Αρχιτεκτονικη

Τα άγνωστα κτίρια πέριξ του Λιμανιού

Πλάι σε βιομηχανικές πολυώροφες πολυκατοικίες, χαμηλά αρχιτεκτονικά διαμάντια, προσπαθούν να αντέξουν στον χρόνο.

Μυρτώ Τούλα
τα-άγνωστα-κτίρια-πέριξ-του-λιμανιού-1060340
Μυρτώ Τούλα

εικόνες: Ευθύμης Βλάχος Σε μία από τις ιστορικότερες περιοχές της πόλης, στα πέριξ του Λιμανιού σήμερα επιβιώνουν μετά βίας κτίρια που κρατούν την διαχρονικότητα της παλιάς Θεσσαλονίκης.

Πλάι σε βιομηχανικές πολυώροφες πολυκατοικίες, χαμηλά αρχιτεκτονικά διαμάντια, προσπαθούν να αντέξουν στον χρόνο.

Το μικρότερο

Το κτίριο κτίστηκε πριν το 1916 και διασώθηκε από την μεγάλη φωτιά του 1917 που πέρασε από το κέντρο της πόλης και άλλαξε το πολεοδομικό της σχέδιο. Αποτελείται από ισόγειο που μάλλον ήταν η είσοδος και έναν όροφο. Ίσως δεν είναι το μικρότερο σε εμβαδό κτίριο της πόλης, είναι όμως σίγουρα αυτό με την μικρότερη πρόσοψη. Μόλις ένα άνοιγμα στο κέντρο της όψης. Ιδιαίτερα επίμηκες, αφού καταλαμβάνει όλο το διαθέσιμο βάθος του οικοπέδου. Στεγάζεται με δίρριχτη κεραμοσκεπή. Το κτίριο βρίσκεται μπροστά από το λιμάνι στην οδό Κουντουριώτου.

Υγειονομείο 

Το συγκεκριμένο κτίριο κτίστηκε το 1939, μέρος του χρησιμοποιήθηκε ως κατοικία του υπολιμενάρχη. Διώροφο κτίριο με κεραμοσκεπή στέγη, με μορφολογικά χαρακτηριστικά απλοποιημένου εκλεκτικισμού. Γραμμικά διακοσμητικά πλαίσια γύρω από τα ανοίγματα και οριζόντιες ζώνες στο στηθαίο. Χαρακτηρίζεται ως διατηρητέο ολόκληρο το κτίριο (διώροφο κεραμοσκεπές και ισόγειο με δώμα).

Η διατήρησή του θα συμβάλλει στην προστασία της κλίμακας των κτιρίων του λιμανιού και της μνήμης από όλες τις φάσεις ανάπτυξής του. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η εσωτερική κλίμακα ανόδου που αποτελεί ενδιαφέρον στοιχείο της εποχής κατασκευής του κτιρίου, Βρίσκεται στο λιμάνι, δίπλα στο κτίριο του Ερυθρού Σταυρού. Το 2016 χαρακτηρίστηκε διατηρητέο, σήμερα ρημάζει.

Οικία Ναυάρχου Κουντουριώτου 

Χτίστηκε το 1911 με αρχική χρήση αυτή της κατοικίας. Σώθηκε από την φωτιά του 1917 και στην συνέχεια στέγασε γραφεία ναυτιλιακής εταιρείας. Τα πιο πρόσφατα χρόνια, αποτέλεσε μέρος της περιοχής των “κόκκινων φαναριών” της περιοχής του Λιμανιού. Το 1996 έγινε αποκατάσταση και έκτοτε είναι σε χρήση. Βρίσκεται δίπλα στο Μέγαρο Σουρουτζίεβιτς. Αποτελείται από ισόγειο διαμορφωμένο σε καταστήματα και δυο ορόφους, ο 2ος σε εσοχή, με μικρότερο εμβαδό και κεραμοσκεπή. Η όψη του οργανώνεται συμμετρικά με ανοίγματα εκατέρωθεν του κεντρικού άξονα.

Έντονη διακοσμητική διάθεση με ψευδοκίονες, επίκρανα, ανάγλυφες κατακόρυφες γεωμετρικές διακοσμήσεις, πλούσια διακοσμημένα υπέρθυρα σε στυλ οθωμανικού ροκοκό αλλά και με νεοκλασικές επιρροές. Στο εσωτερικό σώζονται τα αυθεντικά ξύλινα κουφώματα, τα ξύλινα πατώματα στους κύριους χώρους, τα τσιμεντοπλακίδια με γεωμετρικά μοτίβα στους βοηθητικούς.

Επίσης είναι ένα από τα ελάχιστα κτίρια της πόλης, που διασώζουν μαντεμένιες κολώνες στήριξης. Η είσοδος βρίσκεται έκκεντρα τοποθετημένη στο ανατολικό τμήμα της όψης.

Μέγαρο Σουρουτζίεβιτς

Χτίστηκε το 1912, με ιδιοκτήτες τους υπηκόους Βουλγαρίας, Ιβάν, Μήτσε και Σπύρο Σουρουτζίεβιτς. Διασώθηκε από την μεγάλη φωτιά του 1917, χάνοντας την στέγη και με ζημιές στον 3ο όροφο, χωρίς όμως περαιτέρω επέκταση στο εσωτερικό του. Κτίριο γραφείων, στέγασε ασφαλιστικές εταιρείες, γραφεία εκτελωνιστών και παραγγελιοδόχων, το Προξενείο της Ισπανίας και μετά το 1930 το Προξενείο της Ιαπωνίας. Στο ισόγειο λειτουργούσαν καφενεία για τους εργάτες του λιμανιού. Στην Κατοχή το κτίριο επιτάχθηκε και στον Εμφύλιο χρησιμοποιήθηκε για να στεγάσει ανταρτόπληκτους. Σε αυτή την φάση γίνονται μετατροπές στην εσωτερική διαρρύθμιση και δημιουργούνται 2 διαμερίσματα ανά όροφο, με κοινή κουζίνα και μπάνιο. Μέχρι και την δεκαετία του ’70 χρησιμοποιείται ως κτίριο κατοικιών. Αργότερα στέγασε οίκο ανοχής. Σε πυρκαγιά το 1995, έγιναν ζημιές στον 1ο όροφο. Έκτοτε αρχίζει η σταδιακή εκκένωση του και από το 2000 είναι πια άδειο.

Το κτίριο εντάσσεται μορφολογικά στα πλαίσια του εκλεκτικισμού. Βασικό στοιχείο της οργάνωσης της όψης είναι ο τριπλός καθ’ ύψος διαχωρισμός σε βάση, κορμό και στέψη. Η βάση αποτελείται από τα μορφολογικά ενοποιημένα δυο πρώτα επίπεδα του κτιρίου. Ο κορμός περιλαμβάνει τους δυο τυπικούς ορόφους της ανωδομής και χαρακτηρίζεται από την ρυθμική επανάληψη ανοιγμάτων με αντίστοιχους μικρούς εξώστες. Τέλος το κτίριο καταλήγει σε επιβλητική επίστεψη που καλύπτει ολόκληρο τον όροφο της στέγης. Η οργάνωση της όψης δομείται βάσει αρχών όπως η ρυθμική επαναληπτικότητα, η συμμετρία και η αξονικότητα και με έντονη διάθεση κατακορυφότητας που τονίζεται με τις παραστάδες στους άξονες των ανοιγμάτων.

Στο ισόγειο οι χώροι οργανώνονται ώστε να φιλοξενήσουν καταστήματα, με μεγάλα ανοίγματα στην κύρια όψη. Η είσοδος βρίσκεται στην νότια πλευρά. Ένας μικρός χώρος υποδοχής προηγείται της ευθύγραμμης κλίμακας που οδηγεί στο επίπεδο του μεσοπατώματος στο μέσο του βάθους του κτιρίου. Από εκεί, κλιμακοστάσιο σχήματος Π με ευρύχωρο φανάρι εξυπηρετεί την κατακόρυφη επικοινωνία με τους ορόφους. Η απόληξη του κλιμακοστασίου στεγάζεται με φωταγωγό (skylight). To μεσοπάτωμα είχε βοηθητική/αποθηκευτική χρήση και έτσι δικαιολογείται και το μικρό του ύψος (2,35m.).

Στους ορόφους, ο χώρος οργανώνεται με έναν κεντρικό επιμήκη διάδρομο σε συνέχεια του κλιμακοστασίου, παράλληλο στην πρόσοψη. Εκατέρωθεν του διαδρόμου παρατάσσονται οι χώροι, προορισμένοι για γραφεία. Οι πόρτες επικοινωνίας των χώρων αυτών με τον διάδρομο φέρουν μεταλλικά στόρια, κάτι που συναντάμε συνήθως σε εμπορικά μέγαρα (πχ. στο Ερμείον). Επίσης χαρακτηριστικό της χρήσης του κτιρίου είναι το κοινόχρηστο αποχωρητήριο που βρίσκεται δίπλα στο κλιμακοστάσιο και εξυπηρετεί ολόκληρο τον όροφο. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ευελιξία στην οργάνωση του χώρου.

Η κατασκευαστική πρόβλεψη για μεγάλα ανοίγματα μεταξύ των επιμέρους δωματίων δίνει την δυνατότητα ώστε το επίπεδο να μπορεί να λειτουργεί κατακερματισμένο σε μικρές ανεξάρτητες ιδιοκτησίες, είτε σε ενότητες, για χρήσεις που απαιτούν μεγαλύτερες επιφάνειες. Ο όροφος της στέγης παρουσιάζει μικρότερη έκταση δομημένης επιφάνειας, μια και στην αριστερή πλευρά του επιπέδου, διαμορφώνονται δυο υπαίθριοι χώροι-ταράτσες, εκατέρωθεν του κλιμακοστασίου. Κατά τ’ άλλα η επιφάνεια του ορόφου αυτού ακολουθεί την ίδια διάταξη με τους υποκείμενους και στηρίζεται στην παρουσία του κεντρικού επιμήκους διαδρόμου. Μόνο που οι χώροι κύριας χρήσης περιορίζονται στην πίσω πλευρά του κτιρίου. Το μπροστινό τμήμα του επιπέδου παρουσιάζει μικρό ελεύθερο ύψος, ώστε να κρύβεται πίσω από την επιβλητική επίστεψη και είχε βοηθητική χρήση.

Με πληροφορίες από thessarchitecture.gr/Βασίλης Κολώνας Θεσσαλονικη 1912-2012, Εκδόσεις UNIVERSITY STUDIO PRESS

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα