Οι σαγιονάρες έγιναν must αξεσουάρ για το καλοκαίρι του 2026
Όταν η Τζένιφερ Λόρενς εμφανίστηκε το 2023 στο κόκκινο χαλί των Καννών φορώντας σαγιονάρες κάτω από μια δημιουργία του οίκου Dior, προκλήθηκαν έντονες αντιδράσεις
Η σαγιονάρα αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά κομμάτια του καλοκαιρινού στιλ. Τη φορά ο Δαλάι Λάμα, τη φορούν οι σέρφερ. Είναι το απόλυτο παπούτσι της παραλίας, απαραίτητο αξεσουάρ στα αποδυτήρια των κάμπινγκ και σχεδόν υποχρεωτική επιλογή μετά από ένα πεντικιούρ. Όπως ένα μπλε τζιν ή μια υφασμάτινη τσάντα πολλαπλών χρήσεων, διαθέτει μια πρακτικότητα που ξεπερνά τα όρια της μόδας.
Όταν όμως η σαγιονάρα βγαίνει από τον παραδοσιακό της ρόλο – όταν μετατρέπεται από ένα παπούτσι που αφήνεις δίπλα στην πόρτα ή φοράς στην παραλία σε ένα παπούτσι για δημόσιες εμφανίσεις και καθημερινό στιλ – τότε προκαλεί αντιδράσεις. Κάθε φορά που σημειώνεται ένα κύμα καύσωνα, ξεκινά ξανά η συζήτηση για το αν οι σαγιονάρες είναι αποδεκτές στον χώρο εργασίας, χωρίς όμως το ζήτημα να βρίσκει ποτέ οριστική απάντηση.
Όταν η Τζένιφερ Λόρενς εμφανίστηκε το 2023 στο κόκκινο χαλί των Καννών φορώντας σαγιονάρες κάτω από μια δημιουργία του οίκου Dior, προκλήθηκαν έντονες αντιδράσεις, καθώς πολλοί θεώρησαν ότι παραβίαζε τον άγραφο κανόνα του φεστιβάλ για «κομψά υποδήματα».
Πιο σημαντικό, ωστόσο, από το ποιο μοντέλο σαγιονάρας επιλέγει κανείς είναι ο τρόπος με τον οποίο τη συνδυάζει. Χωρίς κοχύλια στον λαιμό, χωρίς παρεό και σίγουρα χωρίς μια piña colada στο χέρι.
Η τιμή των φετινών πολυτελών fashion σαγιοναρών έχει προκαλέσει αντιδράσεις: ένα ζευγάρι σουέντ με πλατφόρμα από τη Phoebe Philo κοστίζει περίπου 690 λίρες, ενώ ένα μίνιμαλ μαύρο δερμάτινο ζευγάρι με διακοσμητικές ραφές από τον The Row φτάνει τις 800 λίρες. Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι σήμερα οι περισσότερες μεγάλες μάρκες πολυτελείας δύσκολα προσφέρουν κάτι κάτω από 1.000 λίρες – ακόμη και αν πρόκειται απλώς για ένα μικρό αξεσουάρ.
Φαίνεται πως υπάρχουν δύο διαφορετικές διαστάσεις σε αυτή τη συζήτηση. Η μία αφορά τον σεβασμό και η άλλη την αισθητική. Η ανεπιτήδευτη φύση της σαγιονάρας μπορεί να προκαλέσει αντιδράσεις του τύπου «πού πάει ο κόσμος;». Για κάποιους, η μετάβαση από το να φορά κανείς σαγιονάρες μόνο στην παραλία στο να τις φορά παντού είναι ένα επικίνδυνο ολίσθημα που οδηγεί σε συμπεριφορές όπως το να ανεβάζει κάποιος τα πόδια στο κάθισμα ή να ακούει μουσική δυνατά στο τρένο.
Για άλλους, όμως, το ζήτημα είναι περισσότερο αισθητικό και προσωπικό. Πολλοί άνθρωποι έχουν έντονες απόψεις για την εμφάνιση των ποδιών: κάποιοι ενοχλούνται υπερβολικά, άλλοι έχουν συγκεκριμένα πρότυπα περιποίησης. Για κάποιους το πρόβλημα είναι το ξεφτισμένο βερνίκι νυχιών, ενώ για άλλους οι σκασμένες φτέρνες αποτελούν το απόλυτο όριο.
Η σαγιονάρα είχε ξαναβρεθεί στο επίκεντρο της μόδας τη δεκαετία του 2000. Τότε κυριαρχούσαν οι Havaianas, οι κλασικές πλαστικές βραζιλιάνικες σαγιονάρες. Μια λευκή Havaiana συνδυασμένη με ένα κοντό τζιν σορτς παρέπεμπε στο στιλ της Κέιτ Μος έξω από το αεροδρόμιο της Ίμπιζα – ανέμελο, καλοκαιρινό και απόλυτα χαλαρό.
Την επόμενη δεκαετία, όμως, καθώς τα sneakers και το streetwear κυριάρχησαν στη μόδα, τα sliders – οι χοντρές πλαστικές παντόφλες τύπου σανδάλι – έγιναν το αγαπημένο υπόδημα μιας νέας γενιάς. Ταίριαζαν ιδανικά με το athleisure στιλ, ενώ με την άνοδο της φεστιβαλικής κουλτούρας έγιναν βασικό κομμάτι του εξοπλισμού για φεστιβάλ όπως το Glastonbury, καθώς θεωρούνταν πιο πρακτικά και ανθεκτικά από τις λεπτές σαγιονάρες.
Όταν η μόδα άρχισε να αναβιώνει την αισθητική των Y2K (των αρχών της δεκαετίας του 2000), η επιστροφή της σαγιονάρας ήταν σχεδόν αναπόφευκτη. Αυτή τη φορά, όμως, επέστρεψε μέσα από τη φιλοσοφία του πολυτελούς μινιμαλισμού.
Οι νέες εκδοχές έχουν πιο στιβαρές αναλογίες, με χοντρές σόλες και μαλακά, ενισχυμένα λουράκια. Τα υλικά έχουν αναβαθμιστεί: σατέν, δέρμα και σουέντ αντικαθιστούν το απλό πλαστικό. Η χρωματική παλέτα κινείται περισσότερο σε μαύρους, σοκολατί ή απαλούς κίτρινους τόνους, αντί για έντονα καλοκαιρινά χρώματα. Η νέα αυτή εκδοχή της σαγιονάρας ζητά ουσιαστικά να αντιμετωπίζεται ως «σανδάλι τύπου thong».
Ακόμη πιο σημαντικό, όμως, από την επιλογή του σωστού μοντέλου είναι ο τρόπος που τη φοράμε. Και εδώ το παράδειγμα έρχεται από την Κοπεγχάγη. Όχι με παραλιακή διάθεση, αλλά με μια χαλαρή, αστική κομψότητα.
Ο «τρόπος της Κοπεγχάγης» θέλει τη σαγιονάρα να αντιμετωπίζεται σαν ένα μίνιμαλ σανδάλι. Συνδυάζεται με φαρδιά παντελόνια που σχεδόν αγγίζουν το πάτωμα, ένα καθαρό πουκάμισο από ποπλίνα, ένα κομψό slip dress ή ένα καλοραμμένο σετ. Χωρίς κοχύλια στον λαιμό, χωρίς παρεό και σίγουρα χωρίς piña colada.
Όταν η θερμοκρασία ανεβαίνει, τα κλειστά παπούτσια δεν φαίνονται μόνο άβολα – δείχνουν και εκτός εποχής. Οι σαγιονάρες με μακριά παντελόνια που ακουμπούν ελαφρά στο έδαφος αφήνουν το πόδι να αναπνέει και αποκαλύπτουν διακριτικά λίγο δέρμα, πετυχαίνοντας ταυτόχρονα άνεση και στιλ. Με πιο κοντά ρούχα, τα βαριά παπούτσια μπορεί να δείχνουν υπερβολικά, ενώ ένα λεπτό σανδάλι ίσως φαίνεται πολύ «στημένο». Η σαγιονάρα προσφέρει την ισορροπία: δείχνει δροσερή και σε κάνει να νιώθεις άνετα.
Τελικά, καμία πλευρά δεν κερδίζει πραγματικά τη διαμάχη γύρω από τις σαγιονάρες. Όμως τα πραγματικά σημαντικά κομμάτια της μόδας δεν είναι αυτά που αρέσουν σε όλους. Είναι εκείνα που κάποιοι αγαπούν, κάποιοι άλλοι μισούν, αλλά κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει.
Η σαγιονάρα έχει περάσει δεκαετίες αποδεικνύοντας ότι ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Το αν αξίζει ή όχι μια θέση στο γραφείο, όμως, παραμένει ένα εντελώς διαφορετικό ζήτημα.
Πηγή: the guardian
