Θέατρο

Βάκχες του Ευριπίδη: Μια φαινομενικά «ασυγχώρητη» σκηνική συνθήκη στο Θέατρο Γης

Μια πρώτη ματιά στις υβριδικές «Βάκχες» του Javor Gardev με τους Tiger Lillies που έρχονται για μια βραδιά στη Θεσσαλονίκη

Ανδρέας Νεοκλέους
βάκχες-του-ευριπίδη-μια-φαινομενικά-1491964
Ανδρέας Νεοκλέους
Προσθέστε την parallaximag.gr ως προτεινόμενη πηγή στη Google

Βρίσκομαι σε μια δυσχερή θέση, κι αυτό γιατί έχω παρακολουθήσει ένα μυστικό που μοιραστήκαμε σχεδόν 100 άτομα. Δευτέρα, 29 Ιουνίου, Θέατρο Γης – λίγο πριν η πανσέληνος της φράουλας αναδυθεί πάνω από την βραχώδη γη που υψώνεται αριστερά της ημικύκλιας πλατείας.

Τα χρώματα του ουρανού παραμένουν ακόμα μια απαλή απόχρωση της θαλάσσης, ενώ ο ήλιος που σίγουρα δύει, παραχωρεί γενναιόδωρα μικρές φλούδες ροδάκινων για να μας χορτάσει με το μάτι – ακριβώς για αυτό γενναιόδωρα, επιτρέψτε μου, καθώς σπάζουμε έστω και έτσι μια άτυπη νηστεία.

Σε λίγο πρόκειται να μας χαράξει εκ νέου στη συνείδηση, μια γνώση – που ξεχασμένη μάλλον έχει βυθιστεί στη λήθη – ο κορυφαίος των τραγικών Ευριπίδης.

Ίσως εάν με ρωτούσατε μια εβδομάδα πριν ή έστω δύο, να σας έλεγα με ακριβείς λεπτομέρειες – κιόλας – τα όσα είδα να εκτυλίσσονται εκείνο το βράδυ στο σκηνικό ανέβασμα/ανάγνωση του Βούλγαρου δημιουργού και σκηνοθέτη Javor Gardev.

«Επάνω σ’ αυτό το νήμα / ισορροπεί ο ακροβάτης / ο αναγνώστης στο ποίημα / όλη η γη στον καμβά της / άκρες δεν έχει ο κύκλος / ούτε και τέλος ο χρόνος / παρηγοριά είναι ο στίχος / ο κάθε επόμενος όμως» λέει ο κος Κ. στο τραγούδι του “εν κινήσει”.

Πάνω σε ένα τέτοιο λεπτό νήμα ισορροπώ κι εγώ καθώς γράφω. Γιατί η εμπειρία εκείνης της βραδιάς ήρθε να συναντήσει μια άλλη πρόσφατη θεατρική μου ανάμνηση, τις πρόβες της Λυσιστράτης και μια κουβέντα που είχα με τον Κώστα Σαντά. Μου είχε πει τότε όταν τον ρώτησα για τον ρόλο που υποδύεται:

«Για μένα, το ωραιότερο στοιχείο στο θέατρο είναι ο αιφνιδιασμός του θεατή, η έκπληξη. Αν, αντίθετα, πας στο θέατρο προκατειλημμένος, έχοντας στο μυαλό σου μια έτοιμη εικόνα για το πώς “πρέπει” να είναι η παράσταση, ουσιαστικά δημιουργείς έναν δικό σου κόσμο.

Περιμένεις να δεις τη δική σου σκέψη να υλοποιείται στη σκηνή και, όταν αυτό δεν συμβαίνει, το πιθανότερο είναι να απογοητευτείς».

Κρατώντας αυτή τη σκέψη ως οδηγό, δεν είναι σκοπός μου να σας στερήσω τον αιφνιδιασμό, ούτε να σας παραδώσω μια έτοιμη εικόνα – απογοητεύοντας.

Θέλω απλώς να σας προετοιμάσω, προσφέροντας τα απολύτως απαραίτητα: λίγα λόγια για το κείμενο, τον σκηνοθέτη, για κάποιες από τις επιλογές, ένα απαλό σπρώξιμο τέλος πάντων γιατί εν κινήσει η ζωή συμβαίνει.

Οι Βάκχες του Ευριπίδη

Ο Διόνυσος κουβαλάει στο αίμα του μια διπλή, παράδοξη φύση. Γιος του Δία και μιας θνητής, της Σεμέλης, της κόρης του βασιλιά Κάδμου. Η ιστορία του ξεκινά μέσα από τις φλόγες. Η Σεμέλη, παρασυρμένη από τη ζηλόφθονη παγίδα της Ήρας, ζήτησε να αντικρίσει τον εραστή της σε όλο του το θεϊκό μεγαλείο.

Το θνητό της σώμα όμως δεν άντεξε την πύρινη παρουσία του Θεού και τυλίχθηκε στις φλόγες. Μέσα από εκείνη τη φωτιά, ο Δίας πρόλαβε να αποσπάσει το αγέννητο παιδί τους. Για να το προστατεύσει από την Ήρα, το έκρυψε, ράβοντάς το βαθιά μέσα στον δικό του μηρό μέχρι να έρθει η ώρα του.

Από εκεί, από το σώμα του ίδιου του πατέρα του, ο Διόνυσος θα αντικρίσει για δεύτερη φορά το φως. Στην αρχαία Ελλάδα, τα ονόματα δεν ήταν ποτέ τυχαία, καθρέφτιζαν τη μοίρα και την πορεία του καθενός. Έτσι και ο Διόνυσος ονομάστηκε έτσι για να θυμίζει την ίδια του την ουσία: αυτός που γεννήθηκε δύο φορές.

Η πλοκή

Ο Διόνυσος επιστρέφει στην Ελλάδα από τα βάθη της Ασίας, αποφασισμένος να επιβάλει τη λατρεία του. Μαζί του φέρνει τις Μαινάδες, ιερείς παραδομένες σε μια κατάσταση θεϊκής μανίας.

Οι τελετουργίες της νέας αυτής θρησκείας δεν μοιάζουν με τίποτα απ’ όσα ήξερε ο αρχαίος κόσμος. Είναι ομαδικά όργια έκστασης, που ξεσπούν μακριά από την ασφάλεια των τειχών, ελεύθερα στη φύση.

Στις Βάκχες του Ευριπίδη, το σκηνικό αυτού του θείου δράματος στήνεται στη Θήβα. Στο τιμόνι της πόλης βρίσκεται πλέον ο Πενθέας, ο νεαρός εγγονός του Κάδμου και γιος της Αγαύης.

Όμως η διονυσιακή μανία έχει ήδη κυριεύσει τις γυναίκες της Θήβας. Εγκαταλείπουν τα σπίτια και τις οικογένειές τους και, παρασυρμένες από την ιερή έκσταση της βακχείας, τελούν οργιαστικά μυστήρια στις ερημιές του Κιθαιρώνα.

Το όνομα του τραγικού ήρωα, “Πενθέας”, που σημαίνει Πένθος. Είναι άραγε τυχαίο;

Ο ίδιος αρνείται να δεχτεί τον Διόνυσο. Τον κατηγορεί ως ψευτοθεό, ως έναν φτηνό γόη που παραπλανά τις γυναίκες και τις σπρώχνει στην ακολασία. Αυτή είναι η ύβρις του Πενθέα.

Δεν μπορεί να συγχωρέσει το γεγονός ότι θύματα αυτής της σαγήνης έχουν πέσει η ίδια του η μητέρα, η Αγαύη, αλλά και οι θείες του, η Ινώ και η Αυτονόη, οι αδελφές της νεκρής Σεμέλης.

Αυτές οι τρεις γυναίκες, μάλιστα, είναι που ηγούνται τώρα των βακχικών θιάσων που αναστατώνουν τον Κιθαιρώνα. Η εκδίκηση του Διονύσου για την ασέβεια του βασιλιά θα είναι ολοκληρωτική. Και το δράμα κλείνει με έναν τρόπο παράδοξο. Ο Ευριπίδης, ο δημιουργός που καθιέρωσε τον “από μηχανής θεό”, εδώ φτάνει στο άλλο άκρο.

