίας. Βεβαίως και ακούγεται λίγο μεγαλόσχημο αλλά το πιστεύω και το έχω σαν στάση ζωής στη δουλειά μου.»

Πάντως, αυτό που λέτε για την επιλογή σας να μην αναφέρεστε σε αυτά τα θεατρικά έργα ως «παιδικά» πηγάζει από μια ευρύτερη εντύπωση ότι το «παιδικό» θέατρο είναι υποδεέστερο του άλλων θεατρικών ειδών;

«Όχι, αλλά θεωρώ ότι δεν αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο. Αντιθέτως, πιστεύω ότι θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται με τους ίδιους όρους. Όταν σκηνοθετώ ένα έργο για τους παιδικούς μας φίλους το αντιμετωπίζω όπως θα αντιμετώπιζα και μια παράσταση ενηλίκων.

Δεν έχει κάτι άλλο που να διαφέρει σε μένα στον τρόπο αντιμετώπισης της: από το πώς στήνω την παράσταση, το πώς δουλεύω με τους ηθοποιούς, το πώς επιλέγω τους συνεργάτες, το κείμενο αλλά και όλη την διαδικασία προώθησης της παράστασης. Δηλαδή, δεν διαφέρει καθόλου.

Ότι κάνω για τους ενήλικους, κάνω και για τους μικρότερους φίλους μας. Για αυτό και λέω ότι οι παραστάσεις που κάνω θέλω να είναι για όλη την οικογένεια. Να την παρακολουθεί ο μεγαλύτερος αδελφός, η μαμά, ο μπαμπάς, η γιαγιά χωρίς να περιμένουν πως και πως το διάλειμμα ώστε να βγουν στο φουαγιέ και να κάνουνε τσιγάρο.»

Όταν είχαμε μιλήσει στο τηλέφωνο τις προάλλες – με αιφνιδιάσατε – όταν με ρωτήσατε εάν παρακολουθώ θέατρο. Είναι σημαντικό για εσάς ο θεατής να έχει μια ενεργή σχέση παρακολούθησης με τα όσα συμβαίνουν αυτή τη στιγμή στη θεατρική σκηνή της Ελλάδας;

Κοίτα δεν οφείλουν όλοι να βλέπουν θέατρο. Χωρίς να το αγνοώ όμως, είναι η δουλειά μου, την εκτιμώ, την αγαπώ και την σέβομαι.

Παρόλα αυτά όταν ένας άνθρωπος που λέει ότι παρακολουθεί θέατρο ή θέατρο για τους μικρότερους με έναν τρόπο με κερδίζει. Δηλαδή έχουμε μια κοινή συνισταμένη, ένα κοινό σημείο αναφοράς.

Χωρίς βέβαια να απορρίπτω και τους ανθρώπους που δεν έχουν μια άμεση σχέση και επαφή με το θέατρο. Εμένα μου αρέσει πάρα πολύ να παρακολουθώ.

Να βλέπω τις δουλειές συναδέλφων, τι ανεβαίνει στην Αθήνα ώστε να έχω μια εμπεριστατωμένη, μια πλήρη εικόνα για το τι γίνεται στην πόλη μου.

Είναι κι αυτός ένας λόγος, που επιλέξατε ένα κείμενο που αν μη τι άλλο, διαφοροποιείται από όσα έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε να σκηνοθετούνται το τελευταίο διάστημα;

«Υποθέτω πως τον Μποστ είτε τον αγνοούν είτε τον σνομπάρουν. Τον θεωρούν κατά μια έννοια υποδεέστερο – κάτι που δεν το θεωρώ εγώ. Για εμένα είναι ένας μεγάλος Έλληνας θεατρικός συγγραφέας, ιδιοφυή, με εξαιρετική προσωπικότητα.

Ζωγράφος, γλύπτης, ποιητής: ένας άνθρωπος ο οποίος έπαιζε, σκηνοθετούσε αυτά που έκανε, έφτιαχνε τα κοστούμια.

Απετέλεσε μια πολυσχιδή προσωπικότητα, κι αν παρακολουθήσουμε τα κείμενα του μπορούμε να αντιληφθούμε το πόσο καινοτόμα υπήρξαν για την εποχή του. Ο ίδιος χρησιμοποιούσε μια ιδιαίτερη γλώσσα – σατίριζε την δημοτική ενώ με έναν τρόπο υπονόμευε την καθαρεύουσα.

Κι αυτό για μένα δείχνει μια ευφυία του πολυσύνθετου χαρακτήρα του. Πιστεύω ότι δεν έχει τύχει της αναγνώρισης που του αξίζει.»

Επομένως η επιλογή του έργου επρόκειτο περισσότερο για μια δική σας απόπειρα, προσωπική ώστε να του αποδώσετε μια μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα;

«Όχι, μου άρεσε πάρα πολύ το έργο. Με αφορά ο συγγραφέας ως έναν βαθμό. Αλλά μου αρέσει πάρα πολύ το έργο, το είχα παρακολουθήσει δυο, τρεις φορές και ήθελα πάρα πολύ να το κάνω.

Με τους δικούς μου όρους, αισθητική και τρόπο. Με έναν τρόπο νομίζω ότι αυτό το έχω καταφέρει. Πάντως, νομίζω γιατί ξέρεις κι εγώ αναρωτιέμαι.»

Η σύλληψη της ιδέας, πώς δουλεύτηκε όλο αυτό ώστε να γίνει παράσταση;

«Πάντα όταν ξεκινάω έχω μια συγκεκριμένη εικόνα του πώς θέλω να στηθεί μια παράσταση.

Ασχέτως, εάν με έναν τρόπο τελεσφορεί αλλά σίγουρα ήθελα να είναι κάτι που να θυμίζει μια ταινία, ένα film noir.

Χωρίς να είναι όμως εντελώς ασπρόμαυρο.

Να δίνει δηλαδή την αίσθηση του ασπρόμαυρου, χωρίς να είναι. Αυτό επιτυγχάνεται κιόλας με κάποιες πινελιές μπεζ και οπάλ που έχουν δοθεί στην οπτική ταυτότητα της παράστασης.»

Έχοντας δει και το φωτογραφικό υλικό της παράστασης, σε συνδυασμό με αυτό που αναφέρεται με μεταφέρει κάπως και στα σκίτσα, τις καρικατούρες του Μποστ. Αντιλαμβάνομαι πως υπάρχει και μια ανάγκη διατήρησης, όσο πιο ατόφιο γίνεται το έργο του. Ισχύει;

«Κοιτάξτε όλα έχουνε μια προέλευση, μια καταγωγή. Ένα έργο, το επιλέγεις γιατί σου αρέσει – κι όχι για να το κανιβαλήσεις.

Συνήθως αυτό συμβαίνει στην ελληνική πραγματικότητα. Επιλέγεις να κάνεις ένα έργο; αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα πως πρέπει να το αλλάξεις εντελώς από αυτό που είναι. Πρέπει να σεβόμαστε τα κείμενα. Δεν λέω ότι χρησιμοποιώ κάθε κείμενο ατόφιο.

Δοκιμάζεις και έπειτα επιλέγεις κάποια πράγματα – το επικαιροποιείς, με έναν τρόπο το φέρνεις στην πραγματικότητα. Στο σήμερα.

Χωρίς βέβαια να του αλλοιώσεις τη δομή, γιατί πρώτα από όλα το επέλεξες γιατί σου άρεσε ως κείμενο. Αν λοιπόν δεν σου αρέσει, δεν το επιλέγεις και κάνεις ένα έργο δικό σου.»

