close search results icon

Κινηματογράφος

Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος: Οι ιστορίες της γιαγιάς μου με έκαναν σκηνοθέτη

Ο δημιουργός του “Daniel ’16” μιλάει στη Παράλλαξη λίγες μέρες πριν βγει η ταινία στις αίθουσες

Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος: Οι ιστορίες της γιαγιάς μου με έκαναν σκηνοθέτη
  • ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ
  • fb
  • twi

Η δεύτερη ταινία μεγάλου μήκους του σκηνοθέτη Δημήτρη Κουτσιαμπασάκου με τίτλο «Ντάνιελ ‘16» προβλήθηκε για πρώτη φορά πέρυσι στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, σημειώνοντας μεγάλη επιτυχία και πολλά θετικά σχόλια από τους θεατές. Πρόκειται για την καταγραφή ενός διαφορετικού κόσμου μέσω μίας ενηλικίωσης που κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί πως μπορεί να συμβεί τόσο κοντά μας τονίζοντας θέματα σωφρονισμού και ανοχής μας απέναντι σε ξένους ανθρώπους. Φέτος, θα προβληθεί στις μεγάλες αίθουσες όλης της χώρας, από την Πέμπτη 09 Δεκεμβρίου και αυτό στάθηκε μία καλή αφορμή να μας μιλήσει για τη δουλειά του και την καινούρια ταινία.

“Γεννήθηκα και πέρασα τα παιδικά μου χρόνια σε ένα πανέμορφο τόπο, σε ένα πραγματικά παραδεισένιο μέρος, σ’ ένα ορεινό χωριό, δίπλα στις όχθες του ποταμού Αχελώου. Το πατρικό σπίτι της οικογένειας, το 1940 το έκαψαν οι Γερμανοί, όπως και τα σπίτια του υπόλοιπου χωριού και μαζί κάηκαν οικογενειακά κειμήλια, τα πάντα. Ο παππούς και η γιαγιά μου, με πολλούς κόπους, κατάφεραν και χτίσανε ένα καινούριο. Δυστυχώς όμως ούτε και αυτό θα μπορούσαν να το χαρούν τα εγγόνια τους. Ένα γιγάντιο έργο, το φράγμα της Μεσοχώρας χτίζεται και καταστρέφει όχι μόνον το σπίτι αλλά αλλοιώνει την φυσιογνωμία ολόκληρης της περιοχής. Και όλα αυτά χωρίς σύννομες διαδικασίες. Απ’ την άλλη τα προβλήματα που αντιμετωπίζει όλος ο πλανήτης από τον τρόπο που συμπεριφερόμαστε στην φύση οξύνονται χρονιά με την χρονιά.  Άρα είναι, λογικό να μιλάω στις ταινίες μου για οικολογικά θέματα.

Νομίζω πως η γενιά μου στάθηκε μάρτυρας των κοινωνικών αλλαγών, τόσο στον αγροτικό όσο και στον αστικό χώρο. Τα τελευταία κύματα της αστικοποίησης και της απερήμωσης της υπαίθρου, την έλευση της ιδιωτικής τηλεόρασης, το διαδίκτυο. Όλα αυτά προσωπικά με έχουν καθορίσει καθώς φέρω πληροφορίες και μνήμες από διαφορετικές περιόδους της ελληνικής κοινωνίας χωρίς ουσιαστικά να ανήκω αποκλειστικά σε καμία.

Θυμάμαι πως την πρώτη φορά που μου έκαναν  την ερώτηση «γιατί έγινα σκηνοθέτης», πρέπει να ομολογήσω πως τα ‘χασα και προβληματίστηκα  πολύ, για μια στιγμή. Αμέσως όμως μετά απάντησα αυθόρμητα “Η γιαγιά μου!… Οι ιστορίες της!” Πράγματι, η γιαγιά μου, (φέρω το όνομά της), είχε ένα καταπληκτικό χάρισμα να αφηγείται. Ήταν ένας εκπληκτικός άνθρωπος, αντιπροσωπευτική γυναίκα της Πίνδου, που είχε περάσει  πολλά, τον πόλεμο με τους Ιταλούς, την γερμανική κατοχή, τον εμφύλιο, ως παιδί μαγευόμουν να την ακούω να μιλάει για τη ζωή της  και για να ανακαλεί στη μνήμη της περιστατικά και γεγονότα. Είχε εκπληκτικό μνημονικό και ήταν πολύ παραστατική και γλαφυρή στον τρόπο που αφηγούταν. Ως παιδί, με την φαντασία μου, τις ζούσα τις ιστορίες της. Ίσως γι’ αυτό τελικά να έγινα σκηνοθέτης. Και μάλιστα της το ανταπέδωσα καθώς έκανα μια ταινία για την ίδια, το ντοκιμαντέρ “Ο Ηρακλής, ο Αχελώος και η γιαγιά μου”.

Το «Daniel ‘16” βγαίνει στις αίθουσες των κινηματογράφων, κι αυτό σίγουρα με χαροποιεί, αλλά για να πω την αλήθεια περίμενα πως αυτός ο χειμώνας θα ήταν διαφορετικός. Ήθελα πολύ η ταινία να βγει αυτή την περίοδο, κοντά στις γιορτές γιατί θα ταίριαζε πολύ με το κλίμα της ταινίας. Δυστυχώς όμως τα πράγματα δεν έχουν ηρεμήσει και όλος αυτός ο εφιάλτης δεν λέει να τελειώσει.

Ο θεατής που θα βγαίνει από την αίθουσα, μετά την ταινία μου, θα ήθελα κατ’ αρχάς να μην την ξεχάσει. Τις επόμενες μέρες να υπάρχει σε μια γωνιά του μυαλού του, να επιστρέφει σ’ αυτή, να κάνει κάποιες σκέψεις, να ανακαλύπτει κάτι, να την συζητήσει με έναν φίλο. Με λίγα λόγια να του αρέσει η ταινία. Τώρα αν η ταινία τον προβληματίσει σε βαθμό που να αρχίσει και ψάχνει περαιτέρω κάποια πράγματα που θίγονται, τότε, ακόμη καλύτερα.

Το γεγονός πως ο θεατής βλέπει ταινίες και σειρές στο σπίτι του, σε καλή “ανάλυση” μέσω μιας πλατφόρμας περιεχομένου ευλόγως τον οδηγεί στο να περιορίσει την έξοδό του στον κινηματογράφο. Είναι κάτι που, τηρουμένων των αναλογιών, έγινε και στις αρχές του κινηματογράφου, με τα Νίκελ Όντεον.  Δεν νομίζω όμως πως η αίθουσα θα εκλείψει γιατί αυτό που προσφέρει είναι αναντικατάστατο.

Δε βλέπουμε συχνά ιστορίες σαν τον Μανάβη ή τη Βλάστη, γιατί στον κινηματογράφο, για διάφορους λόγους, κυριαρχεί η πόλη και οι ιστορίες πόλης.  Νομίζω όμως πως αυτό σιγά σιγά αλλάζει. Στο φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για παράδειγμα, οι ταινίες που είχαν να κάνουν με την επαρχία ήταν πολύ περισσότερες από παλιότερα. Πιστεύω πως η ελληνική επαρχία και ύπαιθρος είναι ένα πεδίο πολύ πλούσιο, θεματικά που μπορεί να προσφέρει πολλά στον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο.

Μόλις ολοκλήρωσα, μαζί με τους συνεργάτες μου, τον Παναγιώτη Χριστόπουλο και την Ανθή Μαρία Γιανακοπούλου το σενάριο της επόμενης ταινία μεγάλου μήκους. Επίσης προετοιμάζομαι για τα γυρίσματα ενός ντοκιμαντέρ με τίτλο “Ορεινό Πρωτάθλημα” που θα γυριστεί το καλοκαίρι στην νότια Πίνδο, στην περιοχή απ’ όπου κατάγομαι.

Νομίζω πως όσον αφορά την τεχνική αρτιότητα, οι ελληνικές ταινίες δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτε από τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές. Από την άλλη πλευρά η παρουσία των ελληνικών ταινιών σε μεγάλα φεστιβάλ είναι σταθερή και κατά κάποιο τρόπο έχει εδραιωθεί. Δυστυχώς όμως αυτό δεν κέρδισε κοινό, που συνεχίζει να μην εμπιστεύεται την ελληνική ταινία.”

*Το «Ντάνειλ ‘16» θα βγει στους κινηματογράφους την Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου και σύντομα στο Cinobo

*Ο Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος γεννήθηκε το 1967 στο Αρματολικό Τρικάλων. Σπούδασε σκηνοθεσία κινηματογράφου και τηλεόρασης στο Πανρωσικό Κρατικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου της Μόσχας (V.G.I.K). Έχει σκηνοθετήσει για την τηλεόραση και τον κινηματογράφο ντοκιμαντέρ, σειρές, μικρού και μεγάλου μήκους ταινίες, ενώ δουλειές του έχουν βραβευτεί στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Από το 2000 διδάσκει το μάθημα της Υποκριτικής στον Κινηματογράφο σε Δραματικές Σχολές μεταξύ των οποίων και η Ανώτερη Σχολή Δραματικής Τέχνης του Κ.Θ.Β.Ε.

Από το 2004 μέχρι το 2007 διετέλεσε διδάσκων καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, στο Τμήμα Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας ενώ από το 2009 έως το 2015, στη Σχολή Καλών Τεχνών του Α.Π.Θ, στο Τμήμα Κινηματογράφου. Από το 2016 έως το 2018 εργάστηκε ως σκηνοθέτης στην Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση. Το 2018 εκλέχτηκε αναπληρωτής καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών, στο Τμήμα Κινηματογράφου του Α.Π.Θ με γνωστικό αντικείμενο “Σκηνοθεσία”.