Τα izakaya έχουν βρεθεί αντιμέτωπα με κρίσεις και στο παρελθόν. Στις αρχές του 2003, μετά το σκάσιμο της φούσκας των εταιρειών του διαδικτύου, οι πτωχεύσεις επιχειρήσεων του κλάδου ξεπέρασαν για πρώτη φορά τις 20, σύμφωνα με στοιχεία της Tokyo Shoko Research. Το 2007, η αυστηροποίηση των νόμων για την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ, που καθιστούσε συνυπεύθυνα τα καταστήματα αν σέρβιραν κάποιον πελάτη ο οποίος στη συνέχεια προκαλούσε ατύχημα, οδήγησε ακόμη 39 επιχειρήσεις στο κλείσιμο. Άλλες 50 έκλεισαν μετά τον σεισμό, το τσουνάμι και το πυρηνικό δυστύχημα του 2011, καθώς πολλοί απέφυγαν τις κοινωνικές εξόδους από σεβασμό προς τα θύματα.
Ωστόσο, από τον Ιανουάριο έως τον Απρίλιο του φετινού έτους, έκλεισαν 88 izakaya, ο υψηλότερος αριθμός που έχει καταγραφεί ποτέ και πάνω από 50% περισσότερα σε σύγκριση με την ίδια περίοδο του 2025.
Το κόστος για τρόφιμα, ποτά και προσωπικό αυξάνεται συνεχώς, ενώ η εύρεση εργαζομένων γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη. Οι νεότερες γενιές, ιδιαίτερα, καταναλώνουν λιγότερο αλκοόλ, ενώ τα σχεδόν υποχρεωτικά εταιρικά τραπέζια μετά τη δουλειά, που κάποτε αποτελούσαν βασικό στοιχείο της ιαπωνικής επιχειρηματικής κουλτούρας, γίνονται όλο και πιο σπάνια καθώς αλλάζουν οι κοινωνικές συνήθειες και αντιλήψεις. Παρότι οι περισσότερες μεγάλες αλυσίδες διαθέτουν συστήματα παραγγελίας μέσω οθονών αφής σε πολλές γλώσσες, το γλωσσικό εμπόδιο που υπάρχει σε πολλά ανεξάρτητα izakaya τα εμποδίζει να επωφεληθούν από την τουριστική άνθηση που έφερε πέρυσι περισσότερους από 42 εκατομμύρια επισκέπτες στην Ιαπωνία.
Ο Καβάντα λέει ότι έχει παρατηρήσει πως οι νέοι πίνουν αισθητά λιγότερο σε σχέση με πριν από τρία ή τέσσερα χρόνια. Σε συνδυασμό με τις μεγάλες αυξήσεις στις τιμές της βαρελίσιας μπίρας και του σάκε, αυτό έχει κάνει τη λειτουργία της επιχείρησης ιδιαίτερα δύσκολη.
Το Kiraku διαθέτει αγγλικό μενού, όμως ένα από τα βασικά πιάτα του αποθαρρύνει αρκετούς ξένους επισκέπτες.
«Υπάρχουν πάρα πολλοί ξένοι τουρίστες στην περιοχή πλέον, αλλά δεν βλέπουμε πολλούς να μπαίνουν στο μαγαζί. Ένας λόγος είναι ότι σερβίρουμε κρέας αλόγου και πολλοί ξένοι το βρίσκουν κάπως τρομακτικό. Όταν λέω ξένοι, εννοώ κυρίως Δυτικούς. Οι περισσότεροι Ασιάτες δεν φαίνεται να έχουν πρόβλημα», λέει ο Καβάντα.
Οι ξένοι τουρίστες είναι σχετικά σπάνιο θέαμα στη συνοικία διασκέδασης γύρω από τον σταθμό Όμια στη Σαϊτάμα, έναν σημαντικό συγκοινωνιακό κόμβο και στάση του τρένου υψηλής ταχύτητας, περίπου μισή ώρα από το κέντρο του Τόκιο. Παρ’ όλα αυτά, οι δρόμοι και τα εστιατόρια της περιοχής παραμένουν γεμάτα ζωή τα περισσότερα βράδια της εβδομάδας.
Ο 28χρονος Κοτάρο Νακατσούκα είναι ένας μάνατζερ που συμμετέχει ενεργά σε όλες τις δουλειές του Erakokyu, ενός izakaya με ειδίκευση στα θαλασσινά, το οποίο βρίσκεται σε μια σκεπαστή στοά γεμάτη εστιατόρια. Όταν δεν παίρνει παραγγελίες, δεν σερβίρει ή δεν συζητά φιλικά με τους πελάτες, τον βρίσκει κανείς να ετοιμάζει φαγητό στην ανοιχτή κουζίνα του ισογείου.
«Με τις τιμές και το κόστος προσωπικού να αυξάνονται συνεχώς, ο ιδιοκτήτης, εγώ και ο υποδιευθυντής καθίσαμε πριν από μερικά χρόνια και προσπαθήσαμε να βρούμε τι ακριβώς χρειαζόταν να κάνουμε για να πετύχει το μαγαζί», λέει ο Νακατσούκα.
Η στρατηγική τους περιλάμβανε την προσαρμογή του μενού ανάλογα με τις καθημερινές διακυμάνσεις στις τιμές των φρέσκων θαλασσινών, την ταχύτερη εξυπηρέτηση των πελατών χωρίς να χαθεί η φιλική ατμόσφαιρα, καθώς και τον καθορισμό όλων των τιμών σε στρογγυλά ποσά που τελειώνουν σε «00». Με αυτόν τον τρόπο μειώθηκε η ανάγκη για ρέστα στο ταμείο και η μεταφορά σακουλών γεμάτων κέρματα στην τράπεζα, παρότι οι περισσότερες πληρωμές γίνονται πλέον ψηφιακά και μεγάλες παρέες συχνά εξακολουθούν να πληρώνουν με μετρητά.
«Πρόκειται για ένα taishu izakaya, δηλαδή ένα λαϊκό στέκι, και μερικές φορές οι γυναίκες διστάζουν να μπουν. Φροντίζουμε να κάθονται σε σημεία όπου νιώθουν άνετα και ασφαλείς και προσπαθούμε να προσελκύσουμε παρέες γυναικών για βραδινή έξοδο, παρόλο που συνήθως δεν ξοδεύουν πολλά χρήματα γιατί πίνουν λιγότερο», λέει ο Νακατσούκα.
«Η αλήθεια είναι ότι όταν έχεις γυναίκες πελάτισσες, έρχονται και περισσότεροι άντρες.»

Η στρατηγική αυτή απέδωσε καρπούς. Το Erakokyu προσέλαβε επιπλέον προσωπικό και άνοιξε τον τρίτο όροφο του κτιρίου, ο οποίος μέχρι πρότινος δεν χρησιμοποιούνταν.
Η απειλή από τις βρετανικές παμπ
Τα izakaya συχνά περιγράφονται λανθασμένα ως η ιαπωνική εκδοχή της παμπ. Στην πραγματικότητα, όμως, βρίσκονται αντιμέτωπα με έναν απρόσμενο ανταγωνιστή: μια αλυσίδα βρετανικού τύπου παμπ με την ονομασία HUB. Η εταιρεία ιδρύθηκε το 1980 από τον πρόεδρο μιας μεγάλης αλυσίδας σούπερ μάρκετ, ο οποίος γνώρισε και αγάπησε την κουλτούρα των βρετανικών παμπ κατά τη διάρκεια παραμονής του στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Χρειάστηκαν χρόνια μέχρι οι Ιάπωνες πελάτες να συνηθίσουν την ιδέα ότι παραγγέλνουν και πληρώνουν απευθείας στο μπαρ. Σήμερα όμως η HUB διαθέτει 110 καταστήματα, από το Χοκάιντο στα βόρεια μέχρι το Κιούσου στα νότια. Η εταιρεία εισήχθη στο χρηματιστήριο του Τόκιο το 2023.
Το κατάστημα της HUB στην Όμια απέχει λιγότερο από 50 μέτρα από το Erakokyu.
Παρότι η αισθητική της αλυσίδας είναι ξεκάθαρα βρετανική, η προσέγγισή της στο μάρκετινγκ είναι ιδιαίτερα ιαπωνική.
«Συνεργαζόμαστε διαφημιστικά με γνωστά anime και manga, καθώς και με YouTubers και VTubers, δηλαδή δημιουργούς περιεχομένου που εμφανίζονται μέσω ψηφιακών χαρακτήρων. Έτσι προσεγγίζουμε κοινό που διαφορετικά δεν θα ερχόταν στα μαγαζιά μας. Κάποιοι από αυτούς γίνονται στη συνέχεια τακτικοί πελάτες», εξηγεί ο εκπρόσωπος της HUB, Τακάσι Ισιζούκα.
Η παρακολούθηση αθλητικών αγώνων σε μεγάλες οθόνες αποτελεί βασικό κομμάτι της εμπειρίας που προσφέρει η αλυσίδα, με το αγγλικό Premier League και το ιαπωνικό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου J League να έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Η εταιρεία συνεργάζεται με συλλόγους της J League ώστε το τοπικό κατάστημα HUB να λειτουργεί ως επίσημο σημείο συνάντησης των φιλάθλων τους.
Οι περισσότεροι αγώνες του επερχόμενου Παγκοσμίου Κυπέλλου θα διεξάγονται πολύ νωρίς το πρωί για την Ιαπωνία, γι’ αυτό η εταιρεία δεν περιμένει ότι θα αποτελέσουν τόσο ισχυρό πόλο έλξης όσο σε προηγούμενες διοργανώσεις.
«Επωφελούμαστε σημαντικά από την αύξηση του τουρισμού», προσθέτει ο Ισιζούκα. «Το γνωρίζουμε επειδή δεχόμαστε πολλές ερωτήσεις από ξενοδοχεία εκ μέρους δυτικών επισκεπτών που θέλουν να παρακολουθήσουν ζωντανά τον αγώνα της αγαπημένης τους ομάδας.»
Τον Απρίλιο, η εταιρεία ανακοίνωσε ετήσιες πωλήσεις ύψους 11,34 δισεκατομμυρίων γεν, περίπου 53 εκατομμύρια λίρες ή 71 εκατομμύρια δολάρια, και εκτίμησε ότι οι πωλήσεις θα αυξηθούν στα 12 δισεκατομμύρια γεν μέσα στην τρέχουσα οικονομική χρήση.
Παρ’ όλα αυτά, η αλυσίδα παραμένει πολύ μικρή σε σύγκριση με τα περίπου 17.000 izakaya που λειτουργούν σε ολόκληρη την Ιαπωνία. Η χώρα μάλλον δεν πρόκειται να εγκαταλείψει τόσο εύκολα το ωμό ψάρι και το ρύζι για χάρη του fish and chips.
Πηγή: The Guardian