Η Φαύστα, ένα κείμενο που έχει γραφτεί τη δεκαετία του 60’ πώς συναντά στη δική σας ανάγνωση το επίκαιρο και την τωρινή πραγματικότητα;

«Μέσα από αυτό το κείμενο μιλάει για την Κίνα, δηλαδή τις αναδυόμενες οικονομίες. Θίγει ζητήματα που αφορούν την οικολογική καταστροφή, τις πυρκαγιές και τις συνέπειες που έχουν, σήμερα, στον πλανήτη μας. Ακόμα μιλάει για την ξιπασιά του ανθρώπου, που ενώ δεν έχει πολλά χρήματα, του δημιουργείται μια αίσθηση πλούτου χωρίς αυτή να υπάρχει πραγματικά.

Θα τα δείτε όλα στην παράσταση – πρόκειται για ένα κείμενο τόσο φρέσκο και χαριτωμένο που είναι σχεδόν αδιανόητο το πώς έχει γραφτεί τότε. Το μακρινό 1964. Είναι λες και έχει γραφτεί τώρα.»

Το έργο του Μποστ έχει παρθεί αυτούστιο, σωστά;  ο έμμετρος λόγος, ενδεχομένως, προκάλεσε δυσκολίες στους ηθοποιούς; τόσο στην εκμάθηση,την αποστήθιση αλλά και την ερμηνευτική προσέγγιση του κειμένου

«Πράγματι δεν έχω πειράξει καθόλου το έργο, έχει παρθεί αυτούσιο – παρά μόνο κάποια σημεία αφαιρέθηκαν που κρίθηκαν «περιττά» και δεν εξυπηρετούσαν την ευρύτερη ουσία της παράστασης.

Είναι ακριβώς το ίδιο έργο και εκεί όπου ο συγγραφέας υποδεικνύει – σε ένα δίστιχο – ότι εκεί μπαίνει τραγούδι, αυτό είναι τραγούδι, γράψαμε μουσική πάνω σε αυτό. Το κείμενο αυτό θέλει τους ηθοποιούς να είναι σε μια διαρκή εγρήγορση. Γεγονός το οποίο δίνει και την ευκαιρία στους ιδίους να αναδείξουν τα εκφραστικά τους μέσα – μιλώντας σε μια πιο εύληπτη γλώσσα, πιο σύνθετη.

Ο Μποστ μπερδεύει την δημοτική με την καθαρεύουσα, είναι έμμετρο το κείμενο σε δεκαπεντασύλλαβο – απλά δίνει την δυνατότητα αυτό το κείμενο, επειδή είναι πολύ ανάγλυφο και ευφάνταστο σαν τρόπος γραφής να δώσει στον ηθοποιό την ευκαιρία να αναδείξει τα εκφραστικά του μέσα: την άρθρωση του, τη σωματική του ικανότητα, την αισθητική τοποθέτηση στο χώρο. Η γλώσσα που μπορεί να μας φαίνεται λίγο ή πολύ παλαιομοδίτικη – δίνει μια άλλη αίγλη στην εκφορά του λόγου κάνει πιο μεγάλα τα κείμενα, προσδίδοντας τους μια μεγαλύτερη οντότητα – αφού ξεφεύγει από τον καθημερινό λόγο και τον καθιστά πιο επικό. Πόσο μάλλον στους ήρωες του έργου που μιλάνε αυτή τη γλώσσα.

Για αυτό και χρειάζεται μια αυξημένη επαγρύπνηση από πλευράς ηθοποιών.»

Η μουσική από τον Θέμη Καραμουρατίδη επιτρέπει την ομαλότερη εκφορά αυτού του έμμετρου λόγου – εννοώντας ότι λειτουργεί σαν μια ηχητική παρτιτούρα για τον ηθοποιό; Λειτουργεί η μουσική ως μέσο εγγραφής της ουσίας του έργου, αφού η παρακολούθηση του έμμετρου λόγου μπορεί ενίοτε να δυσκολεύει τον θεατή;

«Βεβαίως, καθώς η παράσταση είναι ένα μικρό μιούζικαλ. Αποτελείται από μικρά μουσικά μέρη – χωρίς όμως να έχει τον αυστηρό κορμό μιας μουσικής παράστασης, ούτε ενός μιούζικαλ.

