Αναβίωση παραδοσιακού οικισμού: Το Μεταξοχώρι Αγιάς στο «μικροσκόπιο» φοιτητών Αρχιτεκτονικής του Α.Π.Θ.
Από την κληρονομιά στην αναγέννηση - Όταν η πέτρα, η ιστορία και το όραμα γίνονται ένα
Επιμέλεια: Γιώργος Δαγιαλής
Στα πλαίσια του εργαστηρίου «Ιστορικά Σύνολα και Τόποι: Ανάπλαση – Αναβίωση» του 9ου εξαμήνου του τομέα «Αποκατάσταση και συντήρηση ιστορικών κατασκευών» στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Α.Π.Θ., πραγματοποιήθηκε, κατά το χειμερινό εξάμηνο Οκτωβρίου 2022 – Φεβρουαρίου 2023, η μελέτη του παραδοσιακού οικισμού Μεταξοχωρίου Αγιάς, στον νομό Λάρισας.
Βασικός στόχος του εργαστηρίου αποτέλεσε η αναγνώριση των αρχιτεκτονικών, χωρικών και κοινωνικών χαρακτηριστικών που συγκροτούν την ταυτότητα του οικισμού, καθώς και η διατύπωση στρατηγικών προστασίας και διαχείρισής τους.

Η μελέτη οργανώθηκε σε διαδοχικές φάσεις ιστορικής έρευνας, επιτόπιας καταγραφής και ανάλυσης, οι οποίες οδήγησαν στον καθορισμό ζωνών, όρων δόμησης και σχεδιαστικών κατευθύνσεων για τον οικισμό. Στη συνέχεια, αναπτύχθηκαν διαφορετικές προσεγγίσεις αρχιτεκτονικής επέμβασης, που αφορούσαν τον ανασχεδιασμό ασύμβατων κελυφών, την αποκατάσταση και επανάχρηση αξιόλογων ή ερειπωμένων κτιρίων, καθώς και την ένταξη νέας δόμησης στο ιστορικό περιβάλλον.
Ο οικισμός του Μεταξοχωρίου χωρίστηκε σε έντεκα περιοχές μελέτης, όπου η κάθε φοιτητική ομάδα ανέλαβε δύο από αυτές. Αρχικά, πραγματοποιήθηκε επιτόπια έρευνα στον οικισμό, με στόχο την αποτύπωση κτιρίων, τη φωτογραφική τεκμηρίωση και την καταγραφή στοιχείων που σχετίζονται με τη λειτουργία, τη μορφολογία και τη βιωματική εμπειρία του τόπου. Η παρούσα δημοσίευση ακολουθεί τη δομή και τις βασικές φάσεις της ερευνητικής και σχεδιαστικής διαδικασίας του εργαστηρίου.


Ιστορική έρευνα
Η ιστορική εξέλιξη του Μεταξοχωρίου συνδέεται άμεσα με την ανάπτυξη της σηροτροφίας και της οικοβιοτεχνικής παραγωγής υφασμάτων, δραστηριότητες που καθόρισαν τόσο την οικονομική όσο και τη χωρική συγκρότηση του οικισμού. Από τον 17ο έως και τον 19ο αιώνα, το χωριό γνώρισε διαδοχικές φάσεις οικονομικής ακμής, βασισμένες κυρίως στην παραγωγή και εμπορία μεταξιού και βαμβακομέταξων υφασμάτων προς την κεντρική Ευρώπη. Η ανάπτυξη αυτή περιορίστηκε μετά το 1810, εξαιτίας της πολιτικής αστάθειας στην Ευρώπη και της εμφάνισης αντίστοιχων βιομηχανικών προϊόντων στην Αγγλία.
Η εύφορη γη, το υδάτινο στοιχείο και η δυνατότητα ανάπτυξης καλλιεργειών επέτρεψαν στον οικισμό να στραφεί εκ νέου στη γεωργική παραγωγή και ιδιαίτερα στη παραγωγή μεταξοσκώληκα, οδηγώντας σε νέα περίοδο οικονομικής ανάπτυξης από τα μέσα του 19ου αιώνα έως τις αρχές του 20ού. Παράλληλα, αναπτύχθηκαν και άλλες παραγωγικές δραστηριότητες, όπως η καλαθοπλεκτική, η κηροπλαστική και η κατεργασία βαμβακιού. Σήμερα, παρά τη σταδιακή εγκατάλειψη της αγροτικής παραγωγής και τη δημογραφική συρρίκνωση, ο οικισμός διατηρεί στοιχεία της ιστορικής και παραγωγικής του ταυτότητας.