Μας παρουσιάζει έναν αμήχανο θεό. Αυτό προδίδει όπως λέει και ο Χειμωνάς στην τελευταία του κουβέντα, που μοιάζει με ψίθυρο, «με μια σχεδόν άναρθρη απολογία»:

«Δεν φταίω εγώ για όλα αυτά. Άλλος τα αποφάσισε – και μάλιστα, από πολύ παλιά»

Η αρχαία τραγωδία ως κοινή μας ρίζα

Πώς καταφέρνει, όμως, η τραγωδία να ξεκλειδώνει τις καλά οχυρωμένες συγκινήσεις μας; Πώς απελευθερώνει εκείνες τις κρυμμένες, απαγορευμένες εντάσεις του ψυχισμού μας;

Για να μην χρησιμοποιήσουμε λέξεις πολύ βαριές —και ακολουθώντας πνεύμα του Γιώργου Χειμωνά— ίσως χρειάζεται να “ελαφρύνουμε” κάπως την ορολογία μας.

Είναι εξάλλου στη φύση της τραγωδίας να εκλαϊκεύει, να δίνει σχήμα και μορφή στις βαθιές, υπόγειες φιλοσοφικές και συναισθηματικές δυνάμεις που την τροφοδοτούν.

Επομένως, όταν γεννήθηκε η ατομική συνείδηση του ανθρώπου, γεννήθηκε μαζί της και η αίσθηση του θανάτου. Αυτό ήταν το δικό μας “προπατορικό αμάρτημα”: η στιγμή που οδήγησε στην πτώση του ανθρώπινου γένους, γεννώντας όχι τόσο την ενοχή, όσο ένα ισόβιο, υπαρξιακό πένθος.

Από τον θάνατο γεννήθηκε η συγκίνηση, και από τη συγκίνηση η τέχνη.

Η τραγωδία, ως μια τέχνη επιστροφής στις ρίζες μας, μας επαναφέρει στην πιο καθαρή μορφή αυτής της συγκίνησης. Στο πένθος. Κάθε φορά, μας υπενθυμίζει μια αμετάκλητη αλήθεια πως ο πόνος δεν θα πάψει ποτέ να μας συγκλονίζει.

Κι όμως, αυτό που ξύνει τις πληγές του πόνου, κρύβει μέσα του μια παράξενη ηδονή. Αυτή είναι η μεγάλη αντίφαση της τραγωδίας, η λεγόμενη τραγική ηδονή.

Η κάθαρση της γνώσης

Στο τέλος της διαδρομής έρχεται η κάθαρση, που δεν είναι τίποτα άλλο από την κάθαρση της γνώσης. Γιατί αυτό είναι στην ουσία της η ελληνική τραγωδία.

Εκείνη η στιγμή που ο άνθρωπος συνειδητοποιεί την ευθύνη που φέρει απέναντι στον κόσμο επειδή ακριβώς γνωρίζει.

Στις Βάκχες, βέβαια, η κάθαρση αυτή οδηγεί σε ένα παράλογο, σχεδόν ειρωνικό αδιέξοδο. Γιατί, όπως σοφά αποτυπώνεται στη σκέψη του Γιώργου Χειμωνά:

«Η Τέχνη πρέπει πάντα να είναι καθαρή, αφού δεν μπορεί ποτέ να είναι σαφής»

Μια φαινομενικά «ασυγχώρητη» σκηνική συνθήκη στο Θέατρο Γης

Αρχικά, συγχωρώ μπορεί και να σημαίνει «κάνω τόπο για να κάτσουμε μαζί», «μοιράζομαι τον ίδιο χώρο με κάποιον» ή ακόμα και «υποχωρώ για να περάσει ο άλλος». «If we opened people up, we’d find landscapes» λέει η Agnes Varda.

Στην παράσταση του Javor Gardev στο Θέατρο Γης, αυτή η σκηνική συνθήκη γίνεται κυριολεκτικά ασυγχώρητη, επειδή ακριβώς αρνείται πεισματικά να κάνει χώρο. Αυτό τουλάχιστον διακρίνω από τη θέση που πήρα αριστερά της πλατείας.

Έτσι, βρίσκομαι μπροστά σε μια οχυρωμένη, έγκλειστη και ημικύκλια Θήβα. Έσωθεν της πόλης τρία επίπεδα όπου στο τελευταίο και υψηλότερο είναι στημένοι οι Tiger Lillies το διεθνούς φήμης βρετανικό συγκρότημα, συμμετέχοντας ταυτόχρονα στη δράση ως σκοτεινοί τροβαδούροι και μέλη του χορού.