Επομένως, τα τραγούδια δεν είναι πολυάριθμα του τύπου δεκαπέντε ή ακόμα και είκοσι δύο. Έχει δέκα με δώδεκα τραγούδια τα οποία είναι πάρα πολύ μικρά. Γενικότερα, είναι μια παράσταση στην οποία ο λόγος ακούγεται καθαρά για ένα χρονικό διάστημα και έπειτα ακολουθεί και η μουσική.

Είναι με έναν τρόπο, πολύ σοφά τοποθετημένα αυτά τα τραγούδια από τον Θέμη Καραμουρατίδη. Είναι και μια σκηνοθετική, δική μου, προσωπική επιλογή οι παραστάσεις μου να συνοδεύονται από μουσική. Θέλω όταν εισέρχεται ο θεατής στην αίθουσα να τον υποβάλει η μουσική αλλά και όταν φεύγουνε από την παράσταση, μετά το χειροκρότημα και την υπόκλιση των ηθοποιών να τους συνοδεύει μια ηχητική υπόκρουση.

Ιδανικότερα, με την μουσική της παράστασης, ή ακόμα και με μια μουσική που θα τους θυμίζει το έργο που μόλις παρακολούθησαν. Κι αυτό συμβαίνει γιατί απλούστατα και εγώ ο ίδιος λατρεύω τη μουσική. Είναι μεγάλο μέρος της ζωής μου, ζω με αυτήν.

Στο δεύτερο ερώτημα – ναι. Με έναν τρόπο είναι κιόλας ένα αναπόσπαστο κομμάτι της παράστασης. Εξυπηρετεί όμως την παράσταση.

Είναι πιο πολύ βοηθητική και υποστηρικτική – δεν την συναγωνίζεται. Κυνικά μιλώντας, η παράσταση «Φαύστα», αλλά και η κάθε παράσταση, θα μπορούσε να ανέβει χωρίς μουσική. Το ζήτημα όμως είναι, η υποστήριξη της παράστασης μέσω της μουσικής ώστε να την κάνουμε πιο ευφάνταστη και χαρούμενη. Να αρέσει και στον κόσμο.»

Υπογραμμίζω τη φράση σας «πιο χαρούμενη» – καθώς έχω την εντύπωση πως ολοένα και λιγότερο οι παραστάσεις που παρακολουθούμε αφορούν και αποσκοπούν εκ των υστέρων στο να προκαλέσουν αυτό το συναίσθημα στον θεατή. Κυρίως πρόκειται για την ανάγκη ανάδυσης ενός κάποιου προβληματισμού. Σωστά;

«Είμαι ένας άνθρωπος που είμαι φύσι αισιόδοξος. Το θέατρο που με εκφράζει αυτή τη στιγμή, είναι ένα θέατρο της Χαράς.

Δεν θέλω στις παραστάσεις μου, να προβληματίζεται δυσάρεστα ο κόσμος. Δεν με αφορά, τουλάχιστον δεν με αφορά αυτή τη στιγμή.

Σίγουρα, η περίοδος που διανύουμε δεν είναι και η πιο ευχάριστη: με όλα αυτά που συμβαίνουνε στον κόσμο, με όλα αυτά τα δυσάρεστα τέλος πάντων που βλέπουμε να εκτυλίσσονται σε όλη την υφήλιο.

Συναντάω ανθρώπους που ζορίζονται είτε οικονομικά, είτε συναισθηματικά, επαγγελματικά – άνθρωποι οι οποίοι είναι στο άμεσο, κοντινό περιβάλλον μου. Για μένα το θέατρο πρέπει να έχει μια πιο φωτεινή διάθεση.

Και εν πάση περιπτώσει να σας το αναφέρω και έτσι, για πιο πρακτικούς λόγους: όταν ένας άνθρωπος πληρώνει ένα συγκεκριμένο ποσό – θέλω να του παρουσιάσω κάτι που θα του φτιάξει τη διάθεση.»

Γνωρίζω πως έχετε κάνει και αρκετές δουλειές ως voice actor – η επιλογή του Θάνου Λέκκα για αφηγητή του έργου, λειτουργεί ως διακειμενική πινελιά αναφοράς στην δική σας προσωπική πορεία;

«Πράγματι. Αυτή είναι μια δική μου επιλογή – που εξυπηρετεί ακριβώς αυτό. Πρόκειται για κάποια κείμενα του Μποστ, τα οποία εγκιβώτισα με έναν τρόπο στην παράσταση.

Όταν για παράδειγμα ζητάμε στην παράσταση να κλείσουν τα κινητά τους οι θεατές – χρησιμοποιήσαμε έναν πιο ευφάνταστο τρόπο. Αντί να βάλω ένα τετριμμένο μήνυμα που να αναγγέλλει «σας παρακαλώ πολύ όπως κλείσετε τα κινητά σας τηλέφωνα..» – βάζω τον Μποστ να μιλήσει, δηλαδή τον Βασίλη Λέκκα. Ακόμα, υπάρχουν κάποιες στιγμές όπου οι ηθοποιοί, οι ήρωες του έργο, προβληματίζονται – τότε σαν από μηχανή θεός δίνει την λύση ο Μποστ. Κι όλα αυτά προστεθήκαν από κείμενα του ίδιου του συγγραφέα και είναι συμπληρωματικά στο αυτούσιο έργο της «Φαύστας».

Ο Θάνος Λέκκας είναι ένας εξαιρετικός συνεργάτης με τον οποίο έχω συνεργαστεί επανειλημμένα – και νομίζω ότι είναι η καταλληλότερη φωνή για τον Μποστ. Θα τον ακούσετε στην παράσταση.»

Πόσο πολύ σας απασχόλησε το κομμάτι του Μποστ ως χρονογράφου – εννοώντας ότι υπήρξε σε μια περίοδο όπου το τότε «δίπολο» υπήρξε ένα γλωσσικό ζήτημα, δημοτικής και καθαρεύουσας. Κι αν βλέπετε στο σήμερα ένα τέτοιο μεταλλαγμένο δίπολο στην ελληνική πραγματικότητα.

«Η ελληνική κοινωνία, είναι μια κοινωνία ακραίων αντιθέσεων. Είναι χωρισμένοι όχι σε δύο, αλλά σε τρία και τέσσερα στρατόπεδα.

Κι αυτό που αρέσει σε εμένα, μπορεί στον άλλον να μην αρέσει και ούτω καθεξής. Εμένα δεν με αφορά αυτό.

Παρότι ισχύει στην ελληνική κοινωνία αυτό, η προσωπική μου στάση απέναντι σε αυτά τα ζητήματα είναι ότι: ο καθένας κάνει τις δικές του προσωπικές επιλογές, έχει τις δικές προτιμήσεις και με έναν τρόπο είναι σεβαστές όταν δεν με ενοχλούν ή όταν δεν προσβάλουν τον ηθικό μου κώδικα.

Με ενοχλούν γενικότερα οι ακραίες συμπεριφορές.

Προσπαθώ να είμαι όσο πιο ευγενής γίνεται και να δέχομαι την άποψη του «άλλου».

Αν δεν μου αρέσει μια άποψη απλά δεν ακολουθώ αυτό τον άνθρωπο. Δεν συνδιαλέγομαι, αλλά δεν σημαίνει ότι όταν ένας άλλος άνθρωπος έχει μια αντίθετη άποψη απέναντι μου θα χιμήξω για να τον κατακρεουργήσω. Δυστυχώς δεν συμβαίνει πάντα έτσι. Μακάρι να το βλέπαμε όλοι κάπως έτσι.