Όσον αφορά την οικιστική ανάπτυξη, αναπτύχθηκε αμφίπλευρα του ρέματος και οργανώθηκε κατά μήκος ενός βασικού οδικού άξονα, προσαρμοζόμενο στις κλίσεις του εδάφους. Οι γειτονιές συγκροτήθηκαν γύρω από τις εκκλησίες του οικισμού, σχηματίζοντας ενορίες με σχετικά ασαφή όρια, στοιχείο που παραμένει μέχρι και σήμερα. Το ακανόνιστο οδικό δίκτυο, τα λιθόστρωτα καλντερίμια και ο νότιος προσανατολισμός των κατοικιών συνθέτουν βασικά χαρακτηριστικά της μορφολογικής και χωρικής ταυτότητας του οικισμού.
Έρευνα πεδίου και ιχνηλάτηση της ταυτότητας του οικισμού
Κατά τη φάση της επιτόπιας έρευνας, οι ομάδες προχώρησαν σε συστηματική καταγραφή πολεοδομικών, μορφολογικών και αρχιτεκτονικών χαρακτηριστικών του οικισμού, με στόχο την αναγνώριση των στοιχείων που συγκροτούν την ταυτότητα κάθε περιοχής. Για κάθε κτίριο συντάχθηκαν καρτέλες τεκμηρίωσης, με τις κατόψεις των κτιρίων και των βασικών χαρακτηριστικών των οικοπέδων και των κελυφών. Η αυτοψία επικεντρώθηκε όχι μόνο στην αρχιτεκτονική καταγραφή, αλλά και στην κατανόηση της σχέσης των κτισμάτων με το ανάγλυφο, το νερό και τις καθημερινές πρακτικές του οικισμού.


Στη συνέχεια, η πληροφορία αυτή μεταφράστηκε σε χάρτες, κολάζ, σχέδια και αναλυτικά διαγράμματα που ανέδειξαν διαφορετικές πτυχές της χωρικής οργάνωσης του Μεταξοχωρίου. Ιδιαίτερη σημασία δόθηκε στη διαχείριση του νερού, καθώς το φυσικό ανάγλυφο και το δίκτυο αυλακιών διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό τη λειτουργία των οικοπέδων και των αγροτικών χρήσεων. Παράλληλα, μέσω σειριακών φωτογραφήσεων και τυπολογικών αναλύσεων, εξετάστηκε η σχέση των όψεων με τον δημόσιο χώρο και η ανάγνωση του οικισμού ως συνεχούς μετώπου και όχι ως συνόλου μεμονωμένων κτιρίων.


Η έρευνα ανέδειξε επίσης τη σύνθετη συγκρότηση των κατοικιών, οι οποίες συχνά αναπτύσσονταν σε διαδοχικές χρονικές φάσεις, αντανακλώντας αλλαγές στις παραγωγικές δραστηριότητες και στις ανάγκες των κατοίκων. Σε αρκετές περιπτώσεις, πολλαπλά κτίσματα συνυπήρχαν μέσα στο ίδιο οικόπεδο, συνδεδεμένα με πρωτεύουσες και δευτερεύουσες διαδρομές, συγκροτώντας μικρές αγροτικές ενότητες με βοηθητικές και παραγωγικές χρήσεις. Παράλληλα, η ταύτιση των όψεων με τα όρια των οικοπέδων συνέβαλε στη δημιουργία των στενών καλντεριμιών και της ιδιαίτερης χωρικής εμπειρίας του οικισμού.


Ανάλυση χαρακτηριστικών του οικισμού και παραγωγή διαγραμμάτων
Στη συνέχεια, η εργασία κάθε ομάδας ενσωματώθηκε σε ενιαία σχέδια και χάρτες ανάλυσης του οικισμού, επιτρέποντας τη συνολική ανάγνωση της πολεοδομικής και μορφολογικής του συγκρότησης. Παρήχθησαν χάρτες παλαιότητας, χρήσεων, κατάστασης διατήρησης και υψών, μέσω των οποίων αναδείχθηκαν οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των επιμέρους περιοχών του Μεταξοχωρίου.