Την πρωτοκαθεδρία έχει λοιπόν η μουσική. Στο ενδιάμεσο βρίσκεται ένα επίπεδο που αντλεί από την θέση που κατέχει την σημασιολογία που αποκτάει στην ίδια την παράσταση.

Το μεταίχμιο ανάμεσα στον εγκλωβισμό και την απελευθέρωση, ανάμεσα στο άλογο στοιχείο και τη λογική, ένα πεδίο απόλυτης αντίφασης – ο αποφατισμός.

Την ίδια στιγμή, στο χαμηλότερο επίπεδο, ακριβώς προ των πυλών διαδραματίζονται, κατά κύριο λόγο, όλα εκείνα που προσπαθούν μανιωδώς να εμποδίσουν το «έξω» των Βακχών να εισβάλει στην πόλη.

Τα “τείχη” της πόλης σκηνογραφικά (Nikola Toromanov) αποδίδονται με τρόπο κατ’ εμένα πανέξυπνο. Είναι επί της ουσίας κιγκλιδώματα ροής/transits, οδηγοί προς κάποια κατεύθυνση, στοιχισμένα κάγκελα που βλέπουμε σε γήπεδα ή αεροδρόμια όπου με έναν τρόπο υπογραμμίζουν τη σημασία αυτής της μπερδεμένης – τερματικής κι από τις δύο πλευρές – καμπύλης.

Κάποτε εύκολη η έξοδος, ωσάν πόρτα περιστρεφόμενη ξενοδοχείου και άλλοτε δύσκολη, όπως στην είσοδο του Χορού, όπου προηγείται σωματικός έλεγχος από τους υπηρέτες του νεαρού ηγεμόνα.

Ο Gardev στήνει μια υβριδική, πολυεθνική κοινότητα που μοιράζεται ως lingua franca το κείμενο του Ευριπίδη (αλλά και την αγγλική γλώσσα), για να μιλήσει ανοιχτά για το συλλογικό ασυνείδητο των Βαλκανίων, εκεί όπου η μισαλλοδοξία γεννιέται ως πολιτική μορφή του φόβου απέναντι στον «άλλο».

Εικάζω πως αυτή η αναλογία καθρεφτίζεται στη διανομή των ρόλων.

Στις θέσεις της θεσμικής εξουσίας, εντός των τειχών της πόλης, βρίσκονται οι Έλληνες ηθοποιοί (ο Κάδμος, ο Πενθέας, μάλλον και η Αγαύη). Είναι οι εκπρόσωποι της κατεστημένης τάξης, της λογικής και της δομημένης κοινωνίας που πασχίζει να αμυνθεί.

Αντίθετα, οι Βούλγαροι ηθοποιοί τοποθετούνται στους ρόλους εκείνους που ξεφεύγουν από τα όρια της συμβατικής λογικής, σε θέσεις που η εξουσία δυσκολεύεται να πιάσει. Στον Διόνυσο, τον ξένο, τον θεό που έρχεται να ανατρέψει τα πάντα και στον μάντη Τειρεσία, που κινείται στο μεταίχμιο του ορατού και του αόρατου κόσμου.

Επιτρέψτε μου μονάχα να κάνω και μια ξεχωριστή μνεία τόσο για τα κοστούμια (Ηλένια Δουλαρίδη) όσο και την χορογραφία (Uršula Teržan) που θεωρώ ότι παίζουν καταλυτικό ρόλο, συνδυαστικά στο κτίσιμο αυτής της καμπαρέ, film noir, Tim Burton πλην νωχελικής, αισθητικής που διαπερνά την παράσταση.

Αντί επιλόγου, ένα τραγούδι που πέραν της μουσικής των Tiger Lillies που κάθισε μέσα μου (are you happy?) με συνόδεψε στην αποχώρηση μου εκείνο το Δευτεριάτικο βράδυ – (όχι, δεν είσαι μόνος / όχι, δεν είσαι μόνος)

*Θέατρο Γης | Τετάρτη 22 Ιουλίου στις 21:15 

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα