Μαρτυρία που συγκλονίζει: 31 Έλληνες εγκλωβισμένοι στα «φλεγόμενα» ΗΑΕ
Μία βιωματική Οδύσσεια που ξεκίνησε από το περασμένο Σάββατο
Λίγες μόνο ώρες μετά την έναρξη των βομβαρδισμών από την πλευρά των Ιρανών ως αντίποινα των επιθέσεων που δέχθηκαν από Ισραήλ και ΗΠΑ σε διάφορες χώρες μεταξύ των οποίων και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, μια ομάδα 31 Ελλήνων ταξιδιωτών βρέθηκε εγκλωβισμένη χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την πατρίδα.
Αυτό που ξεκίνησε ως ένα απλό ταξίδι στη Σάρτζα μετατράπηκε σε μια απρόβλεπτη Οδύσσεια, ανάμεσα σε αεροδρόμια κι εναέριους χώρους που κλείνουν αιφνιδιαστικά και ξενοδοχεία που γίνονται προσωρινά καταφύγια με βάσεις αντιπυραυλικών συστημάτων.
Μία γυναίκα εκ των εγκλωβισμένων, η Χαρούλα Μανουρά περιγράφει τις στιγμές αβεβαιότητας, φόβου αλλά και αναμονής που ζει στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, με μοναδική επιθυμία την ασφαλή επιστροφή στην Ελλάδα η οποία ακόμη ωστόσο, δεν φαινεται στον ορίζοντα.
«Την Κυριακή η προκαθορισμένη πτήση επιστροφής από την Σάρτζα για την Αθήνα ήταν προγραμματισμένη για τις 9.40 το πρωί.
Αναχωρήσαμε περίπου στις 9.50 και κατά τις 10.30 μας ανακοινώθηκε από τον πιλότο, ότι ο εναέριος χώρος του Ιράν είναι κλειστός και πρέπει να επιστρέψουμε.
Εμείς φυσικά εκείνη τη στιγμή δεν ξέραμε για ποιο λόγο συνέβη όλο αυτό, παρά μόνο την ώρα που ήμασταν έτοιμοι να προσγειωθούμε όταν δύο ιρανικά μαχητικά μας πλησίασαν στην προσπάθειά τους να αναχαιτίσουν το δικό μας αεροσκάφος, ζητώντας παράλληλα από τον πιλότο ή να προσγειωθεί στην Τεχεράνη ή να γυρίσει άμεσα στην Σάρτζα.
Ο πιλότος ευτυχώς έκανε επί τόπου αναστροφή και μας γύρισε πίσω στα ΗΑΕ αλλά η προσπάθεια προσγείωσης στο αεροδρόμιο μας πήρε περίπου τρισίμηση ώρες.
Τελικά τα κατάφερε αλλά από εκεί και πέρα, άρχισε ένας νέος Γολγοθάς» περιγράφει αρχικά η κα. Μανουρά.
Και προσθέτει: «Μετά την προσγείωση περάσαμε περίπου τρεις ώρες μέσα στο αεροδρόμιο προσπαθώνας να θεωρήσουμε τα διαβατήρια κι αφού τελείωσε αυτή η περιπέτεια, πήγαμε στις αποσκευές μας. Εκεί μας ξεκαθάρισαν ότι δεν πρόκειται να πάρουμε τις βαλίτσες μας, καθώς επίσης και ότι πρέπει να βγούμε άμεσα από το αεροδρόμιο.
Εμείς από την πλευρά μας ζητήσαμε να πάμε στα γραφεία της El Arabia προκειμένου να κανονίσουμε διατροφή και διαμονή κι εκεί μας είπαν ότι πρέπει να βγούμε από το αεροδρόμιο κι εξωτερικά να ανεβούμε στον πρώτο όροφο προκειμένου να κανονίσουμε τα περαιτέρω. Καταλαβαίνετε ότι η κατάσταση ήταν δύσκολη. Με το που βγήκαμε από το αεροπλάνο αρχίσαμε να φωνάζουμε ποιοι είναι Έλληνες προκειμένου να συγκεντρωθούμε όλοι και να κανονίσουμε από κοινού το τι θα κάνουμε και το πως θα χειριστούμε την κατάσταση. Να είμαστε τουλάχιστον όλοι μαζί.
Βγήκαμε από το αεροδρόμιο και αποφασίσαμε ότι δύο άτομα θα ανέβουν στα γραφεία για να κανονίσουν το πώς θα φύγουμε και το που θα μείνουμε.
Οι δύο άνθρωποι αυτοί βρήκαν τα πάντα ερμητικά κλειστά. Πόρτες κλειδωμένες, και υπεύθυνοι που δεν επέτρεπαν σε κανέναν την είσοδο. Σταδιακά έβγαλαν όλο τον κόσμο και από τα κάτω διαζώματα, κλείδωσαν κι εκεί και δεν μας επέτρεπαν ούτε τουαλέτα να πάμε.
Βγήκαμε έξω γύρω στις 13.45 μετά το μεσημέρι, μέσα στη ζέστη, με ηλικιωμένους κι ένα παιδί ΑμεΑ, χωρίς νερό και σε κατάσταση αλλοφροσύνης από μερικούς, διότι δεν είχαν όλοι την ψυχραιμία να διαχειριστούν αυτό που συνέβαινε. Από τις 14.00 μέχρι τις 20.00 προσπαθούσαμε να έχουμε μια επικοινωνία, με τις ελληνικές χωρίς αυτό βέβαια να είναι εφικτό.
Με τα πολλά καταφέραμε κάποια στιγμή να βρούμε επαφή με τον πρέσβη, ενώ όσοι είμαστε εδώ δημιουργήσαμε μια ομάδα στα Social Media στην οποία ανά πέντε λεπτά μπαίνουν διάφοροι Έλληνες που βρίσκονται διάσπαρτοι στα Εμιράτα.
Άλλος στη Σάρτζα, άλλος στο Ντουμπάι, άλλος στο Άμπου Ντάμπι. Στις 8.10 πήραμε την απόφαση να μισθώσουμε ταξί προκειμένου να μας μεταφέρουν από το αεροδρόμιο στην πόλη.
Εδώ θα πρέπει να σου πω, ότι υπήρξαν άνθρωποι που έβαλαν χρήματα από την τσέπη τους προκειμένου να βοηθήσουν αυτούς που δεν είχαν καθόλου. Εγώ πριν από λίγο, βγήκα και πήρα ρούχα σε μια κοπέλα, την οποία την έχω υπό την προστασία μου γιατί δεν έχει άλλα χρήματα μαζί της.
Έχουμε μαζί μας κάποιους φοιτητές οι οποίοι επίσης δεν έχουν χρήματα. Ζήτησαν από τις οικογένειές τους να τους στείλουν, αλλά αυτές οι διαδικασίες εν μέσω τέτοιας κατάστασης χρειάζονται χρόνο. Έπρεπε να αλλάξω εγώ χρήματα σε ντίρχαμ, προκειμένου να έχουν να φάνε κάτι, γιατί προς το παρόν δεν μας έχουν καλύψει τα έξοδα διατροφής.
Φτάσαμε λοιπόν στη Σάρτζα το πρώτο βράδυ, μείναμε όπως μπορούσαμε να μείνουμε, πληρώνοντας ότι μπορούσαμε να πληρώσουμε.
Φως, αρχίσαμε να βλέπουμε μετά τις 11 το πρωί της επόμενης ημέρας, όταν επικοινώνησε ο πρέσβης και μας ζήτησε να του πούμε τι χρειαζόμαστε. Του είπαμε ότι χρειαζόμαστε οπωσδήποτε ένα λεωφορείο να έρθει να μας πάρει για να χωράμε όλοι κι ένα ξενοδοχείο με διαθεσιμότητα γιατί αυτό που μείναμε το βράδυ στη Σάρτζα είχε διαθεσιμότητα μόνο για ένα βράδυ.
Και όντως έτσι έγινε. Το πρωί ήρθε ένα λεωφορείο, μας παρέλαβε και μεταβήκαμε στο αεροδρόμιο για να μπορέσουμε να πάρουμε τουλάχιστον τις βαλίτσες μας. Εκεί μας σταμάτησαν ένα χιλιόμετρο μακριά και μας γύρισαν πίσω γιατί απαγορευόταν να πλησιάσουμε.
Γυρίσαμε πίσω στο ξενοδοχείο από το οποίο μας έδιωχναν και δεν ξέραμε που να πάμε.
Ευτυχώς εκείνη την ώρα μας ξαναπήρε ο πρέσβης και μας ζήτησε να κατευθυνθούμε προς το Ντουμπάι διότι είχε βρει δύο ξενοδοχεία για να καταλύσουμε. Το πρώτο ήταν στο κέντρο της πόλης, δίπλα στο Μπουρτζ Καλίφα και το δεύτερο δίπλα στο αεροδρόμιο του Ντουμπάι.
Επιλέξαμε το πρώτο για λόγους ασφαλείας. Το Μπουρτζ Καλίφα είναι το “διαμάντι” των ΗΑΕ και κάνουν τα πάντα για να το προστατεύσουν. Ήδη έχουν καταρρίψει πάρα πολλούς βαλλιστικούς πυραύλους που περνούν από δίπλα. Στο αεροδρόμιο ήταν πιο ερημιά όπως είναι κατανοητό, ενώ εδώ τα κτίρια έχουν τέσσερα και πέντε επίπεδα βαθιά μέσα στο έδαφος.
Ήρθαμε χθες Κυριακή και τώρα είμαστε όλοι ασφαλείς. Όλοι έχουν δωμάτιο. Με κάποιο τρόπο όλοι τρώνε κανονικά και από εκεί και πέρα είμαστε σε συνεχή επικοινωνία με τον πρέσβη και ψάχνουμε να βρούμε τρόπο επιστροφής στην Ελλάδα. Σήμερα (σ.σ. Δευτέρα) καταφέραμε επιτέλους και πήραμε τις βαλίτσες μας, αν και γι’ αυτό χρειάστηκε επίσης να περάσουμε έναν Γολγοθά. Στείλαμε δύο ανθρώπους να πάνε στο αεροδόμιο και να τις πάρουν. Είχαμε δώσει ήδη τα ονόματά τους για να μπορέσουν να περάσουν τα μπλόκα. Έφτασαν κι έκαναν ότι δεν γνώριζαν τίποτα απ’ όλα όσα είχαν συμβεί. Εκεί υπήρχε μόνο ένας σεκιούριτι απ’ έξω, ενώ μέσα δεν φαινόταν να υπάρχει ψυχή. Τους άφησαν να περιμένουν μέσα στη ζέστη για ένα τρίωρο, μέχρι τελικά να τις παραλάβουν και να έρθουν στα χέρια μας. Τώρα τα πράγματα είναι σαφώς πιο ήρεμα, καθώς οι περισσότεροι φροντίσαμε να κρατήσουμε την ψυχραιμία μας παρά τις δύσκολες στιγμές που βιώσαμε και εξακολουθούμε να βιώνουμε. Μια δύσκολη κατάσταση ακόμη και για τους ντόπιους. Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν εδώ και μας λένε ότι δεν έχουν ζήσει ποτέ ξανά κάτι παρόμοιο.
Τούτη την ώρα που μιλάμε, η ασφάλεια του εναέριου χώρου εξακολουθεί να βρίσκεται σε κόκκινο συναγερμό και κάποιοι τα έχουν κάπως χαμένα. Δεν ξέρουν που να πάνε και τι να κάνουν. Τώρα πια, μπορώ να πω ότι εδώ στο Ντουμπάι είμαστε ασφαλείς και περιμένουμε να ανοίξει ο εναέριος χώρος για να επιστρέψουμε».
Σε ερώτηση για τους λόγους για τους οποίους άνθρωποι βρέθηκαν στη Σάρτζα αυτή τη δύσκολη εποχή, η κα. Μανουρά υπογραμμίζει πως «οι λόγοι του ταξιδιού για τον καθένα ήταν διαφορετικοί. Εγώ για παράδειγμα, έχω επιχειρήσεις εδώ, αλλά ήρθαν και οι φίλοι μου οπότε συνδύασα επαγγελματικά και αναψυχή.
Άλλοι ήρθαν μόνο για δουλειές, άλλοι μόνο για αναψυχή. Μια κοπέλα ήρθε για σεμινάρια κομμωτικής, έχουμε εδώ σπουδαστές από την Αλβανία, ενώ κάποια άλλα νεαρά παιδιά επίσης ήρθαν εδώ για να κάνουν πρόταση γάμου. Ο καθένας βρίσκεται εδώ για τους δικούς του λόγους και όχι γι’ αυτές τις φρικαλεότητες που διαβάζουμε στα ΜΜΕ.
Είμαστε έξαλλοι με αυτά που γράφονται και είναι ντροπή τους. Έφτασαν στο σημείο να θίγουν μια μητέρα με τέσσερα παιδιά, επειδή μιλούσε σπαστά ελληνικά».
Όσο για το αν υπήρχαν στιγμές που βρέθηκαν σε δύσκολη θέση εξαιτίας των βομβαρδισμών, η ελληνίδα επιχειρηματίας συμπληρώνει:
«Καταρχάς σε κάθε ουρανοξύστη εδώ έχουν στήσει μέσα σε μια νύχτα αντιπυραυλικά συστήματα για να καταρρίψουν οτιδήποτε περάσει. Η αλήθεια είναι οτι βιώσαμε δύσκολες καταστάσεις, διότι και χθες στη Σάρτζα ακούγαμε βομβαρδισμούς και σήμερα το πρωί στις 9 ήχησαν οι σειρήνες κι εδώ και στο Αμπού Ντάμπι. Χθες το βράδυ ήχησαν επίσης σειρήνες και τους κατέβασαν όλους στα υπόγεια, σύμφωνα με όσα μετέφεραν εδώ κάποιοι Κύπριοι τους οποίους συναντήσαμε».
Τέλος σχετικά με το αν υπάρχει φως στην άκρη του τούνελ της επιστροφής η κα. Μανουρά σημειώνει πως «για την ώρα ο εναέριος χώρος παραμένει κλειστός, αλλά σε επικοινωνία που είχα με τον πρέσβη μετά τη σύσκεψη που είχε με τον πρωθυπουργό και τους άλλους αξιωματούχους ότι στην Αθήνα ειδικά αεροσκάφη ελληνικών αερογραμμών βρίσκονται σε ετοιμότητα για την μεταφορά, αλλά από χθες έχει κλείσει και ο εναέριος χώρος του Ομάν, ενώ από σήμερα (σ.σ. χθες) έκλεισε και η Κύπρος. Δεν μπορεί να πετάξει τίποτα. Ελπίζουμε να τελειώσει όλο αυτό γρήγορα, γιατί υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο να τραβήξει σε μάκρος. Και αυτό είναι κάτο που δεν θα το αντέξουμε».