Η ανάλυση έδειξε ότι οι περισσότερες σύγχρονες επεμβάσεις συγκεντρώνονται κυρίως κατά μήκος των κεντρικών και περισσότερο προσβάσιμων οδικών αξόνων, ενώ οι δυσκολότερα προσβάσιμες περιοχές διατηρούν σε μεγαλύτερο βαθμό τα παλαιότερα χαρακτηριστικά τους. Παράλληλα, οι μαρτυρίες κατοίκων σχετικά με τη δυσκολία μετακίνησης ανέδειξαν τη σύνθετη και συχνά ακανόνιστη οργάνωση του οδικού δικτύου, στοιχείο άμεσα συνδεδεμένο με τη μορφολογία και την ιστορική εξέλιξη του οικισμού.

Καθορισμός κανόνων δόμησης και σχεδιασμός σε προγραμματικό επίπεδο
Η παρά πάνω συνολική ανάλυση του οικισμού αποτέλεσε τη βάση για τη διαμόρφωση των προτεινόμενων παρεμβάσεων σε αυτόν. Στο πλαίσιο αυτό, διαμορφώθηκαν χάρτες πολεοδομικών ορίων και όρων δόμησης, με στόχο την προστασία του χαρακτήρα του Μεταξοχωρίου απέναντι τόσο στην επέκταση του γειτονικού χωριού της Αγιάς όσο και σε νέες επεμβάσεις που οδηγούν στην αλλοίωση της αρχιτεκτονικής του ταυτότητας.

Παράλληλα, αναπτύχθηκε μία ενιαία στρατηγική διαχείρισης του οικισμού, η οποία οργανώθηκε σε διαφορετικές κλίμακες, από τον πολεοδομικό σχεδιασμό έως τις επιμέρους αρχιτεκτονικές επεμβάσεις.

Στο πλαίσιο αυτό προτάθηκαν κατευθύνσεις για τον δημόσιο χώρο, τον αστικό εξοπλισμό και τη διαμόρφωση στοιχείων όπως κιγκλιδώματα, τοιχία και πέργκολες, με στόχο τη μορφολογική συνοχή και την καλύτερη ένταξη των επεμβάσεων στο ιστορικό περιβάλλον.

Ανασχεδιασμός κελυφών ασύμβατων με τον χαρακτήρα του οικισμού
Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται κτίρια και επεμβάσεις που παρουσιάζουν μορφολογικά και κατασκευαστικά χαρακτηριστικά ασύμβατα με τον παραδοσιακό χαρακτήρα του οικισμού. Στις περισσότερες περιπτώσεις πρόκειται για νεότερες κατασκευές ή προσθήκες από οπλισμένο σκυρόδεμα, οπτοπλινθοδομές και τσιμεντότουβλα, οι οποίες διαταράσσουν τη μορφολογική συνοχή του ιστορικού συνόλου.


Βασική στρατηγική αποτέλεσε η απομάκρυνση στοιχείων όπως εμφανές σκυρόδεμα και πρόχειρες μεταλλικές κατασκευές, καθώς και η επαναδιαμόρφωση των ορίων των οικοπέδων με βάση πέτρινων τοίχων και κηγκλιδωμάτων.

Στη συγκεκριμένη πρόταση, τα υφιστάμενα βοηθητικά κτίσματα ανασχεδιάζονται και επανεντάσσονται σε ένα νέο σύνολο το οποίο συνδυάζει χρήσεις εκπαιδευτικού χώρου και εργαστηρίου παραγωγής τσίπουρου. Παράλληλα, στη βόρεια πλευρά του οικοπέδου οργανώνεται χώρος εστίασης με μεγαλύτερα ανοίγματα, επιδιώκοντας μια πιο εξωστρεφή λειτουργία και μια ομαλότερη μετάβαση μεταξύ κλειστών, ημιυπαίθριων και υπαίθριων χώρων.

Αποκατάσταση και επανάχρηση αξιόλογων κτιρίων και ήπιες επεμβάσεις
Τα αξιόλογα κτίσματα αποκαθίστανται με βασικό κριτήριο την επαναφορά των παραδοσιακών μορφολογικών και κατασκευαστικών τους χαρακτηριστικών. Ταυτόχρονα η λειτουργική του επανάχρηση του κτίσματος με τους όρους της σύγχρονης ζωής απαιτεί παρεμβάσεις οι οποίες καλούνται να διατηρούν έναν ήπιο χαρακτήρα με στόχο τη διατήρηση του παραδοσιακού στοιχείου.

