Για την Αποτελεσματικότητα (efficiency) του Δημόσιου Τομέα: Το Πείραμα της Νέας Υόρκης
Με το κάλεσμά του για «δημόσια αριστεία» και την απόρριψη της «πολιτικής της λιτότητας», επιδιώκει να ανατρέψει το status quo των τελευταίων σαράντα ετών
Σε μια περίοδο όπου η έννοια της «αποτελεσματικότητας» έχει ταυτιστεί με τις ιδιωτικοποιήσεις, τις περικοπές και τη συρρίκνωση του δημόσιου τομέα, ο Ζοράν Μαμντάνι, με αφορμή και το δημοσιονομικό έλλειμμα των 5,4 δισεκατομ. στον Δήμο της Νέας Υόρκης (έχει προϋπολογισμό 1$122 δισ. για 2026 και $127 δισ. για 2027) επιχειρεί μια σαφή ιδεολογική και πολιτική αναστροφή. Το άρθρο του Conor Lynch στο Jacobin εξετάζει αυτή την προσπάθεια επανανοηματοδότησης της αποτελεσματικότητας ως κατεξοχήν δημόσιας και δημοκρατικής αξίας, όχι ως εργαλείου λιτότητας, αλλά ως προϋπόθεσης για την ανασυγκρότηση της εμπιστοσύνης στο κράτος και τη βελτίωση των συλλογικών αγαθών.
Το άρθρο τοποθετεί αυτή την προσπάθεια σε μια ευρύτερη ιστορική και θεωρητική προοπτική: από την κρίση της Νέας Υόρκης το 1975 και την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού μέχρι τη σύγχρονη συζήτηση για τον «Λεβιάθαν δι’ αντιπροσώπων», αναδεικνύοντας το διακύβευμα: αν η Αριστερά μπορεί να συνδέσει την κοινωνική δικαιοσύνη με ένα κράτος που λειτουργεί πραγματικά προς όφελος των πολλών.
Σε μετάφραση τα κύρια σημεία του άρθρου ———————————————- Ένας από τους βασικούς ισχυρισμούς της περσινής προεκλογικής εκστρατείας του Μαμντάνι για τη δημαρχία της Νέας Υόρκης ήταν ότι το κράτος μπορεί και πρέπει να λειτουργεί αποτελεσματικά για τους ανθρώπους που υπηρετεί, με τη «δημόσια αριστεία» ως μία από τις καθοδηγητικές αρχές του 34χρονου δημοκρατικού σοσιαλιστή. Ο Μαμντάνι έχει επανειλημμένα τονίσει την ανάγκη ενίσχυσης της αποδοτικότητας, βελτίωσης των δημόσιων υπηρεσιών και μείωσης της σπατάλης στη δημοτική διοίκηση. Ο πιο σίγουρος τρόπος για να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στο κράτος και να αποκρουστεί η επίθεση της Δεξιάς στον δημόσιο τομέα, υποστηρίζει, είναι η επιδίωξη ενός καθαρού και αποτελεσματικού κράτους «όπου η αριστεία δεν θα αποτελεί πλέον την εξαίρεση». Όπως έχει επισημάνει ο Κόρεϊ Ρόμπιν, αυτή η έμφαση στη «δημοκρατική αριστεία» συνιστά σημαντική καινοτομία για την Αριστερά, η οποία για χρόνια «παραχωρούσε αυτό το ρητορικό έδαφος στη Δεξιά». Με τον ίδιο τρόπο, η δέσμευση του Μαμντάνι για δημόσια αποτελεσματικότητα επανακτά ένα πεδίο που θεωρούνταν για καιρό προνομιακό της συντηρητικής ή νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης.
Η έμφαση στην αποτελεσματικότητα βρίσκεται στο επίκεντρο των πρώτων 50 ημερών της θητείας του, ιδιαίτερα στη διαχείριση της δημοσιονομικής κρίσης της πόλης. Στην πρόσφατη παρουσίαση του προϋπολογισμού, ο δήμαρχος περιέγραψε τις συνεχιζόμενες προσπάθειες της διοίκησής του να εντοπίσει εξοικονομήσεις «μειώνοντας τη γραφειοκρατική σπατάλη και καθιστώντας τις υπηρεσίες πιο αποδοτικές και οικονομικά αποτελεσματικές».
Στον πυρήνα αυτής της προσπάθειας βρίσκεται μια πρωτοβουλία που ξεκίνησε στα τέλη του περασμένου μήνα, όταν υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα με το οποίο καλεί κάθε δημοτική υπηρεσία να ορίσει έναν «Επικεφαλής Εξοικονόμησης Πόρων» (Chief Savings Officer – CSO) για να «αξιολογήσει την απόδοση, να εξαλείψει τη σπατάλη και να εξορθολογίσει την παροχή υπηρεσιών». Το διάταγμα εκδόθηκε μία ημέρα αφότου ο δήμαρχος ανακοίνωσε ένα προβλεπόμενο δημοσιονομικό έλλειμμα 12 δισ. δολαρίων που είχε αφήσει η προηγούμενη διοίκηση και ζητούσε από όλες τις υπηρεσίες να εξοπλίσουν τους CSO με επαρκές προσωπικό και πρόσβαση σε δεδομένα ώστε να πραγματοποιήσουν λεπτομερείς ελέγχους λειτουργίας και δαπανών μέσα σε σαράντα πέντε ημέρες, με στόχο τη βελτίωση της «μακροπρόθεσμης ποιότητας και αποτελεσματικότητας της δημοτικής διοίκησης».
Σύμφωνα με τον Μαμντάνι, οι CSO σε όλο το δημοτικό σύστημα έχουν στόχους εξοικονόμησης 1,5% για το οικονομικό έτος 2026 και 2,5% για το 2027. «Θα ενοποιήσουν επικαλύψεις, θα επαναφέρουν στο δημόσιο προγράμματα που είχαν ανατεθεί σε διογκωμένα συμβόλαια συμβούλων και θα καταργήσουν περιττά προγράμματα», δήλωσε κατά την παρουσίαση του προϋπολογισμού, στην οποία ανέφερε ότι έχουν ήδη εντοπιστεί εξοικονομήσεις ύψους 1,77 δισ. δολαρίων.
Η ανακοίνωση αυτής της εκστρατείας για την αποτελεσματικότητα οδήγησε, όπως ήταν αναμενόμενο, σε επιφανειακές συγκρίσεις στον Τύπο με το Department of Government Efficiency (DOGE) του Ίλον Μασκ, με τη New York Post να υποστηρίζει ότι ο δήμαρχος δανείζεται από το «εγχειρίδιο του DOGE». Στην πραγματικότητα, το εγχείρημα του Μαμντάνι είναι σχεδόν το ακριβώς αντίθετο από εκείνο του Μασκ — διαφέρει όχι μόνο στη μέθοδο αλλά και στους θεμελιωδώς αντικρουόμενους στόχους τους.
Από την έναρξή του πέρσι, η ρητορική του DOGE για την «κυβερνητική αποτελεσματικότητα» βασιζόταν στη λιμπερταριανή πεποίθηση του δισεκατομμυριούχου ιδρυτή του ότι το κράτος είναι ένα εγγενώς αναποτελεσματικό «λειτουργικό σύστημα». Ο βασικός στόχος του DOGE δεν ήταν να βελτιώσει το ομοσπονδιακό κράτος, αλλά να το αποδομήσει και να μεταφέρει όσο το δυνατόν περισσότερες λειτουργίες στον —υποτίθεται πιο αποδοτικό— ιδιωτικό τομέα (καταργώντας πολλές άλλες εντελώς). Σε αντίθεση με τον πλουσιότερο άνθρωπο του κόσμου, ο νέος δήμαρχος της Νέας Υόρκης έχει καταστήσει σαφές ότι στόχος του είναι να βελτιώσει πραγματικά το κράτος και να ενισχύσει τις δημόσιες υπηρεσίες.
«Δεν λέω ότι δεν υπάρχουν ικανοί άνθρωποι στο κράτος· απλώς βρίσκονται μέσα σε ένα αναποτελεσματικό λειτουργικό σύστημα», δήλωσε ο δισεκατομμυριούχος σε μια εκδήλωση λίγο πριν από τις εκλογές του 2024, επιμένοντας ότι αν οι δημόσιοι υπάλληλοι περνούσαν στον ιδιωτικό τομέα —χωρίς, φυσικά, τις εγγυήσεις του δημοσίου και τη συνδικαλιστική εκπροσώπηση— η αποδοτικότητα και η «παραγωγικότητά» τους θα εκτοξευόταν.
Ο Μαμντάνι, αντίθετα, επιδιώκει όχι μόνο να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη στο κράτος αλλά και να αποδείξει ότι ο δημόσιος τομέας μπορεί να φτάσει —ή και να ξεπεράσει— τον ιδιωτικό σε επίπεδο αριστείας.
«Για πολύ καιρό στρεφόμασταν στον ιδιωτικό τομέα για το μεγαλείο, αποδεχόμενοι τη μετριότητα από εκείνους που υπηρετούν το κοινό», δήλωσε στην ομιλία ορκωμοσίας του, επισημαίνοντας ότι η διάβρωση των δημόσιων υπηρεσιών αποτελεί βασικό παράγοντα της μείωσης της εμπιστοσύνης των πολιτών στο κράτος τα τελευταία πενήντα χρόνια.
Σε συζήτηση πέρσι με τον δημοσιογράφο Ντέρεκ Τόμσον, ο Μαμντάνι υποστήριξε ότι «κάθε παράδειγμα δημόσιας αναποτελεσματικότητας αποτελεί ευκαιρία για να τεθεί υπό αμφισβήτηση η ίδια η ύπαρξη του δημόσιου τομέα». Εκφράζοντας την απογοήτευσή του για την τάση της Αριστεράς να παραχωρεί στη Δεξιά τα ζητήματα της κρατικής σπατάλης και της γραφειοκρατικής αναποτελεσματικότητας, χαρακτήρισε το θέμα «την πιο καίρια αριστερή ανησυχία, γιατί αποτελεί είτε την πραγμάτωση είτε την προδοσία αυτού που κινητοποιεί τόσο μεγάλο μέρος της πολιτικής μας».
Ενώ η περσινή «εκστρατεία αποτελεσματικότητας» στο ομοσπονδιακό κράτος καθοδηγήθηκε κυρίως από μια μανία περικοπών — προϋπολογισμών, προσωπικού, κανονισμών κ.λπ. — η προσπάθεια του Μαμντάνι για αποτελεσματικότητα κινείται από την αντίθετη λογική: την αποτροπή μέτρων λιτότητας που αναπόφευκτα υποβαθμίζουν τις υπηρεσίες και πλήττουν τους εργαζόμενους. Τονίζοντας τη διαφορά ανάμεσα στην «επιδίωξη εξοικονομήσεων και αποδοτικότητας» και στην «επιδίωξη λιτότητας», ο δήμαρχος υπογράμμισε ότι η διοίκησή του θα εξαντλήσει όλες τις επιλογές πριν καταφύγει σε περικοπές και θα απορρίψει τις πολιτικές λιτότητας που υιοθέτησαν οι περισσότεροι προκάτοχοί του τις τελευταίες δεκαετίες. Η άνοδος του «Λεβιάθαν δι’ αντιπροσώπων»
…Τουλάχιστον από τη δεκαετία του 1980, οι περισσότερες προσπάθειες «επανεφεύρεσης» του κράτους και εξοικονόμησης πόρων διαμορφώθηκαν από τη βασική πεποίθηση ότι ο ιδιωτικός τομέας υπερέχει στην παροχή αποδοτικών και οικονομικά αποτελεσματικών λύσεων. Από αυτό το αξίωμα προέκυπτε σχεδόν αναπόφευκτα ότι οι μεταρρυθμιστές του δημόσιου τομέα όφειλαν να υιοθετήσουν αρχές, δείκτες και τεχνικές διοίκησης του ιδιωτικού τομέα για να επιτύχουν ένα πιο αποδοτικό και «επιχειρηματικό» κράτος.
Στην πράξη, αυτό συνήθως σήμαινε απλώς την ανάθεση υπηρεσιών σε εξωτερικούς φορείς και τη μεταφορά βασικών κρατικών αρμοδιοτήτων σε ιδιωτικές εταιρείες και μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς. Σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης, οι νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις ευνόησαν τη συρρίκνωση του προσωπικού του δημόσιου τομέα, την εκχώρηση βασικών λειτουργιών σε εργολάβους και την επέκταση των συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, που —σύμφωνα με τους υποστηρικτές τους— εισάγουν την αποδοτικότητα και την εξοικονόμηση του ιδιωτικού τομέα στην παροχή δημόσιων αγαθών.