Ακόμα και στην πολιτική τοποθέτηση των πραγμάτων, διακρίνω ακραίες συμπεριφορές. Με το πώς δηλαδή οι άνθρωποι διαχειρίζονται την πολιτική, ακόμα και κομματική τους, ταυτότητα. Αυτό με έναν τρόπο με στεναχωράει, περισσότερο από ότι με ενοχλεί.

Σιχαίνομαι τα άκρα από οπουδήποτε κι αν αυτά προέρχονται. Δεν μπορώ να τα αποκωδικοποιήσω, με ταράζουνε.»

Στην τελική και στο έργο που επιλέξατε να ανεβάσετε – ο ίδιος ο Μποστ δεν είναι ότι παίρνει μια σαφή θέση ως προς μια κατεύθυνση. Αντιθέτως, παίρνει μια ισότιμη απόσταση και είναι καυστικός και με τις δύο πλευρές του νομίσματος.

«Ο Μποστ, δεν ήταν ένας απλός διπλωμάτης. Δεν τον απασχολούσαν αυτά. Είχε περάσει σε ένα άλλο επίπεδο σκέψης. Τον ενδιέφεραν οι άνθρωποι που είχαν κάτι να του δώσουν. Δεν τον ενδιέφεραν ούτε οι ιδεολογίες, ακόμα κι αν ακούγεται λίγο πεζό αυτό, για εμένα είναι πολύ μεγάλη λύτρωση.

Υπάρχουν και πράγματα πέραν από τις ιδεολογίες. Υπάρχει και η αξία της ζωής, του ανθρώπου.

Έχω γνωρίσει πολύ κόσμο με διαφορετικές κομματικές τοποθετήσεις και μπορώ να σας πω ότι έχω εκπλαγεί βαθύτατα. Μπορεί να μην αποδέχομαι στο έπακρο το τι υποστηρίζει ένας άλλος άνθρωπος αλλά μπορώ να αποδέχομαι τους ανθρώπους ολοκληρωτικά με το πώς συμπεριφέρονται σε ένα κοινωνικό σύνολο.

Αγαπάει τους ανθρώπους του, είναι ελεήμον, φροντίζει τα ζώα, αγαπάει το περιβάλλον. Κι όταν όλα τα άλλα είναι πολύ μακριά από τη δική μου ιδεολογική τοποθέτηση –δεν μπορώ να μην αναγνωρίζω τον αγώνα του άλλου ανθρώπου, τα προτερήματα, στον τρόπο που μετέχει στα κοινά.

Να στο πω και έτσι: η κομματική τοποθέτηση δεν ήταν και δεν θα γίνει ποτέ ο λόγος για τον οποίο θα επιλέξω να έχω έναν άνθρωπο στη ζωή μου. Δεν με αφορά.»

Τι θα θέλατε να πάρει ο θεατής φεύγοντας από αυτή την παράσταση;

«Πάντα θέλω να φεύγουν οι θεατές μου και να χαμογελούν. Αυτό με ενδιαφέρει: να πουν είδα μια καλή παράσταση. Γνωρίζοντας κιόλας πως διανύουμε μια τόσο δύσκολη περίοδο δεν θα ήθελα να σκεφτούν πως τα χρήματα που ξόδεψαν δεν άξιζε αυτό που παρακολούθησαν.»

Η Υπόθεση του έργου «Φαύστα»: 

Η Φαύστα και ο Γιάννης χάνουν το τετραετές κοριτσάκι τους, το Ριτσάκι, στη θάλασσα. Όμως, η αναζήτησή τους είναι μάταιη, αφού το έχει καταπιεί ένα «θαλάσσιον κήτος-ένα θαλάσσιον τέρας». Χρόνια μετά, το Ριτσάκι θα βρεθεί στην κοιλιά ενός ψαριού… που θα ψαρέψει ο πατέρας της!