Η παραπάνω πρόταση αποκατάστασης αφορά έναν παλιό στάβλο με δύο επίπεδα, όπου στο ισόγειο φυλάσσονταν τα ζώα και στο επάνω επίπεδο αποθηκεύονταν το άχυρο. Ιδιαίτερο στοιχείο του κτίσματος αποτελεί η ξύλινη προεξέχουσα κατασκευή γνωστή ως σαχνισί. Το κτίσμα επαναχρησιμοποιείται ως μια μικρή δημόσια βιβλιοθήκη με αναγνωστήριο και αναψυκτήριο στο επάνω επίπεδο. Χάρις στην ένταξη του κτιρίου στο ανάγλυφο, στην πίσω όψη του, διαμορφώνεται επίσης μια υπαίθρια αυλή για το αναψυκτήριο. Η παλαιά δίφυλλη πόρτα του στάβλου επαναδιαμορφώνεται ως ένα ενιαίο άνοιγμα, ενώ εσωτερικά ανακατασκευάζεται το πατάρι, και προστίθεται σκάλα ανάβασης και τουαλέτα. Τέλος, επαναφέρεται εξωτερικά το πέτρινο καλντερίμι, στοιχείο που επικρατούσε αρχικά στο οικισμό.

Αποκατάσταση και επανάχρηση κελυφών ερειπωμένων κτιρίων και νέες προσθήκες σε αυτά
Τα περισσότερα ερείπια του οικισμού που δεν μπορούν να ανακατασκευαστούν στην αρχική τους μορφή λόγω στατικών προβλημάτων, αντιμετωπίστηκαν ως φορείς μνήμης και επιλέχθηκε η διατήρησή τους, αντί της κατεδάφισης. Η ένταξή τους σε νέες δημόσιες χρήσεις επιδιώκει την επανανοηματοδότηση της σχέσης των κατοίκων και των επισκεπτών με τον τόπο, μέσα από τη μεταβολή των υφιστάμενων ερειπίων σε δημόσιους χώρους.

Στη συγκεκριμένη πρόταση, μια υφιστάμενη γωνιακή πέτρινη τοιχοποιία με ανοίγματα, επανεντάσσεται στον οικισμό ως υπαίθριος εκθεσιακός χώρος. Η προσθήκη συνομιλεί με το υπάρχον κέλυφος, με χρήση ξύλινων στοιχείων, ενώ ο υπαίθριος χώρος της παλαιάς κατασκευής διατηρείται ως ενεργό πεδίο κίνησης και στάσης.

Προτεινόμενη νέα δόμηση
Στις περιοχές μελέτης εντοπίστηκαν κενά οικόπεδα, στα οποία προτάθηκε νέα δόμηση βάσει συγκεκριμένων συντελεστών και κατευθύνσεων ομαλής ένταξης στο υφιστάμενο οικιστικό σύνολο. Στο πλαίσιο αυτό αναπτύχθηκε μια τυπική περίπτωση κατοικίας, η οποία διερευνά τη σχέση σύγχρονης και παραδοσιακής αρχιτεκτονικής.
Η πρόταση αφορά μια πέτρινη διώροφη κατοικία και μία αυτόνομο ισόγειο ξενώνα, τοποθετημένα σε έντονη κλίση. Η μορφολογία του εδάφους αντιμετωπίζεται μέσω διαμόρφωσης οριζόντιων πλατωμάτων μπροστά και πίσω από τα κτίσματα, τα οποία συγκρατούνται με πέτρινους αναλημματικούς τοίχους και οργανώνουν τόσο την πρόσβαση όσο και τους υπαίθριους χώρους κατοίκησης.

Η κατοικία περιλαμβάνει μικρές προεξοχές και εξώστες που ενισχύουν τη σχέση με το τοπίο, ενώ η τυπολογία των ανοιγμάτων και οι αναλογίες της κατασκευής ακολουθούν τον χαρακτήρα του οικισμού. Επιλεκτικά, εισάγονται μακρόστενα οριζόντια και κατακόρυφα ανοίγματα σε δευτερεύοντες χώρους (διάδρομοι, λουτρά), με στόχο τη διαφοροποίηση της σύγχρονης παρέμβασης και τον εμπλουτισμό της φωτεινότητας στο εσωτερικό.


Τέλος, η κατασκευή ενσωματώνει παραδοσιακές τεχνικές και υλικά που παρατηρήθηκαν στον οικισμό, όπως η ξύλινη στέγη και τα ξύλινα δάπεδα, καθώς και ξύλινες ποδιές και πρέκια σε όλο το βάθος της τοιχοποιίας, επιχειρώντας μια συνέχεια μεταξύ παραδοσιακής οικοδομικής και σύγχρονης έκφρασης.

Επίλογος
Η συνολική διαδικασία του εργαστηρίου λειτούργησε ως μια συνεχής ερευνητική και σχεδιαστική ανάγνωση του Μεταξοχωρίου, όπου η ιστορική τεκμηρίωση, η επιτόπια καταγραφή και η ανάλυση μετατράπηκαν σταδιακά σε εργαλεία αρχιτεκτονικής σύνθεσης.
Από την κλίμακα του οικισμού έως την κλίμακα του κτιρίου, διαμορφώθηκε μια ενιαία λογική παρέμβασης που επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στη διατήρηση της υφιστάμενης ταυτότητας και στην ένταξη νέων χρήσεων και μορφών.

Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία είχε η μακέτα, η οποία δεν λειτουργεί απλώς ως αναπαράσταση του τελικού αποτελέσματος, αλλά ως χωρική συμπύκνωση όλων των φάσεων της έρευνας.
Μέσα από αυτήν αποδίδονται οι σχέσεις μεταξύ εδάφους, κτισμάτων και παρεμβάσεων, καθώς και η λογική των διαφορετικών επιπέδων επέμβασης στον οικισμό.

Η εργασία συνολικά αναδεικνύει τη σημασία της ανάγνωσης σε πολλαπλά επίπεδα του τόπου ως προϋπόθεση για τον σχεδιασμό σε ιστορικά σύνολα και ως τελικό στόχο την αναβίωση του οικισμού.
Καθηγητές:
Δούση Μαρία Νομικός Μιχαήλ Κωτσόπουλος Σοφοκλής Απότσος Σταύρος Σιναμίδης Ιορδάνης
Ειδικές Ευχαριστίες (ντόπιοι μηχανικοί που βοήθησαν) :
Θεόδωρος Σουλιώτης Μαλαχτάρης Ιωάννης
Ομάδες:
1. Κουμίδου Μαρία, Κόκλα Αντωνίου-Διονυσία, Νίκου Αριάδνη, Νίττη Μαρία, Παπαδοπούλου Αργυρή 2. Βερυκάκη Δάφνη, Κασιώνη Ελένη-Άννα, Κοπαναρά Μυρτώ, Παντελίδου Μαρίνα 3. Γεωργίου Γεωργία, Δαγιαλής Γεώργιος, Κανιώρη Φωτεινή, Παντελεάκης Ανδρέας 4. Γεροθόδωρος Χρήστος, Καψοσιδέρη Ιφιγένεια, Ξιούντου Μαρίτσα 5. Αθανασίου Δημήτρης, Μιχαλέου Μάριαμ, Μπασμπανάς Γεώργιος, Κατερίνα Περδικούρη Παπαδοπούλου 6. Παντερή Νικολέττα, Παπαδοπούλου Σταυρούλα, 2 φοιτητές Erasmus 7. Νικάνδρου Δήμητρα-Μαρίνα, Χαλκιά Ζηνοβία, Τσούρλος Ιωάννης, Κωφίδου Ελένη-Δήμητρα 8. Γεκτίδου Φρειδερίκη, Τερεζίου Έντζη, Λεκκα Μαργαρίτα 9. Μπατζόλη Βασιλική, Τσιλιλή Νίκη, Τσαγάκη Φωτεινή, Ράπτη Βάια 10. Μαντζούφα Ελένη, Cekici Olivja, Αναγνώστου Σαραφιανός, Τασιουπούλου Στυλιανή 11. Βελουδάκης Κωσταντίνος, Σκορδιά Χριστιάννα
*Ο Γιώργος Δαγιαλής είναι Αρχιτέκτονας Μηχανικός