Αυτές οι «μεταρρυθμίσεις» υπονόμευσαν προβλέψιμα την ικανότητα των κυβερνήσεων να επιτελούν βασικές λειτουργίες, ενώ αύξησαν την εξάρτησή τους από εταιρείες και εργολάβους με κίνητρο το κέρδος, οι οποίοι συχνά κοστίζουν σημαντικά περισσότερο από τους δημόσιους υπαλλήλους.
Ο δήμαρχος και η ομάδα του ανέτρεψαν το νεοφιλελεύθερο αφήγημα περί αποδοτικότητας του ιδιωτικού τομέα και υπέδειξαν τους εργολάβους ως τη βασική πηγή σπατάλης. Σε ομοσπονδιακό επίπεδο, αυτή η τάση αποτυπώνεται στην εμφάνιση αυτού που ο πολιτικός επιστήμονας Τζον ΝτιΙούλιο ονόμασε «Λεβιάθαν δι’ αντιπροσώπων» — μια «επιφανειακά αντικρατική μορφή μεγάλου κράτους» όπου οι εργολάβοι πλέον υπερτερούν αριθμητικά των ομοσπονδιακών υπαλλήλων σε αναλογία μεγαλύτερη από δύο προς έναν (το μέγεθος του ομοσπονδιακού εργατικού δυναμικού έχει παραμείνει σχεδόν αμετάβλητο τον τελευταίο μισό αιώνα, ενώ οι ομοσπονδιακές δαπάνες έχουν πενταπλασιαστεί και ο πληθυσμός έχει αυξηθεί κατά 70%). Παρά τους ισχυρισμούς περί εξοικονόμησης από τον ιδιωτικό τομέα, έχει διαπιστωθεί ότι οι ομοσπονδιακοί εργολάβοι κοστίζουν σχεδόν τα διπλά από τους δημόσιους υπαλλήλους για συγκρίσιμες λειτουργίες.
Σε συνέντευξή του πέρσι στο New Yorker, ο Μαμντάνι αναφέρθηκε σε αυτή την «παράξενη ιστορία κατά την οποία απογυμνώσαμε τη δημόσια ικανότητα [και] την αντικαταστήσαμε με αναθέσεις σε τρίτους στο όνομα της εξοικονόμησης χρημάτων», παρότι μελέτες δείχνουν ότι η ανάθεση υπηρεσιών σε εξωτερικούς φορείς συχνά «υποβαθμίζει την ποιότητα χωρίς ουσιαστική μείωση του κόστους». Στο πλαίσιο της Νέας Υόρκης, ο δήμαρχος έχει επικρίνει επανειλημμένα τις σπάταλες δαπάνες για εργολάβους — είτε πρόκειται για τα εκατομμύρια που καταβλήθηκαν στη McKinsey για τον σχεδιασμό ενός κάδου απορριμμάτων είτε για το γεγονός ότι στην πρώτη φάση της γραμμής του μετρό της Second Avenue δαπανήθηκαν περισσότερα για συμβούλους απ’ ό,τι για την ίδια την κατασκευή. Στη δική τους προσπάθεια εξοικονόμησης πόρων, ο δήμαρχος και η ομάδα του ανέτρεψαν το νεοφιλελεύθερο αφήγημα περί αποδοτικότητας του ιδιωτικού τομέα και υπέδειξαν τους εργολάβους ως τη βασική πηγή σπατάλης. Τον περασμένο Οκτώβριο ο Μαμντάνι προανήγγειλε αυτή την προσέγγιση παρουσιάζοντας ένα σχέδιο για τη ριζική αναμόρφωση του συστήματος προμηθειών του Υπουργείου Παιδείας της πόλης (DOE), το οποίο δαπανά περίπου 10 δισ. δολάρια ετησίως σε συμβάσεις.
Σε απάντηση στο κακό ιστορικό παρακολούθησης και συντονισμού αυτών των δαπανών, η πρότασή του προέβλεπε ελέγχους στους πενήντα μεγαλύτερους προμηθευτές και στις είκοσι πέντε μεγαλύτερες συμβάσεις του υπουργείου, ενοποίηση των γραφείων προμηθειών και δημιουργία ενός κέντρου συμβάσεων σε κάθε δήμο της πόλης. Το σχέδιο προέβλεπε επίσης «δημοσιονομική εκπαίδευση και πιστοποίηση» για όλο το προσωπικό που ασχολείται με τις προμήθειες. Από την ανάληψη των καθηκόντων του, ο Μαμντάνι έχει ουσιαστικά κινηθεί προς την εφαρμογή αυτής της προσέγγισης σε όλη τη δημοτική διοίκηση, στοχεύοντας ρητά στις σπάταλες δαπάνες για συμβούλους και εξωτερικούς εργολάβους.