Μόνο που η χαρά της επιστροφής της «απωλεσθείς κόρης» δεν θα κρατήσει πολύ. Θα τη φάνε… οι γάτοι, επειδή μυρίζει ψαρίλα! Έτσι, το «πρωτοποριακό» queer ζεύγος Ιατρού, το οποίο ζητά το Ριτσάκι σε γάμο ‒με συνοικέσιο‒ για λογαριασμό του ομοιοπαθούς υιού τους, αναχωρεί άπραγο από την οικία της Φαύστας.

Η «Φαύστα» του Μποστ, ένα υπερβατικό θεατρικό έργο σε έμμετρο λόγο που σατιρίζει τη μικροαστική προσποίηση μέσα από ένα παιχνίδι συμφυρμού πομπώδους ύφους και ψευτολόγιας ανορθογραφίας, έχει πάντα στραμμένο το βλέμμα της ‒προφητικά, θαρρείς‒ στο μέλλον. Δηλαδή, στο δικό μας σήμερα. Στηλιτεύει με φινέτσα και γούστο όλες τις παθογένειες που εξακολουθούν να καθορίζουν τις ζωές μας, από τις οποίες δεν έχουμε απαλλαγεί ακόμη.

Και όλα αυτά μας κάνουν να γελάμε με την ημιμάθεια, τη «δηθενιά», τη σοβαροφάνεια, την κατεστημένη κουλτούρα, μέσα σε ένα κλίμα γιορτής και τέρψης, ανατροπής και πρωτοπορίας.

Ταυτότητα Παράστασης: 

Σκηνοθεσία | Τάσος Πυργιέρης, Πρωτότυπη μουσική σύνθεση | Θέμης Καραμουρατίδης, Σκηνικά-κοστούμια | Ελίνα Δράκου, Σχεδιασμός φωτισμών | Στέβη Κουτσοθανάση, Συνεργάτης φωτιστής | Γιώργος Σπηλιόπουλος, Φωνητική διδασκαλία | Χρήστος Θεοδώρου, Βοηθός σκηνοθέτη | Σοφία Καστρησίου, Ειδικές κατασκευές | Βασιλική Τσιλιγκρού, Φωτογραφίες | Κωνσταντίνος Λέπουρης, Social media | Social Wave Ath, Trailer | Γιώργος Δασκαλόπουλος, Μακιγιάζ | Σοφία Καραθανάση, Κομμώσεις | Ξένια Μουτέν, Κατασκευή σκηνικού | Χρήστος Χαμζαλάρης, Βοηθός ενδυματολόγου | Παρθενία Τσεκούρα, Οργάνωση παραγωγής | Νίκος Τσαούσης, Διεύθυνση παραγωγής | Άννα Κουρελά, Βοηθός παραγωγής | Θωμάς Ντάβανος, Νομικός σύμβουλος | Δημήτρης Καλοχαιρέτης

Ηθοποιοί:

Φαύστα | Τζίνη Παπαδόπουλου, Μαριάνθη | Βασιλική Δέλιου, Γιάννης | Πέτρος Σκαρμέας, Ελένη, Κύριος Ιατρού | Χρήστος Σταθούσης, Κύριος Ιατρού | Ντίνος Γκελαμέρης, Ριτσάκι | Μαριλένα Μόσχου, Νέος (υιός Ιατρού) | Δημήτρης Γαλανάκης, Στη φωνή του Μποστ ακούγεται ο Θάνος Λέκκας

*Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης (Αίθουσα Αιμίλιος Ριάδης Μ2) | Παραστάσεις και ώρες: Παρασκευή 9 Ιανουαρίου και Σάββατο 10 Ιανουαρίου στις 20:30 | Εισιτήρια και τιμές: 15 ευρώ και 10 ευρώ (μειωμένο) | Ηλεκτρονικά εισιτήρια: Εδώ

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα