ΗΠΑ: Στο χείλος του γκρεμού η οικονομία – Η ανάλυση του κορυφαίου οικονομολόγου Κ. Ρόγκοφ
Ο Τραμπ δεν είναι η αιτία, αλλά... επιταχυντής.
Ο Κένεθ Σ. Ρόγκοφ, Καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ και Ανώτερος Εταίρος στο Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων, σε ανάλυσή του στο Foreign Affairs, με τίτλο «Η επερχόμενη κατάρρευση της Αμερικής», επισημαίνει τους πολύ σοβαρούς κινδύνους για την οικονομία των ΗΠΑ με την «παγίδα» του χρέους, στην οποία έχουν εγκλωβιστεί ύστερα από χρόνια λανθασμένων πολιτικών.
Ο Κένεθ Σ. Ρόγκοφ υπήρξε επικεφαλής οικονομολόγος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου από το 2001 έως το 2003 και είναι ένας από τους πιο συχνά αναφερόμενους οικονομολόγους παγκοσμίως. Μαζί με την Κάρμεν Ράινχαρτ έγραψαν το βιβλίο «This Time Is Different: Eight Centuries of Financial Folly», ενώ είναι και συγγραφέας του «The Curse of Cash: How Large-Denomination Bills Aid Crime and Tax Evasion and Constrain Monetary Policy»
Όπως τονίζει στην ανάλυσή του στο Foreign Affairs, εδώ και δεκαετίες οι ΗΠΑ αναγνωρίζονταν ως το ασφαλές καταφύγιο των επενδυτών, όμως τα πράγματα έχουν πλέον αλλάξει σημαντικά, κυρίως λόγω της διαρκούς αύξησης του αμερικανικού χρέους. Οι πολιτικές του Ντόναλντ Τραμπ – αναμφίβολα – συμβάλλουν στο πρόβλημα, αλλά η αλήθεια είναι πως δεν αποτελούν την βασική αιτία. Όπως σημειώνει, λειτουργούν περισσότερο ως «επιταχυντής» μιας κρίσης, που θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και στην κατάρρευση της «αμερικανικής αυτοκρατορίας».
Η ρίζα του προβλήματος
Για δεκαετίες το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ ανέβαινε χωρίς κανείς να ανησυχεί. Σήμερα προσεγγίζει το 100% του ΑΕΠ και ξεπερνάει τα 37 τρισεκατομμύρια δολάρια.
Οι πιστωτές, εγχώριοι και διεθνείς, δεν έδειχναν να αγωνιούν. Τα επιτόκια παρέμεναν χαμηλά και τα ελλείμματα του κράτους – το χρέος και ο νέος δανεισμός – αντιμετωπιζόταν σχεδόν ως «δωρεάν γεύμα». Μάλιστα πολλοί οικονομολόγοι εκτιμούσαν πως με δεδομένη τη δύναμη – και τη φήμη – του δολαρίου ως του πιο ασφαλούς νομίσματος στον κόσμο, τα επιτόκια κυμαίνονταν για πάντα σε αυτά τα επίπεδα και οι επενδυτές ομολόγων θα συνέχιζαν να απορροφούν το αμερικανικό χρέος, ειδικά σε περιόδους κρίσης και αβεβαιότητας.
Όμως το αυτό το αφήγημα – και κυρίως αυτές οι πεποιθήσεις – τα τελευταία χρόνια έχουν αρχίσει να καταρρέουν. Οι αγορές ομολόγων έχουν γίνει πιο ανήσυχες και τα μακροπρόθεσμα επιτόκια έχουν αυξηθεί απότομα στα δεκαετή και τριακονταετή ομόλογα. Επιπλέον η δυσπιστία ως προς την ασφάλεια των αμερικανικών ομολόγων έχει ενισχύσει και τις αμφιβολίες για το ίδιο το δολάριο, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο. Καθώς το αμερικανικό χρέος εκτοξεύεται, το δολάριο παύει να φαίνεται άτρωτο, ιδιαίτερα εν μέσω πολιτικής αβεβαιότητας.
Στο άμεσο μέλλον, κεντρικές τράπεζες και ξένοι επενδυτές ίσως περιορίσουν την έκθεσή τους σε δολάρια. Μακροπρόθεσμα, το δολάριο ίσως χάσει έδαφος έναντι του κινεζικού γιουάν, του ευρώ ή ακόμη και των κρυπτονομισμάτων. Σε κάθε περίπτωση, η ζήτηση για αμερικανικό χρέος θα μειωθεί, αυξάνοντας τα επιτόκια και καθιστώντας ακόμη δυσκολότερη την προσπάθεια εξόδου από την παγίδα του χρέους.
Η υποβάθμιση των ΗΠΑ – 850 δισ. για όπλα, 880 δισ. για τόκους
Για μια χώρα με τόσο μεγάλο χρέος όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες αύξηση των επιτοκίων δανεισμού μπορεί να είναι καταστροφική, σημειώνει ο Κένεθ Σ. Ρόγκοφ στο Foreign Affairs και εξηγεί: «Μόνο μία ποσοστιαία μονάδα αύξησης στο μέσο επιτόκιο σημαίνει 370 δισ. δολάρια επιπλέον ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης».
«Το 2024, οι ΗΠΑ δαπάνησαν 850 δισ. για την άμυνα, αλλά ακόμη περισσότερα, 880 δισ., για πληρωμές τόκων. Μέχρι τον Μάιο του 2025, όλοι οι μεγάλοι οίκοι αξιολόγησης είχαν υποβαθμίσει την πιστοληπτική ικανότητα των ΗΠΑ, και αυξάνεται η αίσθηση, μεταξύ τραπεζών και ξένων κυβερνήσεων που κατέχουν τρισεκατομμύρια σε αμερικανικά ομόλογα, ότι η δημοσιονομική πολιτική της χώρας εκτροχιάζεται. Η πιθανότητα να επιστρέψουν τα υπερ-χαμηλά επιτόκια της δεκαετίας του 2010 έχει μειωθεί δραματικά, κάνοντας την κατάσταση ακόμη πιο επικίνδυνη».
Μια κρίση χρέους στις ΗΠΑ δεν είναι πλέον απίθανη
Το πρόβλημα για την αμερικανική ηγεσία είναι πως δεν υπάρχει μαγική λύση. Οι δε προσπάθειες του Ντόναλντ Τραμπ να ρίξει τις ευθύνες για τα υψηλά επιτόκια στη Fed είναι τουλάχιστον παραπλανητικές. Η Fed ελέγχει τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια. Τα μακροπρόθεσμα καθορίζονται από τις διεθνείς αγορές.
Μάλιστα εάν η κυβέρνηση Τραμπ ή οποιαδήποτε άλλη προσπαθήσει να περιορίσει την ανεξαρτησία της Fed, το μήνυμα θα είναι πολύ αρνητικό στις αγορές και το κόστος δανεισμού θα αυξηθεί ακόμη περισσότερο. Τα δε σχέδια που έχουν ακουστεί περί «επιλεκτικής στάσης πληρωμών προς ξένες κεντρικές τράπεζες» ή η αύξηση φόρου 20% σε επιλεγμένους ξένους επενδυτές, ενισχύουν περισσότερο τις ανησυχίες των αγορών.
Με τα μακροπρόθεσμα επιτόκια να αυξάνονται απότομα, το δημόσιο χρέος να πλησιάζει τα μεταπολεμικά ιστορικά υψηλά, τους ξένους επενδυτές να ανησυχούν, και την πολιτική ηγεσία απρόθυμη να περιορίσει το νέο δανεισμό, μια κρίση χρέους στις ΗΠΑ—του είδους που εμφανίζεται μια φορά τον αιώνα—δεν φαίνεται πλέον απίθανη.
Οι κρίσεις χρέους και οι χρηματοπιστωτικές κρίσεις τείνουν να ξεσπούν όταν:
(1) η δημοσιονομική κατάσταση είναι ήδη επισφαλής,
(2) τα επιτόκια είναι υψηλά,
(3) το πολιτικό σύστημα είναι παραλυμένο
(4) εμφανίζεται ένα εξωτερικό σοκ.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ήδη τα τρία πρώτα. Λείπει μόνο το σοκ. Ακόμα και αν αποφευχθεί μια πλήρης κρίση, μια σοβαρή μείωση της εμπιστοσύνης στην πιστοληπτική ικανότητα των ΗΠΑ θα έχει βαθιές συνέπειες. Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, μια σοβαρή κρίση χρέους ή—πιθανότερα—ένα σπιράλ πληθωρισμού θα μπορούσε να βυθίσει την οικονομία σε μια «χαμένη δεκαετία», υπονομεύοντας τη θέση του δολαρίου ως το κυρίαρχο παγκόσμιο νόμισμα και εξασθενώντας την αμερικανική ισχύ.
