close search results icon

Δυο ενδιαφέρουσες ματιές πάνω σε ένα εξαιρετικό βιβλίο

Οι εκδόσεις «Αυτολεξεί» εξέδωσαν τον Απρίλιο το πρώτο βιβλίο ενός νέου, ανεξάρτητου ερευνητή, του Νίκου Βράντση.

Δυο ενδιαφέρουσες ματιές πάνω σε ένα εξαιρετικό βιβλίο
  • ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ
  • fb
  • twi

Δυο ενδιαφέρουσες ματιές πάνω σε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο

Λέξεις: Δημήτρης Μουταφίδης

Οι εκδόσεις «Αυτολεξεί» εξέδωσαν τον Απρίλιο το πρώτο βιβλίο ενός νέου, ανεξάρτητου ερευνητή, του Νίκου Βράντση, το οποίο φέρει τον τίτλο «Απλουστεύσεις: Χώροι, Υποκείμενα και Καταστολή σε συνθήκες Πλανητικής Αστικοποίησης».

Ο Βράντσης, έχοντας σπουδάσει πολιτικές επιστήμες με εξειδίκευση στην πολιτική θεωρία και στη συνέχεια Urban Studies, στοχεύει στη σύγκλιση των δύο πεδίων μέσα από τη μελέτη της σχέσης του χώρου με την πολιτική. Στις σελίδες του κομψού βιβλίου του, ο Βράντσης με πυκνή και αφοριστική γραφή απλώνει το βλέμμα του πάνω σε πολλούς τομείς της καθημερινότητας, εξερευνώντας αυτή τη σχέση. Παρά τη συνθετότητα του κειμένου, ο συλλογισμός του δεν χάνεται και οι βασικοί άξονες παραμένουν εμφανείς καθ’ όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης. Το επιχείρημα του συγγραφέα εκκινεί από την παραδοχή ότι ο σύγχρονος κόσμος ζει υπό το νεοφιλελεύθερο καθεστώς, με την έννοια ότι η Αγορά χρησιμοποιεί το Κράτος με σκοπό να «δημιουργήσει νέα υποκείμενα προσαρμοσμένα στη νεοφιλελεύθερη ορθολογικότητα».

Στο πλαίσιο αυτό, για να μπορέσει το νεοφιλελεύθερο καθεστώς να υπάρξει και να αναπαραχθεί, όχι μόνο ενοποιεί και ομογενοποιεί το χώρο και την εμπειρία μέσω της χρηματιστικοποίησης, αλλά επίσης απλουστεύει, αφαιρεί και μετατρέπει τους πραγματικούς ανθρώπους και τις εμπειρίες τους σε μετρήσιμα μεγέθη και αξιοπρόσεκτα θεάματα. Μέσα από τη δύναμη κατάταξης, ταξινόμησης και απλούστευσης, ο νεοφιλελευθερισμός δημιουργεί το κλειστό σύστημα της πλανητικής αστικοποίησης, όπου το σύνολο του βιόκοσμου καθίσταται ορατό, γνώσιμο, προβλέψιμο και ελέγξιμο με αποτέλεσμα να μην υπάρχει (φαινομενικά) κάποια διαφυγή. Υπάρχει βέβαια η δυνατότητα της ενδόρρηξης, δηλαδή η εκ των έσω προσπάθεια κάποιου εγχειρήματος να διασπάσει το κλειστό σύστημα των απλουστεύσεων και των ομοιοτήτων και αυτό το εγχείρημα ακούει στο όνομα «των Κοινών». Στις σελίδες αυτού του βιβλίου τσέπης θα συναντήσει κανείς ενδιαφέρουσες επιμέρους παρατηρήσεις, οι οποίες θα κατορθώσουν να του τραβήξουν την προσοχή και να τον καλέσουν να συνομιλήσει με τη σκέψη του συγγραφέα τους.

Οι πιο ενδιαφέρουσες σελίδες αφιερώνονται στο στεγαστικό ζήτημα και τα ιδιοκτησιακά καθεστώτα, στα οποία έχει εντρυφήσει ο συγγραφέας στα πλαίσια των σπουδών του. Η στεγαστική κρίση, η οποία παίρνει τα χαρακτηριστικά της τουριστικοποίησης των φτωχών γειτονιών, της λατρείας των αστικών ερειπίων, της κυριαρχίας του Airbnb, του gentrification, περιγράφεται με ανατομική ακρίβεια. Αυτές οι σελίδες αποτελούν τη σπουδαιότερη συμβολή των «Απλουστεύσεων» τόσο στη γνώση, όσο και στην πολιτική σκέψη και δράση. Η γενικότερη θεματική γύρω από το στεγαστικό ζήτημα και οι απορίες που γεννά θα μπορούσαν να αναπτυχθούν στα επόμενα εγχειρήματα του νέου ερευνητή. Ο Βράντσης αξιοποιεί ποικίλα μεθοδολογικά εργαλεία, συνομιλώντας με ετερόκλιτες παραδόσεις σκέψης. Τα εργαλεία αυτά υπηρετούν τον ίδιο σκοπό, ο οποίος είναι να ασκηθεί κριτική στην αφηρημένη, απλουστευμένη και περίκλειστη ολότητα που δημιουργεί ο νεοφιλελεύθερος κόσμος από τη σκοπιά των άπειρων, συγκεκριμένων και εμπειρικών μερικοτήτων. Οι συγκεκριμένες εμπειρίες και αγκυλώσεις των ανθρώπων θεωρούνται σπουδαιότερες για την έρευνα και τη δράση, καθώς διαρρηγνύουν την ινσταγκραμική ομορφιά του σύγχρονου κόσμου. Έτσι, οι καθημερινές «σοδειές δεινών» τοποθετούνται στο κέντρο του βιβλίου και αποτελούν την κινητήριο δύναμη του.

Στο σημείο αυτό, όμως, πρέπει να αναφερθούμε στην κυρίαρχη αντίφαση που διατρέχει το βιβλίο χωρίς να ακυρώνει τη συμβολή του, αλλά που διευρύνει το πεδίο του διαλόγου. Οι «Απλουστεύσεις» χαρακτηρίζονται από δύο αλληλοσυγκρουόμενες τάσεις. Η πρώτη τάση αναφέρεται στη χαϊντεγγεριανής υφής προσπάθεια να ανακαλυφθεί το Είναι των όντων, δηλαδή το κοινό θεμέλιο πάνω στο οποίο στηρίζονται, περικλείονται και ξεδιπλώνονται όλα τα φαινόμενα, ασχέτως του αν τα όντα το λησμονούν. Με άλλα λόγια, στις «Απλουστεύσεις» όλα τα φαινόμενα ανάγονται αποκλειστικά στον νεοφιλελευθερισμό και στην επικράτηση του στο χώρο, δηλαδή το γεωδαρβινισμό, γεγονός που προκαλεί απορίες για το αν και κατά πόσο όλα τα φαινόμενα μπορούν να εξηγηθούν υπό το πρίσμα της κυριαρχίας του νεοφιλελευθερισμού. Εφόσον όλα ανάγονται μονοαιτιακά στο νεοφιλελευθερισμό, η δυνατότητα της ενδόρρηξης ακυρώνεται, γιατί τα όντα είναι δέσμια στο Είναι τους, γεγονός που τους εμποδίζει να μετατραπούν σε πολιτικά υποκείμενα, μιας και δεν μπορούν να εξεγερθούν ενάντια στο Είναι τους, παρά μόνο να γίνουν οι ποιμένες του στην καλύτερη των περιπτώσεων.

Τα όρια αυτής της αναγωγής συγκρούονται με τη δεύτερη τάση του βιβλίου, δηλαδή το πρόταγμα των Κοινών, γύρω από το οποίο έχουν ασχοληθεί αρκετοί τα τελευταία χρόνια. Πέρα από τις απορίες που δημιουργεί το πρόταγμα των Κοινών, ανακύπτουν ερωτήματα από τη συνάντηση των δύο τάσεων. Πόσο αυτονομημένα από το Είναι των όντων, τον νεοφιλελεύθερο γεωδαρβινισμό, είναι τα Κοινά που προτείνει ο συγγραφέας; Εφόσον έχει σκιαγραφηθεί η μικροφυσική μιας παντοδύναμης εξουσίας που εισχωρεί παντού, ποια είναι τα περιθώρια πολιτικής δράσης και ποιο το πολιτικό υποκείμενο των Κοινών; Εν τέλει, τα Κοινά μπορούν να αποτελέσουν τη ρηξιγενή ετερότητα ή είναι μια μορφή ένταξης στο υπάρχον που οδηγεί στον «εξανθρωπισμό» του; Τα Κοινά δηλαδή θα αντικαταστήσουν το υπάρχον οικονομικο-πολιτικό σύστημα ή θα το συμπληρώσουν ενισχυτικά; Κάποιες φωνές θα υπέθεταν ότι οι αντιφάσεις που θίχτηκαν παραπάνω αποδυναμώνουν το πόνημα του Βράντση, δυναμιτίζοντας την αρχιτεκτονική του βιβλίου και τη γεωμετρία του επιχειρήματος του. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει.

Αντιθέτως, αποδεικνύεται ότι η σκέψη του Βράντση βρίσκεται σε κίνηση και σε μια διάθεση σύνθεσης, η οποία αναπόφευκτα θα οδηγήσει σε αντιφάσεις. Κλείνοντας, οι «Απλουστεύσεις» θα βρουν το ακροατήριο τους και θα καταφέρουν να ανοίξουν διαλόγους, όχι μόνο ανάμεσα σε ειδικούς του πεδίου ή στρατευμένους στην υπόθεση των Κοινών, αλλά κυρίως ανάμεσα σε όσους και όσες επιθυμούν να αντιμετωπίζουν τα προβλήματα στη συνθετότητα τους και να περιπλέκουν τις απλουστεύσεις.

Το αποτύπωμα του νεοφιλελευθερισμού στον χώρο

Λέξεις: Γιάννης Κτενάς

Τον Απρίλιο του 2021 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αυτολεξεί, οι οποίες συνδέονται με
τον ομώνυμο διαδικτυακό τόπο θεωρητικής και πολιτικής παρέμβασης, ένα σύντομο βιβλίο
με τίτλο Απλουστεύσεις. Χώροι, υποκείμενα και καταστολή σε συνθήκες πλανητικής
αστικοποίησης. Ο συγγραφέας του, Νίκος Βράντσης, έχοντας πραγματοποιήσει σπουδές
πολιτικής επιστήμης και φιλοσοφίας, δραστηριοποιείται σήμερα ως ανεξάρτητος
ερευνητής, εστιάζοντας την προσοχή του στις περίπλοκες σχέσεις της πολιτικής με τον
χώρο. Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο εγγράφεται και το πρόσφατο πόνημά του, το οποίο θα
προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε συνοπτικά.

Η φράση του Jean Baudrillard που προτάσσεται στην αρχή του βιβλίου είναι
χαρακτηριστική για όσα θα ακολουθήσουν: «Αυτός που ζει με το όμοιο θα πεθάνει από το
όμοιο». Πράγματι, ο Βράντσης, επιχειρώντας να σκεφτεί τον νεοφιλελευθερισμό «ως μια
συνάρθρωση κράτους, αγοράς και αγωγής του πολίτη, που εκμεταλλεύεται το πρώτο ώστε
να επιβάλλει τη σφραγίδα της δεύτερης πάνω στην τρίτη» (σ. 49), θα περιγράψει τον τρόπο
με τον οποίο η νεοφιλελευθεροποίηση της ζωής αποτυπώνεται στον χώρο ως μια
διαδικασία απλούστευσης. Μπορεί να επαναλαμβάνουμε διαρκώς ότι ο κόσμος μας γίνεται
ολοένα και πιο περίπλοκος, ο συγγραφέας όμως μας καλεί να στρέψουμε το βλέμμα μας σε
μια σειρά φαινομένων που ομογενοποιούν, αμβλύνουν τις διαφορές μεταξύ προσώπων και
πολιτισμών, περιστέλλουν τον πλούτο του βιώματος, καταστρέφουν τη βιοποικιλότητα:
μονοκαλλιέργειες, πλανητική επέκταση των αγορών και των μετακινήσεων,
τουριστικοποίηση, ψηφιοποίηση κάθε στιγμής της καθημερινότητας.

Σχέσεις και ποιότητες παλιότερων εποχών, με όλη την αμφισημία ή μάλλον την πολυσημία
τους, απλοποιούνται με την έννοια ότι αναδιαρθρώνονται με βάση τη νεοφιλελεύθερη
ορθολογικότητα, που επιβάλλει τη μονοσημαντότητα, την τυποποίηση, τη μετρησιμότητα,
την ταξινόμηση, την αντίληψη του εαυτού και του κόσμου ως ενός συνόλου πόρων προς
οικονομική αξιοποίηση, αλλά και εικόνων προς δημοσίευση σε εφαρμογές κοινωνικής
δικτύωσης: καταναλώνουμε «το θέαμα της νεοφιλελεύθερης πόλης που γίνεται ένα
άθροισμα από instagramable τοπία» (σ. 67). Την ίδια στιγμή, κάθε σπιθαμή της γης
καταγράφεται, παραμετροποιείται, τακτοποιείται στο εσωτερικό χαρτών και εφαρμογών
για τα έξυπνα κινητά μας. Ο κόσμος απομειώνεται σε ένα άθροισμα αλγοριθμικά
προσπελάσιμων συντεταγμένων.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο πλανητικής ομογενοποίησης, όπου ακόμη και η ύπαιθρος
οργανώνεται σαν μια συνέχεια της πόλης, οι απειλές δεν προέρχονται τόσο από το
εξωτερικό, όσο από το εσωτερικό του συστήματος. Η κατάρρευση δεν οφείλεται κυρίως σε
έναν εχθρό που βρίσκεται στα σύνορα, όσο σε μια ευθραυστότητα που παράγεται
εσωτερικά, λόγω της υπερβολικής ομοιότητας. Πρόκειται για μια ενδόρρηξη, όπως
σημειώνει ο Βράντσης, παραπέμποντας εκ νέου στο έργο του Baudrillard. Για παράδειγμα,
οι μονοκαλλιέργειες καθίστανται εύθραυστες όχι επειδή δεν ελέγχονται αρκετά, αλλά
ακριβώς επειδή ελέγχονται υπερβολικά, επειδή αποτελούν ένα υπεραπλουστευμένο
τεχνητό οικοσύστημα που, ελλείψει ποικιλόμορφων διαρθρώσεων, καταρρέει αμέσως
μόλις πληγεί από έναν νέο ιό.

Αυτή η κατάσταση βρίσκει τις αναλογίες της και στο κοινωνικό πεδίο. Φαινόμενα όπως η
τρομοκρατία της νέας χιλιετίας ερμηνεύονται από τον συγγραφέα με έναν ιδιαίτερο τρόπο:
«οι δράστες δεν ήταν κάποιοι που βρίσκονταν εκτός, που εκδικήθηκαν έναν εχθρό που
βρίσκεται πίσω από καθαρά ορισμένα οχυρά. Οι δράστες ήταν στοιχεία του μέσα, αυτής της πελώριας επικράτειας που καλύπτει με το πλέγμα της ορθολογικότητάς της κάθε
σημείο του χάρτη» (σ. 56).