Το πεδίο δοκιμής του νεοφιλελευθερισμού
Η μεγάλη πρόκληση για τον Μαμντάνι και τη διοίκησή του τους επόμενους μήνες θα είναι να βρουν σημαντικές εξοικονομήσεις χωρίς να θυσιάσουν την ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών. Η πόλη δεν αντέχει περικοπές στον προϋπολογισμό, καθώς πολλές υπηρεσίες είναι ήδη δραματικά υποστελεχωμένες και με περιορισμένους πόρους, ενώ τα ποσοστά κενών θέσεων παραμένουν πάνω από τα προπανδημικά επίπεδα. Αυτοί οι περιορισμοί υπονομεύουν αναπόφευκτα τη διοικητική ικανότητα και μειώνουν την παροχή υπηρεσιών. Οδηγούν επίσης σε αύξηση της σπατάλης και της απάτης, όπως αποκάλυψε έκθεση του Department of Investigation το 2023.
Ο Μαμντάνι έχει καταστήσει σαφές ότι η διοίκησή του θα αντισταθεί στις εκκλήσεις για λιτότητα, υποστηρίζοντας ότι «η αριστεία στις δημόσιες υπηρεσίες από τις οποίες εξαρτάται η πόλη μας δεν πρέπει να θυσιαστεί» εξαιτίας προηγούμενης δημοσιονομικής κακοδιαχείρισης. Αντί να περικόψει υπηρεσίες, επιχείρησε να αξιοποιήσει την κρίση για να πιέσει προς την κατεύθυνση υψηλότερης φορολόγησης των πλουσιότερων κατοίκων και των πιο κερδοφόρων επιχειρήσεων της πόλης.
Στην πρόσφατη παρουσίαση του προϋπολογισμού, ο δήμαρχος ανακοίνωσε ότι το δημοσιονομικό κενό των 12 δισ. δολαρίων που είχε προβλέψει τον προηγούμενο μήνα έχει πλέον μειωθεί στα 5,4 δισ., χάρη στα μέτρα εξοικονόμησης της διοίκησης, στα αυξημένα έσοδα από τη Wall Street και σε πρόσθετους πόρους από την πολιτεία. Οι προβλέψεις του αντιμετωπίστηκαν με σκεπτικισμό, με επικριτές να υποστηρίζουν ότι διόγκωσε τα νούμερα για να πιέσει την πολιτεία να αυξήσει τη φορολογία των πλουσίων. Αν και υπάρχει κάποια δόση αλήθειας σε αυτό, είναι σαφές ότι ο Μαμντάνι θεωρεί πως η καλύτερη πιθανότητα για να αποσπάσει παραχωρήσεις από το Όλμπανι είναι να παρουσιάσει τις αυξήσεις φόρων ως δημοσιονομική αναγκαιότητα. Την Τετάρτη ο δήμαρχος ενίσχυσε αυτή τη στρατηγική, παρουσιάζοντας δύο πολύ διαφορετικές διαδρομές για το κλείσιμο του εναπομείναντος δημοσιονομικού κενού. Η πρώτη, την οποία χαρακτήρισε «πιο βιώσιμη και πιο δίκαιη», είναι η αύξηση της φορολογίας για τους πλουσιότερους Νεοϋορκέζους και τις μεγάλες επιχειρήσεις και η επαναρύθμιση της δημοσιονομικής σχέσης πόλης–πολιτείας (η πόλη συνεισφέρει σήμερα το 54,4% των εσόδων της πολιτείας αλλά λαμβάνει μόνο το 40,5%). Η δεύτερη, «πιο επιζήμια» επιλογή, είναι η αύξηση των φόρων ακινήτων και η χρήση αποθεματικών, μεταφέροντας το βάρος της κρίσης στις πλάτες των εργαζομένων και της μεσαίας τάξης.
Η εξουσία για αύξηση του φόρου εισοδήματος ανήκει τελικά στην πολιτεία. Παρουσιάζοντας αυτές τις δύο εναλλακτικές, ο δήμαρχος κλιμάκωσε την πίεση προς την κυβερνήτρια Κάθι Χόκουλ και τους νομοθέτες στο Όλμπανι για την υιοθέτηση της δημοφιλούς πολιτικής «φορολόγησης των πλουσίων»….
Το αν αυτό το εγχείρημα θα αποδώσει τελικά παραμένει αβέβαιο. Είναι όμως κρίσιμο να κατανοήσουμε τι προσπαθεί να πετύχει. Πιέζοντας για προοδευτικά μέτρα αύξησης εσόδων και για αναδιάρθρωση της δημοσιονομικής σχέσης με το Όλμπανι, επιχειρεί να χαράξει μια πορεία πολύ διαφορετική από τη συναίνεση υπέρ της λιτότητας που κυριαρχεί στη δημοσιονομική πολιτική της Νέας Υόρκης από τη δεκαετία του 1970. Αν πετύχει, θα πρόκειται για την πρώτη σοβαρή ρήξη εδώ και δεκαετίες με την ιδέα ότι κάθε δημοσιονομικό έλλειμμα πρέπει να καλύπτεται σε βάρος των δημόσιων υπαλλήλων και της εργατικής τάξης.
Η ευρύτερη σημασία αυτού γίνεται πιο σαφής αν θυμηθούμε ότι η Νέα Υόρκη υπήρξε από τα πρώτα εργαστήρια νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης πριν από μισό αιώνα. Όπως περιγράφει ο Ντέιβιντ Χάρβεϊ, η διαχείριση της κρίσης του 1975 «άνοιξε τον δρόμο για τις νεοφιλελεύθερες πρακτικές» και εδραίωσε την ελίτ συναίνεση ότι ο ρόλος του κράτους είναι να «δημιουργεί ένα καλό επιχειρηματικό κλίμα αντί να φροντίζει για τις ανάγκες και την ευημερία του πληθυσμού».
Παρότι αυτή η συναίνεση εξακολουθεί να υπάρχει, αρχίζουν να εμφανίζονται ρωγμές με την άνοδο αριστερών οικονομικών λαϊκιστών όπως ο Μαμντάνι. Με το κάλεσμά του για «δημόσια αριστεία» και την απόρριψη της «πολιτικής της λιτότητας», επιδιώκει να ανατρέψει το status quo των τελευταίων σαράντα ετών και να αναβιώσει τη σοσιαλδημοκρατική παράδοση που υπήρχε στη Νέα Υόρκη πριν οι επιχειρηματικές και χρηματοπιστωτικές ελίτ αξιοποιήσουν την κρίση για να αναδιαμορφώσουν την πόλη προς όφελός τους.
Στο εξαιρετικό της βιβλίο Fear City: New York’s Fiscal Crisis and the Rise of Austerity Politics, η Κιμ Φίλιπς-Φέιν δείχνει με ενάργεια πώς τα μέτρα λιτότητας που επιβλήθηκαν από τη Wall Street τη δεκαετία του 1970 οδήγησαν στη ραγδαία διάβρωση βασικών δημόσιων υπηρεσιών — από την αποκομιδή απορριμμάτων και την πυροπροστασία έως τη δημόσια εκπαίδευση και την υγεία. Η πόλη που αναδύθηκε από τα ερείπια της κρίσης έθεσε τα συμφέροντα των χρηματοπιστωτικών ελίτ και των μεγαλοκατασκευαστών, όπως ο Ντόναλντ Τραμπ, πάνω από αυτά των εργαζομένων και της μεσαίας τάξης. «Κλειδί για την άνοδο αυτής της νέας πόλης ήταν η απόρριψη ενός παλαιότερου τύπου κοινωνικής πολιτικής», σημειώνει η Φίλιπς-Φέιν. «Τα δημόσια νοσοκομεία, τα δωρεάν δίδακτρα, οι φθηνές μεταφορές και μια πόλη που λειτουργούσε προς όφελος της εργατικής τάξης ανήκαν σε ένα παρελθόν που έπρεπε να ξεχαστεί».
Αν ο Μαμντάνι θέλει να πετύχει την αναβίωση αυτού του παλαιότερου μοντέλου πολιτικής, η διοίκησή του θα πρέπει πρώτα να αποδείξει ότι το κράτος μπορεί να λειτουργεί αποτελεσματικά και να καλύπτει τις καθημερινές ανάγκες των απλών Νεοϋορκέζων. Σε αυτή την αποστολή, ο δήμαρχος και η ομάδα του έχουν ξεκινήσει με ενθαρρυντικά βήματα.