Σύμφωνα με ανεξάρτητες προβλέψεις από το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου (CBO) και την Επιτροπή για Υπεύθυνο Ομοσπονδιακό Προϋπολογισμό, μέχρι το 2054, το χρέος των ΗΠΑ θα φτάσει το 172% του ΑΕΠ ή ακόμα και 190%. Ο Τραμπ και οι οικονομικοί του σύμβουλοι ισχυρίζονται ότι αυτές οι προβλέψεις είναι υπερβολικά απαισιόδοξες.
Μια λάθος οικονομική προσέγγιση
Αφήνοντας στην άκρη τις εκτιμήσεις για το 2054, μέχρι σήμερα η Ουάσινγκτον έχει αποτύχει να αντιμετωπίσει τον εκτροχιασμό του χρέους εξαιτίας – εν μέρει – μια οικονομικής θεωρίας που κυριάρχησε τις τελευταίες σχεδόν δύο δεκαετίες.
Μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση, τα επίμονα χαμηλά επιτόκια οδήγησαν πολλούς κορυφαίους οικονομολόγους να αμφισβητήσουν τη στρατηγική «συσσωρεύω» σε περιόδους ομαλότητας για να ξοδεύω σε περιόδους κρίσης.
Εφόσον τα επιτόκια παρέμεναν χαμηλά, οι κυβερνήσεις μπορούν να ασκούν πιο επιθετική δημοσιονομική πολιτική χωρίς να ανησυχούν για το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους. Με την κανονική οικονομική ανάπτυξη να φέρνει σταδιακά αυξημένα φορολογικά έσοδα, το ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους θα ήταν διαχρονικά διαχειρίσιμο.
Η αισιοδοξία αυτή για τα επιτόκια ήταν τόσο έντονη τη δεκαετία του 2010, ώστε μερικοί οικονομολόγοι που υποστήριζαν τη σύγχρονη νομισματική θεωρία (MMT) υποστήριξαν ότι τα ελλείμματα δεν ήταν πρόβλημα ακόμη και σε περιόδους ισχυρής ανάπτυξης. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία το χρέος μπορούσε να χρηματοδοτήσει επενδύσεις για το κλίμα και την κοινωνική ισότητα με πολύ χαμηλό κόστος.
Μάλιστα στις ΗΠΑ, οι Ρεπουμπλικάνοι, αντίθετα με τους Δημοκρατικούς που έχουν εκφράσει κατά καιρούς κάποιες ενστάσεις, συνεχίζουν να επιμένουν πως τα ελλείμματα δεν έχουν σημασία όταν χρηματοδοτούν φοροαπαλλαγές, αφού η υψηλότερη ανάπτυξη θα τα μετέτρεπε σε πλεονάσματα με την πάροδο του χρόνου. Πρόκειται για μια άποψη που ευρέως θεωρούνταν υπερβολικά αισιόδοξη, αλλά τελικά επικράτησε.
Όπως σημειώνει ο Κένεθ Σ. Ρόγκοφ, ορισμένα από τα αίτια των χαμηλών επιτοκίων εξακολουθούν να υπάρχουν σήμερα. Όμως υπάρχουν και νέες ισχυρές πιέσεις προς την αντίθετη κατεύθυνση:
- Η εκτόξευση του παγκόσμιου κρατικού χρέους, που ωθεί τα επιτόκια προς τα πάνω.
- Η άνοδος λαϊκιστικών κομμάτων που πιέζουν για περισσότερες δαπάνες.
- Οι ενεργειακές απαιτήσεις της Τεχνητής Νοημοσύνης, που απαιτούν τεράστιες επενδύσεις.
- Οι εμπορικοί πόλεμοι και η κατάρρευση της παγκοσμιοποίησης, που οδηγούν σε επαναπατρισμό βιομηχανιών με τεράστιο δανεισμό.
- Το διαρκώς αυξανόμενο κόστος προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή και αντιμετώπισης φυσικών καταστροφών.
Παρά τα ανησυχητικά αυτά σημάδια, στην Ουάσινγκτον ελάχιστα δείγματα προβληματισμού έχουν φανεί. Με τα επιτόκια που πλέον είναι υψηλά, με χρέος ήδη εκτός ελέγχου, πολιτική αστάθεια και αμφισβήτηση της ανεξαρτησίας της Fed, ένας νέος εξωτερικός κραδασμός θα μπορούσε εύκολα να επιφέρει την πλήρη κατάρρευση.
Τα τρία σενάρια της «παγίδας του χρέους»
Το πώς και πότε μπορεί να ξεσπάσει μια κρίση χρέους στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι πλέον το ερώτημα των 37 τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Ένα πιθανό σενάριο είναι η απώλεια εμπιστοσύνης των επενδυτών στα ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου, που θα προκαλούσε απότομη άνοδο των επιτοκίων και θα αποκάλυπτε βαθύτερα προβλήματα. Αυτό δεν είναι τόσο υπερβολικό όσο ακούγεται: οι κρίσεις χρέους συχνά σιγοβράζουν αθόρυβα για χρόνια προτού εκραγούν ξαφνικά.
Ένα εναλλακτικό σενάριο είναι η σταδιακή αύξηση των αποδόσεων των ομολόγων του αμερικανικού δημοσίου, καθώς οι επενδυτές αρχίζουν να αμφισβητούν την ασφάλεια των κεφαλαίων τους.
Η άνοδος των επιτοκίων από μόνη της δεν συνιστά κρίση. Όταν όμως οφείλεται σε φόβους για το χρέος, τότε πλήττει τις τιμές των μετοχών και των ακινήτων, περιορίζει τις επενδύσεις και αυξάνει το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους. Αν η διαδικασία αυτή εξελιχθεί αργά, το κράτος θα έχει χρόνο να αντιδράσει. Αν όμως δεν δράσει αποφασιστικά—π.χ. μειώνοντας άμεσα το έλλειμμα και δεσμευόμενο σε δημοσιονομική πειθαρχία—τότε οι αγορές θα μυρίσουν αίμα, τα επιτόκια θα εκτιναχθούν ακόμη περισσότερο και οι αναγκαίες παρεμβάσεις θα γίνουν πιο σκληρές.
Όσο η χώρα μένει παγιδευμένη σε ένα καθεστώς υψηλών επιτοκίων και βραδυκίνητης οικονομίας, η επιχειρηματική και καταναλωτική εμπιστοσύνη θα καταρρέει. Χωρίς συντριπτικά μέτρα λιτότητας, η κυβέρνηση θα καταφύγει πιθανότατα σε ανορθόδοξες μεθόδους, οι οποίες είναι πιο συνηθισμένες σε αναδυόμενες οικονομίες.
► Σενάριο 1: Πραγματική Χρεοκοπία – Η πρώτη επιλογή είναι η άμεση (νομικά) στάση πληρωμών.
Έχει συμβεί ξανά. Το 1933, ο Πρόεδρος Φράνκλιν Ρούσβελτ ακύρωσε τη ρήτρα χρυσού στα ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου, η οποία διασφάλιζε στους επενδυτές ότι θα μπορούσαν να αποπληρωθούν σε χρυσό, και όχι μόνο σε δολάρια. Το 1934, ο λόγος μετατροπής των δολαρίων σε χρυσό άλλαξε από 20,67 δολάρια ανά ουγγιά σε 35, υποτιμώντας απότομα το νόμισμα. Το Ανώτατο Δικαστήριο, σε μια αμφιλεγόμενη απόφαση το 1935, έκρινε μεν ότι πρόκειται για χρεοκοπία, αλλά—υπό πίεση του προέδρου—αποφάνθηκε ότι οι πιστωτές δεν είχαν υποστεί πραγματική ζημιά (!). Για τις κεντρικές τράπεζες του εξωτερικού που κρατούσαν ομόλογα υπό τη λογική ότι ήταν ισοδύναμα με χρυσό, αυτό το «κούρεμα» ήταν καταστροφικό.
► Σενάριο 2: Πληθωρισμός ως Μερική Χρεοκοπία – Μια απλούστερη εναλλακτική είναι η δημιουργία υψηλού πληθωρισμού—μια μορφή «σιωπηλής» μερικής χρεοκοπίας.
Αυτός ο μηχανισμός μπορεί να ενεργοποιηθεί μέσω των πολιτικών της Κεντρικής Τράπεζας, η οποία αν και ανεξάρτητη αρχή θα μπορούσε τελικά να χειραγωγηθεί από την πολιτική εξουσία, με την τοποθέτηση των κατάλληλων προσώπων. Ένας πολύ έντονος πληθωρισμός – όπως στη Γερμανία μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο – μπορεί να εξαφανίσει το χρέος, αλλά μαζί του εξαφανίζεται και η οικονομία (βλέπε Βενεζουέλα). Πιο ρεαλιστικό σενάριο είναι ένας πληθωρισμός τύπου δεκαετίας 1970 – πάνω από 14% το 1979 -που θα κατέρρεε την αξία των μακροπρόθεσμων ομολόγων, αλλά όχι του βραχυπρόθεσμου χρέους, το οποίο θα πρέπει να αναχρηματοδοτείται με αυξημένα επιτόκια.
► Σενάριο 3: Χρηματοπιστωτική Καταστολή – Η λεγόμενη χρηματοπιστωτική καταστολή (financial repression), είναι μια στρατηγική με την οποία οι κυβερνήσεις ανακατευθύνουν το δημόσιο χρέος στο εσωτερικό χρηματοπιστωτικό σύστημα, στις τράπεζες, τα ασφαλιστικά ταμεία και τις συνταξιοδοτικές εταιρείες. Παράλληλα, η κεντρική τράπεζα αγοράζει τεράστιες ποσότητες ομολόγων, δημιουργώντας έτσι μια «αιχμάλωτη» αγορά όπου το κράτος μπορεί να δανείζεται φτηνά.
Αυτή η τακτική γίνεται πιο ισχυρή όταν συνδυάζεται με περιορισμούς σε άλλα επενδυτικά προϊόντα ή επιβολή ανώτατων επιτοκίων. Παρότι ακούγεται ακραίο, η χρηματοπιστωτική καταστολή έχει χρησιμοποιηθεί σχεδόν σε όλη τη σύγχρονη ιστορία. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι κυβερνήσεις βασίστηκαν σε αυτή για να αποπληρώσουν τα τεράστια χρέη τους. Στις ΗΠΑ, χάρη σε αυτή την στρατηγική, το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ μειώθηκε πάνω από 40% την περίοδο 1945–1955. Η Ιαπωνία είναι σήμερα το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα: η Τράπεζα της Ιαπωνίας κατέχει ομόλογα ίσα σχεδόν με το 100% του ΑΕΠ της χώρας. Η Ευρώπη κατέφυγε επίσης σε παρόμοιες πρακτικές για να κρατήσει ενωμένη την ευρωζώνη, όπως συνέβη στην περίπτωση της ελληνικής κρίσης. Όμως, η καταστολή έχει κόστος: στραγγαλίζει τις πιστώσεις προς τον ιδιωτικό τομέα, περιορίζοντας την καινοτομία και την ανάπτυξη. Δεν είναι τυχαίο ότι η Ιαπωνία βιώνει δεκαετίες αναιμικής ανάπτυξης. Η χρηματοπιστωτική καταστολή είναι βασικός λόγος.
Στο «παιχνίδι» και τα κρυπτονομίσματα
Πέρα από τη χρεοκοπία, τη λιτότητα, τον πληθωρισμό και τη χρηματοπιστωτική καταστολή, αρχίζει να διαμορφώνεται μια νέα επιλογή για τη διαχείριση του χρέους – με άγνωστες ακόμα συνέπειες. Πρόκειται για ένα είδος κρυπτονομίσματος που ονομάζεται «dollar stablecoins», δηλαδή ένα σταθερό κρυπτονόμισμα σε δολάρια. Σε αντίθεση με τα παραδοσιακά κρυπτονομίσματα όπως το Bitcoin, των οποίων η τιμή παρουσιάζει ακραίες διακυμάνσεις, τα stablecoins είναι συνδεδεμένα με το δολάριο, συνήθως σε αναλογία 1 προς 1.
Νέα νομοθεσία που ψήφισε πρόσφατα το Κογκρέσο επιχειρεί να θεσπίσει ένα σαφές ρυθμιστικό πλαίσιο: απαιτεί από τους εκδότες stablecoins που λειτουργούν εντός ΗΠΑ να διακρατούν αποθέματα σε ομόλογα του αμερικανικού Δημοσίου και τραπεζικές καταθέσεις εγγυημένες από το κράτος, ώστε να μπορούν (σχεδόν) να καλύψουν όλους τους κατόχους stablecoins σε περίπτωση «τρέλας» (bank run). Αυτό ενδέχεται να δημιουργήσει μια αιχμάλωτη αγορά, ένα νέο κανάλι απορρόφησης χρέους από τον ιδιωτικό τομέα.
Εφόσον τα stablecoins ανταγωνίζονται τις καταθέσεις τραπεζών, στην πράξη διοχετεύουν αποταμιεύσεις προς το δημόσιο χρέος. Προς το παρόν, όμως, δεν είναι σαφές αν αυτή η νέα δομή θα ενισχύσει τη σταθερότητα ή θα την υπονομεύσει.
Εναλλακτικά, η ίδια η Fed θα μπορούσε να εκδώσει το δικό της ψηφιακό δολάριο—μια κεντρική ψηφιακή νομισματική μονάδα (CBDC). Κι αυτή θα ανταγωνιζόταν τις τραπεζικές καταθέσεις, κατευθύνοντας αποταμιεύσεις προς το δημόσιο χρέος—εκτός αν η Fed τα χρησιμοποιούσε για δάνεια προς τον ιδιωτικό τομέα, κάτι που θα γεννούσε άλλα προβλήματα.
Το Τέλος μιας Αυτοκρατορίας;
Oι Ηνωμένες Πολιτείες πλησιάζουν σε ένα σημείο καμπής, όπου το χρέος δεν θα υπονομεύει μόνο την οικονομική σταθερότητα, αλλά και την ίδια την παγκόσμια ισχύ της χώρας. «Η στρατιωτική δαπάνη των ΗΠΑ – βασικός μοχλός της γεωπολιτικής επιρροής και του διεθνούς ρόλου του δολαρίου από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο – ίσως καταστεί μη βιώσιμη», σχολιάζει ο Κένεθ Σ. Ρόγκοφ το Foreign Affairs και καταλήγει:
«Στην ιστορία, καμία χώρα δεν διατήρησε κυρίαρχο νόμισμα χωρίς να είναι παγκόσμια υπερδύναμη: ούτε η Ισπανία τον 16ο αιώνα, ούτε η Ολλανδία τον 17ο, ούτε το Ηνωμένο Βασίλειο τον 19ο.
Οι ΗΠΑ μπορεί να αποφύγουν μια κρίση. Οι οικονομολόγοι του Τραμπ ή των Δημοκρατικών μπορεί τελικά να δικαιωθούν, και τα πλεονεκτήματα της ανάπτυξης να ξεπεράσουν το κόστος του χρέους. Αλλά το στοίχημα που παίζει σήμερα η Αμερική – και τα δύο κόμματα της – μοιάζει με ποντάρισμα σε πολύ κακές πιθανότητες. Κι αν θέλει να παραμείνει παγκόσμια δύναμη στον 21ο αιώνα, θα πρέπει να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα…
Όσο συνεχίζει να πιστεύει πως κανένα επίπεδο χρέους δεν επηρεάζει την ικανότητά της να αντιμετωπίζει κρίσεις—οικονομικές, υγειονομικές, κλιματικές ή στρατιωτικές—τόσο πλησιάζει την αυτοκαταστροφή. Μια κρίση χρέους δεν μπορεί να προβλεφθεί απόλυτα. Αλλά αν έρθει, θα είναι καταστροφική—για τις ΗΠΑ, την παγκόσμια οικονομία και την κυριαρχία του δολαρίου. Κι αν αφεθεί ανεξέλεγκτη, θα διαβρώσει τη θέση της Αμερικής στον κόσμο».
Πηγή: Ieidiseis.gr