Κάναμε ριφιφί στο «Ριφιφί» του Σωτήρη Τσαφούλια
Μαγικές ιστορίες, μαγικές ερμηνείες και ένα τέλος που δεν μπορείς να βγάλεις από το μυαλό σου (spoiler alert)
Σε μια τηλεοπτική μεταφορά της περίφημης φράσης του Μπέρτολτ Μπρέχτ από την «Όπερα της Πεντάρας»: «Τι είναι η ληστεία μιας τράπεζας, μπροστά στην ίδρυσή της;» ο Σωτήρης Τσαφούλιας κατάφερε να ενώσει δύο ιστορίες που σημάδεψαν την Ελλάδα στα 90’s και να τις ενώσει τόσο μαεστρικά που μέχρι να προλάβεις να συνέλθεις από τη μία, έρχεται η δεύτερη και κυριολεκτικά σε καθηλώνει. Εδώ που τα λέμε, δεν είναι κι εύκολο να κάνεις ιστορικό ρεκόρ τηλεθέασης σε ένα συνδρομητικό κανάλι τόσων ετών, ούτε και να πιάνεις 9,1 βαθμολογία στο IMDb.
Στην πρώτη εικόνα λοιπόν ο δημιουργός καταφέρνει να μεταφέρει στην οθόνη, μέσα από ένα καστ μεγάλων ονομάτων της υποκριτικής (Χρήστος Χατζηπαναγιώτης, Πάνος Βλάχος, Βασίλης Χαραλαμπόπουλος, Προμηθέας Αλειφερόπουλος, Βλαδίμηρος Κυριακίδης) ό,τι ακριβώς πρέσβευαν τότε, ότι πρεσβεύουν και μάλλον ότι θα συνεχίσουν να πρεσβεύουν οι τράπεζες για τον μέσο πολίτη. Πλειστηριασμοί πρώτης κατοικίας, Τειρεσίας, δάνεια, χρεοκοπίες, ακάλυπτες επιταγές, σε έναν κόσμο που καταστρέφεται μέσα από διαδικασίες, μέσα από τις εποχές, αλλά είναι πάντα αυτός: Ο καπιταλισμός ηλίθιε.

Έχοντας ήδη γίνει γνωστή η αναφορά της σειράς στο ριφιφι του 1992 τέσσερις Δευτέρες, μπροστά στην οθόνη παρακολούθησα τη σειρά – με διάθεση «άντε και καλή τύχη μάγκες». Και δεν βαρέθηκα καθόλου, διότι τελικά, μέσα από αυτή την ιστορία μάθαμε πως κάποιοι απεκατεστησαν την αδικία απέναντι στο τέρας. Την αδικία που κρύβεται σε τόσες ανθρώπινες ιστορίες, σε τόσες ανθρώπινες ζωές, σε τόσα ανθρώπινα δράματα. Ακόμη κι αν οι ιστορίες αυτές, δεν οι ίδιες που πλαισίωσαν τους πραγματικούς δράστες του ριφιφί, στα μάτια τους, στην ενσάρκωσή τους ένιωθες την αγωνία και την λαχτάρα χιλιάδων ανθρώπων που βίωσαν παρόμοιες καταστάσεις, έχοντας πάντα ως κεντρικό άξονα τον ίδιο πρωταγωνιστή. Τις τράπεζες.
Ανείπωτες αλλά τόσο γνωστές ιστορίες αγνώστων που έφτασαν στο σημείο να ορθώσουν το τίποτα που δεν είχαν να χάσουν, απέναντι σ΄έναν γίγαντα, σ’ έναν γολιάθ, απέναντι στο ίδιο στο σύστημα που μπορεί να εξυψώσει τη διαφθορά, αλλά αν σε βρει λίγο μπόσικο, σου δίνει μια και σπρώχνει ακόμη πιο βαθιά μέσα στο χώμα. Μέσα από μικρές δόσεις χιούμορ και καυστικές ατάκες, οπώς κάθε σειρά με την υπογραφή Τσαφούλια, εάν τελικά καταφέρεις να ξεπεράσεις τη ζήλεια και χαρείς με την χαρά αυτού του «κάποιου που δεν είχε να χάσει τίποτα και κέρδισε τελικά τα πάντα», που νίκησε τελικά το θηρίο (σύστημα), η συνέχεια που σε περιμένει είναι ακριβώς αυτή που δεν περιμένεις.
«Να κάνω νάνι;»
Και αυτή είναι η ιστορία της κεντρικής πρωταγωνίστριας. Της Όλγας, που ενσαρκώνει η Ευαγγελία Μουμούρη στον πιο καθηλωτικό ίσως ρόλο μέχρι τώρα στην καριέρα της. Η Όλγα εκτός από εγκέφαλος του σχεδίου για το ριφιφί είναι και η μητέρα του μικρού Ιάσωνα. Στην πραγματικότητα είναι Γεωργία, η μητέρα του μικρού Παναγιώτη Βασιλλέλη, ο οποίος σε ηλικία 18 μηνών, διαγνώστηκε με νευροβλάστωμα τετάρτου σταδίου στο δεξιό επινεφρίδιο (μια πολύ επιθετική μορφή καρκίνου) και οι γιατροί ήταν κατηγορηματικοί: ο χρόνος που απομένει δεν είναι πολύς.
