Τι μάθαμε από τον Κάρλο Γκίνζμπουργκ;
Ένα κείμενο του Αντώνη Λιάκου με αφορμή το θάνατο του σπουδαίου Ιταλού ιστορικού
Λέξεις: Αντώνης Λιάκος*
Η είδηση του θανάτου του Κάρλο Γκίνζμπουργκ (1939-2026) δημιούργησε μεγάλη συγκίνηση.
Ήταν ένας από τους πλέον πρωτότυπους ιστορικούς. Δεν μας άφησε μνημειώδεις συνθέσεις, αλλά πρότυπα βιβλία και άρθρα για τη μεθοδολογία, το στυλ αλλά και την ηθική της ιστορίας. Ανατράφηκε σε μια από τις κεντρικότερες οικογένειες της διανοητικής ζωής της Ιταλίας. Γιος της Ναταλίας Γκίσνζμοουργκ, μιας μεγάλης συγγραφέως, και του Λεόνε Γκίνζμπουργκ, καθηγητή και αντιφασίστα διανοούμενου, που πέθανε από τα βασανιστήρια των Ναζί στη φυλακή. Και οι δυο γονείς του ήταν Εβραίοι. Εβραίος αυτοπροσδιοριζόταν, όχι λόγω θρησκείας, όπως έγραφε ο ίδιος, αλλά φέρνοντας το βάρος της καταδίωξης. Αυτό το βάρος τον οδήγησε, και αποτυπώθηκε, στις πρώτες του έρευνες.
Τρία είναι τα βασικά βιβλία του Γκίνσμπουργκ: Το πρώτο, το 1966, έχει τον ιταλικό τίτλο «I benandanti: μαγεία και αγροτικές λατρείες στα 15ο και 16ο αιώνα». Με βάση τα αρχεία της Ιερής Εξέτασης, ερευνά εκείνα τα υποστρώματα λατρειών που επέζησαν για αιώνες στα λαϊκά στρώματα κάτω από την επίσημη θρησκεία, και τα οποία μετά την Αντιμεταρρύθμιση ανέλαβε να εξαλείψει η Ιερά Εξέταση και τα εκκλησιαστικά δικαστήρια. Το δεύτερο βιβλίο, και εκείνο που τον έκανε διάσημο σε όλο τον κόσμο, κυκλοφόρησε το 1976. Ήταν «Το τυρί και τα σκουλήκια.
Ο κόσμος ενός μυλωνά του 16ου αιώνα» (μεταφρασμένο και ελληνικά). Πρόκειται για μια υπόθεση που προκύπτει πάλι από τα αρχεία των εκκλησιαστικών δικαστηρίων. Ένας μυλωνάς (και ο Γκίνσμπουργκ μας εξηγεί ότι μυλωνάς τότε μια απομονωμένη αγροτική περιοχή ήταν κάτι σαν πρακτορείο ειδήσεων και παράθυρο στον κόσμο), διέδιδε ιδέες για το πώς έγινε ο κόσμος και πώς προέκυψε η ζωή. «Σαν τα σκουλήκια που δημιουργούνται από το τυρί», γι αυτό και ο τίτλος. Αλλά φυσικά δεν μένει στον μυλωνά ο Γκίνσμπουργκ. Εκείνο που θέλει να μας πεί είναι ότι σε μια εποχή που έμπαιναν τα θεμέλια της επιστημονικής επανάστασης, στα πάνω στρώματα της κοινωνίας, υπήρχε και ένα ανάλογο ενδιαφέρον στα λαϊκά στρώματα τα οποία με τον τρόπο τους συνδύαζαν ετερόκλητα στοιχεία γνώσεων για να συγκροτήσουν τον δικό τους κόσμο. Αν εμείς γνωρίζουμε τον μισό κόσμο, αυτόν που δημιούργησε την επιστήμη και τον Διαφωτισμό, μας παρουσιάζει τον άλλο μισό, ο οποίος καταδιώχτηκε και χάθηκε. Τέλος το τρίτο βιβλίο του, που δημοσιεύτηκε το 1989 είχε τίτλο Νυχτερινή Ιστορία. Μια αποκωδικοποίηση των νυχτερινών συνάξεων των μαγισσών (Sabbath). Αν το προηγούμενο βιβλίο χαρακτηρίζεται ως το κατ’ εξοχήν παράδειγμα της μικροϊστορίας, σε τούτο απλώνει την έρευνά του σε ολόκληρη την Ευρασία και σε ενδείξεις που προέρχονται από ένα διάνυσμα αιώνων, για να ανιχνεύσει τα μυστικά μονοπάτια της διάδοσης μορφών έκστασης, μαγικών τελετουργιών και της λαϊκής μυθική και μυστικής γνώσης.
Πού οφείλεται όμως η διάδοση των έργων του, τα οποία μεταφράστηκαν σε πάρα πολλές γλώσσες και μπήκαν ως αναγνώσματα σε όλα σχεδόν τα πανεπιστημιακά τμήματα ιστορίας; Κυρίως στην μεθοδολογική καινοτομία. Αντί των μεγάλων συνόλων, ο Γκίνσμπουργκ επέλεξε τη μέθοδο της μικροϊστορίας, η οποία δεν είναι -όπως νομίζουν οι περισσότεροι- μια μικρή τοπική ιστορία που μας μαθαίνει μια λεπτομέρεια που δεν αναφέρεται στη μεγάλη και επίσημη ιστορία. Η μικροϊστορία, όπως εξηγεί ο ίδιος, είναι η εξαντλητική μελέτη μια πολύ μικρής υπόθεσης η οποία φαίνεται σαν ανορθογραφία στην εποχή της. Λεπτομέρεια που όταν τη συναντούμε, κάτι δεν καταλαβαίνουμε. Που κρίνουμε ότι κάτι δεν ταιριάζει με αυτό που ξέρουμε. Αυτή την υπόθεση, επειδή έχει πεπερασμένες πηγές, έχει τη δυνατότητα να την μελετήσει ο ιστορικός εξαντλητικά. Οπως ο κοινωνικός ανθρωπολόγος, κι εδώ θυμίζει την «πυκνή περιγραφή» του Κλίφορντ Γκίρτζ. Αυτή η μέθεοδος μας επιτρέπει όχι να μάθουμε για το μεγάλο από το μικρό, αλλά να διακρίνουμε την ύπαρξη καλά κρυμμένων κόσμων. Κρυμμένων, είτε επειδή τους επισκίασε ο κυρίαρχος τρόπος γνώσης, είτε επειδή οι ίδιοι, για να αποφύγουν την καταδίωξη, κρύφτηκαν και παρουσιάστηκαν ως κάτι άλλο. Αυτό, είναι σημαντικό, μας λέει πάλι ο Γκίνσμπουργκ, γιατί η ασυμμετρία δύναμης και εξουσίας, η οποία αποτυπώνεται και στη γνώση, επιβάλει μια ασυμμετρία που περιθωριοποιεί και αποσιωπά το διαφορετικό, το υπόγειο, το λαϊκό, εκείνο που δεν συμμορφώνεται. Φυσικά δεν είναι αφελής να ταυτίζεται φαντασιακά με τους καταδιωκόμενους. Ο ιστορικός και ο ανθρωπολόγος, θα γράψει ο Γκίνσμπουργκ, μοιάζει με τον ιεροεξεταστή. Ρωτούν με τον ίδιο τρόπο, ξεκινώντας από παρόμοιους τρόπους σκέψης. Ο Γκίνσμπουργκ δεν μιλούσε ως θεωρητικός της ιστορίας, αλλά στο βάθος, η συμβολή του είναι αυτή. Βλέπει την ιδιαιτερότητα της ιστορίας, σε σχέση με τις άλλες κοινωνικές επιστήμες όχι στην στατιστική μέθοδο, όχι στη γενίκευση, ούτε στην αναζήτηση των μέσων όρων. Την διακρίνει στην ανάδειξη εκείνων των πλευρών, εκείνης της γνώσης, εκείνων των συμπεριφορών, που δεν φωνάζουν, αλλά αφήνουν ίχνη. Γι αυτό θεωρούσε την ιστορική έρευνα κάτι σαν την ικανότητα του κυνηγού που μπορεί να διακρίνει τα ίχνη του θηράματος, ή του ντέτεκτιβ που θα διακρίνει όχι τί έσβησε ο δολοφόνος, αλλά τί παρά τη θέληση αποσιώπησης και απόκρυψης, άφησε πίσω του. Και αυτό, γράφει είναι αντικείμενο απόδειξης, και χρησιμοποιεί την ελληνική λέξη στα κείμενά του.
Με τη σειρά της, η ιστορία ως απόδειξη, μας λέει, έχει ηθική σημασία. Αναδεικνύει τα αποσιωποιημένα εγκλήματα, αντιπροσωπεύει τα θύματα στην ιστορία. Το τελευταίο του βιβλίο Ο δικαστής και ο ιστορικός (1991), αναφέρεται στη δίκη του Αντριάνο Σόφρι. Τελικά ήταν ο Σόφρι που έκανε γνωστό το θάνατο του Γκίνσμπουργκ. Η τελευταία ειρωνεία: Ο πρωταγωνιστής της τελευταίας του ιστορίας, μίλησε για τον θάνατο του συγγραφέα του.
Πηγή: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ / Ο Αντώνης Λιάκος είναι ιστορικός