Οι παραπάνω σκέψεις παρουσιάζονται από τον Βράντση μέσα από μια σειρά
παραδειγμάτων σε κεφάλαια που συνδέονται μεταξύ τους με σχετική χαλαρότητα. Την ίδια
στιγμή, σε ορισμένα σημεία η γραφή κινείται στα σύνορα της θεωρίας και του λογοτεχνικού
δοκιμίου, κάτι που έχει ενδιαφέροντα αποτελέσματα. Συστήνοντάς μας, εκ νέου ή για
πρώτη φορά, σε φιγούρες όπως ο Frits Went, ολλανδός βιολόγος που είχε εμμονή με τις
προστατευμένες μονοκαλλιέργειες, ο Le Corbusier, γαλλοελβετός αρχιτέκτονας που
ονειρευόταν τη διαρρύθμιση της ανθρώπινης κατοικίας με βάση ένα σύνολο λειτουργιών
«σαλόνι οικογενείας για την ανάπαυση, η κουζίνα για την τροφή, τα δωμάτια για τη
συντήρηση των δυνάμεων και την αναπαραγωγή» (σ. 27) , αλλά και ο Roofman, περίφημος
διαρρήκτης που χτυπούσε τα κτίρια των McDonald’s βασιζόμενος στο σχεδόν
πανομοιότυπο σχέδιο κατασκευής τους διεθνώς, ο συγγραφέας φιλοτεχνεί ένα πειστικό
ιμπρεσιονιστικό πορτρέτο του σύγχρονου κόσμου.

Κόμβοι αυτού του κόσμου είναι οι επεκτεινόμενοι μη τόποι (αεροδρόμια, σταθμοί, super
market), τα container που διασχίζουν ασταμάτητα την υφήλιο μεταφέροντας εμπορεύματα,
αλλά και οι σύγχρονοι νομάδες, που δουλεύουν μέσω ίντερνετ και αλλάζουν συνεχώς τόπο
και χρόνο σαν σε παιχνίδι ή επιδίδονται στην κατανάλωση μιας σκηνοθετημένης
αυθεντικότητας που, ως τέτοια, τους αφήνει μονίμως ανικανοποίητους. Κι αυτή είναι μόνο
η «φωτεινή» πλευρά του πίνακα· στα περιθώριά του συνωθούνται οι απόκληροι, οι
νεόπτωχοι, οι μετανάστες, όλοι και όλες όσες περισσεύουν στο πλαίσιο της νέας λογικής
του κόσμου και στους οποίους επιφυλάσσεται μια high tech επιτήρηση και καταστολή.
Μπορεί άραγε μια τέτοια περιγραφή της σύγχρονης ζωής να λειτουργήσει όχι
αποκαρδιωτικά αλλά ανανεωτικά, οδηγώντας μας όχι στην παράλυση αλλά στη βούληση
για πολιτική δράση και αλλαγή;

Ο Βράντσης τουλάχιστον απαντά θετικά. Απέναντι στις δυνάμεις της ομογενοποίησης προτάσσει έννοιες και πρακτικές που επιμένουν στην πολλαπλότητα, την απροσχεδίαστη ποικιλία, την ετερότητα: «αποκέντρωση των λεξιλογίων· αποκέντρωση του σχεδιασμού· urban un-planning». Από αυτή την άποψη, δεν είναι τυχαίο ότι το βιβλίο κλείνει προταγματικά. «Χρειαζόμαστε τόπους συμπερίληψης όπου θα σκοντάφτουν οι καθολικές γραμματικές και οι δυνάμεις απλουστεύσεων» (σ. 90).

*Ο Γιάννης Κτενάς είναι μέλος τη συντακτικής ομάδας του περιοδικού Kaboom

 

#TAGS