Ο μικρός Παναγιώτης νοσηλεύτηκε στο Νοσοκομείο Παίδων “Η Αγία Σοφία” στην Αθήνα για οκτώ μήνες. Υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση τον Ιανουάριο του 2000 και σε μεταμόσχευση μυελού των οστών τον Μάιο της ίδιας χρονιάς. Οι γιατροί έκαναν ό,τι μπορούσαν, αλλά κατέληξαν πως η μόνη ελπίδα για το παιδί βρισκόταν στις ΗΠΑ και συγκεκριμένα σε ένα πρωτοποριακό θεραπευτικό πρωτόκολλο στο Memorial Sloan Kettering Cancer Center. Το κόστος ήταν αστρονομικό όχι μονο για εκείνη την εποχή, αλλά και τώρα καθώς άγγιζε σχεδόν τις 300.000 ευρώ (ήτοι 100.000.000 δραχμές)· ήταν ένα ποσό αδιανόητο για κάθε οικογένεια πόσο μάλλον για εκείνους που ζούσαν από ένα απλό μεροκάματο.
Έτσι ο πατέρας (τον οποίο στη σειρά ενσαρκώνει ο Πυγμαλίων Δαδακαρίδης, σε έναν μικρό αλλά τόσο ουσιαστικό ρόλο), αναγκάζεται να καταφύγει στη μοναδική λύση που του απομένει για να σώσει το παιδί του: να απευθυνθεί στο ευρύ κοινό, μέσω της τηλεόρασης. Και η αλληλεγγύη ήταν τεράστια. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, σε έναν λογαριασμό που άνοιξε στο όνομα των γονέων και του μικρού Παναγιώτη, ένας υπάλληλος τηλεοπτικού σταθμού συγκεντρώθηκαν 296.291,16 ευρώ, αφού κινητοποιήθηκαν όλοι: Κόσμος έδινε από το υστέρημά του, μαγαζιά έβαζαν κουτιά, ο έρανος εξαπλώθηκε από άκρη σε άκρη της χώρας.

Τα πράγματα όμως δεν κύλησαν όπως έπρεπε. Στις 13 Ιουνίου του 2000, η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος προχώρησε στη δέσμευση του τραπεζικού λογαριασμού, καθώς έκρινε ότι η συγκέντρωση χρημάτων δεν ήταν νόμιμη βάσει ενός νόμου του 1931 περί εράνων, λαχείων και φιλανθρωπικών αγορών κατά τον οποίο η συλλογή δωρεών υπέρ ιδιωτών, επιτρέπεται αποκλειστικά σε συλλόγους, ιδρύματα και επιτροπές. Η απόφαση της τράπεζας τεκμηριώθηκε βάσει επιστολής του Υφυπουργού Υγείας, η οποία είχε αποσταλεί στην Ένωση Ελληνικών Τραπεζών στις 19 Οκτωβρίου 1999 στην οποία διευκρινιζόταν ότι το άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών για τη συγκέντρωση δωρεών απαιτούσε την έκδοση ειδικής άδειας από κοινού από τους Υπουργούς Οικονομικών και Υγείας.
Μέσα στα γραφειοκρατικά γρανάζια και τα τραπεζικά τερτίπια η κατάσταση της υγείας του παιδιού επιδεινώνεται δραματικά. Στις 16 Φεβρουαρίου, οι γιατροί διαπιστώνουν πολλαπλές μεταστάσεις, ο καρκίνος προχώρησε, και ο μικρός Παναγιώτης είχε εξαντληθεί. Στις 4 Μαρτίου 2001 (δύο μέρες μετά από την υπουργική απόφαση) το παιδί άφησε την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο της Λέσβου, χωρίς να λάβει ποτέ την εξειδικευμένη θεραπεία που οι γονείς του είχαν προσπαθήσει με κάθε τρόπο να του εξασφαλίσουν.
Γυρνώντας προς το μέρος της μητέρας του που το είχε αγκαλιά στο κρεβάτι του νοσοκομείου και μπροστά στις κάμερες των τηλεοπτικών καναλιών, ο Παναγιώτης ρώτησε «να κάνω νάνι;» κι αφού πήρε τη συγκατάθεση των γονιών του, έγυρε και ξεψύχησε.
Τραγική ειρωνεία: δύο ημέρες μετά τον θάνατό του, η τράπεζα εκταμίευσε 12 εκατομμύρια δραχμές, τα οποία δόθηκαν σε ιδρύματα για την καταπολέμηση παιδικών ασθενειών. Όταν ο τότε υπουργός Υγείας του ΠΑΣΟΚ, Αλέκος Παπαδόπουλος, ρωτήθηκε σε συνέντευξη Τύπου για την υπόθεση, αποκρίθηκε το εξής κατατοπιστικό: “Άλλη ερώτηση…”.
Η τελευταία σκηνή βρίσκει την Όλγα μόνη στο ζαχαροπλαστείο απέναντι από την τράπεζα που πήγαινε πάντα για να φάει -αυτή τη φορά- μια ολόκληρη την πάστα της, αντί για δύο κουταλιές που έτρωγε συνήθως, όσες δηλαδή πρόλαβε να απολαύσει ο γιος της κατά την τελευταία του επιθυμία λίγο πριν ξεκινήσει το μεγαλό του ταξίδι. Ταυτόχρονα παρατηρεί με βλέμμα κενό την αποκαθήλωση της τράπεζας που της στέρησε τα όνειρα. Τα δικά της, του παιδιού και του συζύγου της. Νίκησε, μα δεν μπορεί να πανηγυρίσει. Στα μάτια της καθρεφτίζεται ακόμη ο πόνος. Τελικά κανείς δε μπορεί να αποκαταστήσει την αδικία, παρα μονο να την εκδικηθεί.


