Ο Μαντέλα ως καθρέφτης του σήμερα: Η ομιλία του Ζοράν Μάμντανι για την αλληλεγγύη και τη δικαιοσύνη

Σε ομιλία που έδωσε προς τιμήν της Ημέρας του Νέλσον Μαντέλα, ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης αναλογίζεται τι μπορεί να μας διδάξει ο Μαντίμπα σε μια εποχή διχασμού

Parallaxi
ο-μαντέλα-ως-καθρέφτης-του-σήμερα-η-ομι-1464397
Parallaxi
Προσθέστε την parallaximag.gr ως προτεινόμενη πηγή στη Google

Ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης, Ζοράν Μάμντανι, μιλά για την παρακαταθήκη του Νέλσον Μαντέλα και τη διαχρονική σημασία της αλληλεγγύης, της δικαιοσύνης και της ελευθερίας.

Σε μια ομιλία με έντονο πολιτικό και προσωπικό χαρακτήρα, ο Μάμντανι ανατρέχει στις παιδικές του αναμνήσεις από τον Μαντίμπα, αλλά και σε μια ιστορική δημόσια συζήτηση του Νοτιοαφρικανού ηγέτη με τον δημοσιογράφο Τεντ Κόπελ, για να υποστηρίξει ότι η κληρονομιά του Μαντέλα δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένα ακίνδυνο σύμβολο του παρελθόντος.

Ακολουθεί η ομιλία του Ζοράν Μαμντάνι: 

Τι προνόμιο είναι να βρισκόμαστε όλοι μαζί για να τιμήσουμε την ηγετική παρακαταθήκη του Ιδρύματος Νέλσον Μαντέλα. Εδώ και 27 χρόνια, ο οργανισμός αυτός επιμένει ότι η κληρονομιά του Μαντίμπα δεν ανήκει μόνο στα μουσεία, αλλά και στα κινήματα για την ελευθερία. Θα ήθελα να αναγνωρίσω έναν άνθρωπο του οποίου η κληρονομιά συνεχίζει να ζει μέσα στα εκατομμύρια ανθρώπων που ενέπνευσε.

Ο Μαντίμπα ζει σε κάθε διαμαρτυρία για τη δικαιοσύνη, σε κάθε έκκληση για δημοκρατία, σε κάθε πορεία με ένα δίκαιο αίτημα. Ζει σε κάθε township και σε κάθε παραγκούπολη όπου η αξιοπρέπεια παραμένει ακόμη απρόσιτη — και ζει σε κάθε άνθρωπο που απλώνει το χέρι για να την κατακτήσει, που εργάζεται όλη μέρα και επιστρέφει στο σπίτι με φαγητό για τους πεινασμένους και φάρμακα για τους αρρώστους. Ο Μαντίμπα ζει κάθε φορά που κάποιος γίνεται μάρτυρας της καταπίεσης, της ανάγκης ή της δυστυχίας και αρνείται να τα αποδεχθεί ως αναπόφευκτα, αλλά τα βλέπει ως κάτι απέναντι στο οποίο όλοι μπορούμε να αγωνιστούμε. Τόσοι πολλοί από εμάς βρισκόμαστε σήμερα εκεί όπου βρισκόμαστε — μπορούμε να φανταστούμε τις αρχές ως κάτι εφικτό — μόνο και μόνο επειδή ο Μαντίμπα μάς έδειξε τον δρόμο.

Με κάθε κριτήριο, ο Μαντίμπα ήταν ο πρώτος. Ο πρώτος μαύρος πρόεδρος της Mzansi. Ο πρώτος αρχηγός κράτους της Νότιας Αφρικής που εξελέγη σε δημοκρατικές εκλογές, με την ψήφο Νοτιοαφρικανών κάθε χρώματος. Όμως για ένα πεντάχρονο παιδί στο Κέιπ Τάουν του 1996, που έβλεπε το πρόσωπο του Μαντίμπα σε πανό να ανεμίζουν στις προσόψεις των κτιρίων, αντιπροσώπευε κάτι εντελώς διαφορετικό: ο Μαντίμπα ήταν ο πρώτος πρόεδρος που γνώρισα ποτέ — ένας άνθρωπος που, έτσι έμοιαζε τότε, είχε τη δύναμη να αλλάξει τον κόσμο.

Είναι δύσκολο να εξηγήσω τι σήμαινε αυτό για ένα παιδί, οπότε ας το θέσω ως εξής: δίπλα στα παιδικά μου μαγνητάκια στο ψυγείο, με τον Ντέιβιντ Σίμαν, τον Σιλβέν Βιλτόρ και την ομάδα της Άρσεναλ, υπήρχε κι ένα μαγνητάκι του Μαντίμπα με τη φανέλα της Bafana Bafana. Όταν επιστρέφω στα πρώτα χρόνια της ζωής μου, το μάθημα που θυμάμαι περισσότερο είναι ότι η δικαιοσύνη πρέπει να είναι κάτι περισσότερο από ένα ιδανικό· πρέπει να έχει υλική υπόσταση. Και θυμάμαι έναν ηγέτη, μεγαλύτερο από τη ζωή, που έβλεπε τον ίδιο κόσμο που εγώ μόλις άρχιζα να διακρίνω και προσπαθούσε — προσπαθούσε πάντα — να χρησιμοποιήσει τη δύναμή του για να τον αλλάξει.

Τα χρόνια πριν από τον θάνατό του, ο Μαντίμπα ανυψώθηκε σε ένα πάνθεον πέρα από τους κοινούς θνητούς. Σήμερα, το Κέντρο Νόμπελ Ειρήνης τον περιγράφει ως «Μεσσία για εκατομμύρια ανθρώπους». Αν κάποιος άξιζε τέτοια λατρεία, αυτός ήταν ο Μαντίμπα. Ίσως εκείνον να είχε στο μυαλό του ο Riky Rick όταν ράπαρε: «Ό,τι κάνω, θέλουν να το κάνουν / Ό,τι λέω, θέλουν να το πουν».

Κι όμως, απόψε, καθώς συγκεντρωνόμαστε για να επαναδεσμευτούμε σε όσα η ηγεσία του Μαντίμπα απέδειξε ότι μπορούν να γίνουν εφικτά, πρέπει επίσης να αναγνωρίσουμε ότι το να τον αντιμετωπίζουμε περισσότερο ως μύθο παρά ως άνθρωπο είναι μια βαθιά αδικία απέναντί του. Είναι σαν να αγιοποιούμε έναν άνθρωπο που κάποτε είπε χαρακτηριστικά: «Δεν είμαι άγιος, εκτός κι αν θεωρείτε άγιο έναν αμαρτωλό που συνεχίζει να προσπαθεί».

Ήταν άνθρωπος, εξίσου ευάλωτος στην αμφιβολία για τον εαυτό του όσο οποιοσδήποτε από εμάς. Ήταν μέλος ενός κινήματος που ήταν εξίσου επιρρεπές στις εσωτερικές συγκρούσεις όσο κάθε συλλογικότητα που βαδίζει, μέσα από μια μακρά και δύσκολη διαδρομή, προς έναν ευγενή στόχο. Ήταν ένας ηγέτης που πέτυχε σεισμικές νίκες — κι όμως ο αγώνας για την οικοδόμηση της Νότιας Αφρικής που ονειρεύτηκε δεν έχει ακόμη τελειώσει.

Τι δώρο είναι το γεγονός ότι ο Μαντίμπα ήταν ατελής, όπως όλοι μας. Γιατί είναι αδύνατο να μιμηθεί κανείς έναν μεσσία· το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να τον λατρεύει. Είναι, όμως, η ανθρωπιά του που μας επιτρέπει να κοιτάξουμε προς την επόμενη γενιά ηγετών και να πούμε ειλικρινά: κι εσύ μπορείς να γίνεις Μαντίμπα.

Βρισκόμαστε απόψε εδώ για να εγκαινιάσουμε το Παγκόσμιο Φόρουμ Ηγεσίας του Ιδρύματος Μαντέλα — για να συνεχίσουμε τον αγώνα για την αξιοπρέπεια που καθοδήγησε τον Μαντίμπα σχεδόν έναν αιώνα. Είμαστε εδώ για να χαράξουμε μια πορεία μέσα από τα ταραγμένα νερά που ανοίγονται μπροστά μας — σε ένα παγκόσμιο τοπίο που συνταράσσεται από αυταρχικούς ηγέτες και διαφθορά, όπου δικαιώματα αφαιρούνται μέσα στη νύχτα και το απαρτχάιντ, με διαφορετικές μορφές, εξακολουθεί να επιβιώνει. Είμαστε εδώ όλοι μαζί, αναζητώντας απαντήσεις, προσπαθώντας να κατανοήσουμε αυτά τα ρήγματα και πασχίζοντας να ηγηθούμε μέσα σε μια εποχή αναταραχής.

Συχνά, σε περιστάσεις σαν τη σημερινή, ο άνθρωπος που έχει την τύχη να στέκεται εκεί όπου στέκομαι τώρα κοιτάζει το κοινό και του ζητά να φανταστεί τι θα έλεγε ή τι θα έκανε ο Μαντίμπα αν βρισκόταν σήμερα εδώ. Γιατί να μην θέσουμε, αντί γι’ αυτό, στον εαυτό μας ένα διαφορετικό ερώτημα: όταν ήταν εδώ, τι είπε; Και τι του απαντήσαμε εμείς;

Δεν χρειάζεται να ταξιδέψουμε μακριά για να βρούμε την απάντηση. Ανοίξτε αυτές τις πόρτες, περπατήστε δύο λεπτά μέχρι τον σταθμό B ή D στη 42η Οδό και πάρτε το τρένο για την 125η. Περπατήστε άλλα δέκα λεπτά και θα βρεθείτε μπροστά στο Aaron Davis Hall του CUNY. Εκεί, στις 21 Ιουνίου 1990, μόλις τέσσερις μήνες μετά την απελευθέρωσή του από το Ρόμπεν Άιλαντ, ο Μαντίμπα συμμετείχε σε μια ανοιχτή δημόσια συζήτηση με τον δημοσιογράφο του ABC News, Τεντ Κόπελ.

Τα μάτια όλου του κόσμου ήταν στραμμένα πάνω του από τότε που βγήκε από τη φυλακή εκείνον τον Φεβρουάριο — όπως άλλωστε συνέβαινε επί δεκαετίες. Για πρώτη φορά, όμως, μπορούσε να κοιτάξει πίσω και να απαντήσει στο ερώτημα αν ήταν πράγματι όλα όσα τον είχαν κάνει να μοιάζει.

Πολλοί ενδιαφέρονταν να αποδείξουν ότι δεν ήταν. Ο Κόπελ είχε μετατρέψει μια δημόσια συζήτηση σε ενέδρα. Στο κοινό, αλλά και μέσω δορυφορικής σύνδεσης από τη Νότια Αφρική, βρίσκονταν άνθρωποι έτοιμοι να επιτεθούν στον Μαντίμπα και να τον απομονώσουν.

Ο Κεν Άντελμαν, συντηρητικός σχολιαστής που αργότερα θα γινόταν ένας από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές της εισβολής στο Ιράκ, ανέκρινε τον Μαντίμπα για τις σχέσεις του με ηγέτες τους οποίους οι Ηνωμένες Πολιτείες θεωρούσαν εχθρούς. Ο Μαντίμπα αρνήθηκε να πέσει στην παγίδα και απάντησε: «Ένα από τα λάθη που κάνουν ορισμένοι πολιτικοί αναλυτές είναι να πιστεύουν ότι οι εχθροί τους πρέπει να είναι και δικοί μας εχθροί».

Ο Κους φαν ντερ Μέρβε, ηγέτης του Νοτιοαφρικανικού Συντηρητικού Κόμματος, μίλησε στον Μαντίμπα σαν να ήταν απείθαρχος μαθητής, λέγοντάς του: «Αφήστε στην άκρη τη βίαιη εκστρατεία, ελάτε να καθίσετε, γίνετε ένας φυσιολογικός άνθρωπος και συζητήστε — και, τέλος, ξεχάστε τον κομμουνισμό». Ο Μαντίμπα χαμογέλασε. Στη συνέχεια, στα αφρικάανς, απάντησε: «Χαίρομαι που σας γνωρίζω. Ελπίζω ότι κάποια μέρα θα έχουμε την ευκαιρία να συζητήσουμε τις υποθέσεις της χώρας μας».

Μπορείτε να φανταστείτε πώς εξελίχθηκαν τα υπόλοιπα 80 λεπτά. Ξανά και ξανά, ο Μαντίμπα αντιμετωπιζόταν αφ’ υψηλού και παρουσιαζόταν ως τρομοκράτης, βίαιος εξτρεμιστής, εμπόδιο στην ειρήνη. Μετά από κάθε εχθρική ερώτηση, ο Κόπελ έστριβε κι άλλο το μαχαίρι, περιμένοντας να δει αν ο Μαντίμπα θα «ματώσει». Κι όμως, κάθε φορά, ο Μαντίμπα απαντούσε στις ερωτήσεις που του έθεταν — ήρεμα και αργά.

Και τότε, περίπου μία ώρα μετά την έναρξη της εκδήλωσης, ο Κόπελ επανήλθε στο ζήτημα της υποστήριξης του Μαντίμπα στον αγώνα των Παλαιστινίων. Η αλληλεγγύη αυτή, τον ρώτησε, σήμαινε άραγε ότι ήταν διατεθειμένος να αποξενώσει την εβραϊκή κοινότητα;

Ήταν μια τόσο κατασκευασμένη ερώτηση, ώστε ο Μαντίμπα αναγκάστηκε να ζητήσει από τον Κόπελ να διευκρινίσει τι ακριβώς εννοούσε. Και, για να είμαστε ειλικρινείς, είναι ένα ερώτημα που ακούγεται οικείο — ένα ερώτημα που έχω δεχθεί και εγώ ο ίδιος πολλές φορές με διαφορετικές διατυπώσεις: αν δηλαδή η αντίθεση στα εγκλήματα πολέμου του Ισραήλ και στις παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου σε καθιστά κατά κάποιον τρόπο εχθρικό απέναντι σε έναν ολόκληρο λαό.

Ο Μαντίμπα απέρριψε την ίδια τη βάση του ερωτήματος. Αντί γι’ αυτό, το μετέτρεψε σε ένα διαφορετικό ερώτημα: μπορεί να υπάρξει μια πολιτική οικουμενικότητας όταν είναι γεμάτη εξαιρέσεις; Μπορεί οποιοσδήποτε από εμάς να είναι ελεύθερος αν κάποιοι από εμάς δεν είναι;

Προς το τέλος της απάντησής του, είπε: «Μπορείτε να το αποκαλέσετε πολιτικό ζήτημα ή ηθικό ζήτημα, αλλά όποιος αλλάζει τις αρχές του ανάλογα με το ποιον έχει απέναντί του — αυτός δεν είναι άνθρωπος που μπορεί να ηγηθεί ενός έθνους».

Η υποκρισία και η πολιτική σκοπιμότητα ασκούν ισχυρή έλξη. Πολύ συχνά είναι ευκολότερο να κάνεις μια παραχώρηση, να εγκαταλείψεις μια πεποίθηση που διατηρούσες επί χρόνια, να απαρνηθείς μια αρχή, παρά να παραμείνεις σταθερός.

Αυτό ίσχυε όταν ο κόσμος ζητούσε από τον Μαντίμπα να συμβιβαστεί στο ζήτημα του απαρτχάιντ. Ίσχυε όταν πολλοί του ζητούσαν να εγκαταλείψει τον παλαιστινιακό αγώνα για την ελευθερία. Και εξακολουθεί να ισχύει και σήμερα.

Εκείνη τη στιγμή, όμως, καθώς ο Τεντ Κόπελ τον πίεζε κάτω από τα εκτυφλωτικά φώτα, ο Μαντίμπα μάς έδειξε τη δύναμη μιας οικουμενικής και αδιαπραγμάτευτης αλληλεγγύης — μιας αλληλεγγύης που απευθύνεται σε όλους, ακόμη κι όταν η αδικία αμφισβητείται, ακόμη κι όταν πολλοί προσπαθούν να αρνηθούν αυτό που γνωρίζεις ότι είναι αλήθεια. Η αλληλεγγύη, όπως μας είπε ο πάπας Φραγκίσκος, είναι άβολη. Η αλληλεγγύη, όπως απέδειξε ο Μαντίμπα επί 95 χρόνια, δεν είναι απλώς μια αξία· είναι στρατηγική.

Απαιτώντας αλληλεγγύη από τον εαυτό του και από τον καθένα μας, ο Μαντίμπα γίνεται κάτι περισσότερο από άνθρωπος, κάτι περισσότερο από μεσσίας: γίνεται καθρέφτης.

Όταν ακούμε την άρνησή του να εγκαταλείψει εκείνους με τους οποίους μοιραζόταν έναν κοινό αγώνα, αναγνωρίζουμε άραγε τον εαυτό μας; Όταν ακούμε την προθυμία του να χάσει την εξουσία προτού χάσει τον εαυτό του, αναγνωρίζουμε άραγε τον εαυτό μας; Όταν ακούμε την αφοσίωσή του στην αλληλεγγύη, όχι ως αφηρημένη έννοια αλλά ως κάλεσμα σε δράση, αναγνωρίζουμε άραγε τον εαυτό μας; Ή αναγνωρίζουμε μόνο την εκδοχή του Μαντέλα που δεν απαιτεί τίποτα από εμάς; Πάρα πολλοί κάνουν ακριβώς αυτό.

Σκέφτομαι τους Συντηρητικούς στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι οποίοι, μετά τον θάνατό του, περιέγραψαν τον Μαντίμπα ως «αληθινό παγκόσμιο ήρωα», παρότι είχαν περάσει τη δεκαετία του 1980 αντιτιθέμενοι στις κυρώσεις, στο ANC και στην απελευθέρωσή του.

Σκέφτομαι εκείνους στα υψηλότερα κλιμάκια της ομοσπονδιακής κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίοι ισχυρίζονταν ότι τιμούσαν τον Μαντίμπα, αλλά τον διατήρησαν σε λίστες παρακολούθησης τρομοκρατών έως το 2008, όταν ήταν 90 ετών.

Σκέφτομαι τους δεσμοφύλακες που κακοποίησαν τον Μαντίμπα, αφήνοντάς τον με μόνιμη βλάβη στην όραση από την εργασία του σε λατομείο ασβέστη χωρίς προστατευτικό εξοπλισμό, και οι οποίοι παρ’ όλα αυτά παρέστησαν στην κηδεία του.

Σκέφτομαι όλους αυτούς τους ανθρώπους, όλες αυτές τις στιγμές υποκρισίας, και βρίσκομαι χωρίς απάντηση. Και τότε θυμάμαι τον Μαντίμπα — έναν άνθρωπο με την ικανότητα να συγχωρεί, έναν άνθρωπο που προσέφερε αλληλεγγύη σε όλους.

Μόνο μέσα από αυτή την αλληλεγγύη μπόρεσε η Νότια Αφρική να οραματιστεί ένα μέλλον διαφορετικό από το παρελθόν της. Και μόνο μέσα από αυτή την αλληλεγγύη μπορούμε κι εμείς να κάνουμε το ίδιο.

Σε τρεις ημέρες από σήμερα, ο κόσμος θα τιμήσει την Ημέρα Νέλσον Μαντέλα. Παιδιά σε δημοτικά σχολεία θα κάνουν παρουσιάσεις, ηγέτες του κόσμου θα εκδώσουν δηλώσεις και εκατομμύρια άνθρωποι θα συγκεντρωθούν για να τιμήσουν την κληρονομιά του Μαντίμπα.

Θα τιμήσουμε την Ημέρα Μαντέλα και εδώ, στη Νέα Υόρκη. Νεοϋορκέζοι και από τους πέντε δήμους της πόλης θα αναλογιστούν την αδιάκοπη πορεία του Μαντίμπα προς την ελευθερία.

Θα σκεφτούμε οργανώσεις όπως οι Jews for Racial and Economic Justice, ή JFREJ, οι οποίες συγκεντρώθηκαν για πρώτη φορά την εβδομάδα της δημόσιας συζήτησης με τον Τεντ Κόπελ, για να δείξουν πόσοι Εβραίοι Νεοϋορκέζοι στέκονταν στην πραγματικότητα αλληλέγγυοι προς τον Μαντίμπα και να πραγματοποιήσουν μια τελετή Σαμπάτ, συγκεντρώνοντας 50.000 δολάρια για τον αγώνα κατά του απαρτχάιντ.

Και καθώς θυμόμαστε τον Μαντίμπα ως άνθρωπο, ορισμένοι από εμάς — κι εγώ ανάμεσά τους — θα θέσουμε στον εαυτό μας ένα πιο δύσκολο ερώτημα: ποιον αντιμετωπίζουμε σήμερα όπως αντιμετωπιζόταν ο Μαντίμπα προτού η Ιστορία τον ανακηρύξει μεσσία; Για κάθε καλό λόγο με τον οποίο περιγράφουμε σήμερα τον Μαντίμπα, ποιος περιγράφεται σήμερα με τον τρόπο που ο Τεντ Κόπελ περιέγραφε τότε εκείνον;

Ποιος άλλος είδε την ανθρωπιά του να τίθεται υπό όρους και άκουσε ότι η ελευθερία του μπορεί να περιμένει; Ποιος άλλος ηγείται σήμερα ενός αγώνα που θα δοξάσουμε εκ των υστέρων, αλλά τον οποίο τώρα συκοφαντούμε; Ποιος άλλος χρειάζεται την αλληλεγγύη μας;

Σκέφτομαι τον Ομάρ Ελ Ακάντ, ο οποίος έγραψε ένα βιβλίο με τον τίτλο «Μια μέρα, όλοι θα λένε ότι ήταν πάντα αντίθετοι σε αυτό». Η φράση αυτή αποτυπώνει μία από τις πιο σκληρές και οικείες συνήθειες της Ιστορίας. Κάποια στιγμή, σχεδόν όλοι ισχυρίζονται ότι αντιτάχθηκαν στο απαρτχάιντ. Κάποια στιγμή, σχεδόν όλοι ισχυρίζονται ότι στάθηκαν στο πλευρό του Μαντίμπα, ότι στάθηκαν στο πλευρό του δρος Κινγκ. Κάποια στιγμή, σχεδόν όλοι θα ισχυριστούν ότι αντιτάχθηκαν σε τόσες αδικίες όσες δικαιολογούν σήμερα.

Όμως η δικαιοσύνη δεν μετριέται από το πού στεκόμαστε αφού η Ιστορία έχει εκδώσει την ετυμηγορία της. Μετριέται από το πού στεκόμαστε όταν η ετυμηγορία ακόμη διαμορφώνεται.

Γιατί πρέπει να περιμένουμε μέχρι να θάψουν χιλιάδες ακόμη γονείς τα παιδιά τους, μέχρι χιλιάδες ακόμη άνθρωποι να χάσουν τα άκρα τους, τα σπίτια τους και το μέλλον τους, για να ενωθούμε και να απαιτήσουμε την ελευθερία των Παλαιστινίων;

Ποιος άλλος ηγείται σήμερα ενός αγώνα που θα δοξάσουμε εκ των υστέρων, αλλά τώρα συκοφαντείται; Ποιος άλλος χρειάζεται την αλληλεγγύη μας;

Γιατί πρέπει ο δρ Χουσάμ Αμπού Σαφίγια να περιμένει περισσότερο από 18 μήνες για την ελευθερία του, κρατούμενος από το Ισραήλ — κράτηση που συνεχίζεται μέχρι σήμερα — αφού ο κόσμος τον είδε να απάγεται καθώς έφευγε από το νοσοκομείο του και να μαραζώνει στη φυλακή;

Γιατί πρέπει να περιμένουμε ενώ ο Ουμάρ Χαλίντ εισέρχεται στον έκτο χρόνο της κράτησής του στο Δελχί — πολιτικός κρατούμενος φυλακισμένος με τις ίδιες κατασκευασμένες κατηγορίες περί τρομοκρατίας που είχαν απαγγελθεί και στον Μαντίμπα;

Γιατί πρέπει να περιμένουμε για να σταθούμε σταθερά στο πλευρό των μεταναστών που στοχοποιούνται και γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης — είτε πρόκειται για τον Χουάν Σεμπαστιάν Ντουράν Γκερέρο, ο οποίος πυροβολήθηκε στο κεφάλι από την ICE στο Μπίντεφορντ του Μέιν, τη Δευτέρα, είτε για τον Αμαραμίρο Εμανουέλ και τον Εκπεγιόνγκ Άντριου, δύο Νιγηριανούς που σκοτώθηκαν την περασμένη εβδομάδα στους δρόμους της Νότιας Αφρικής, όπου η ξενοφοβία κλιμακώνεται; Γιατί πρέπει να περιμένουμε για να δείξουμε αλληλεγγύη μέχρι τη στιγμή που αυτή δεν θα μας κοστίζει πλέον τίποτα;

Η ευθύνη να απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα, με ειλικρίνεια και πληρότητα, βαραίνει τον καθένα από εμάς. Είναι δική μας ευθύνη να εντάξουμε την αλληλεγγύη ακόμη βαθύτερα στη ζωή μας, στην πολιτική μας και στον τρόπο με τον οποίο κινούμαστε μέσα στον κόσμο.

Δεν είναι εύκολο. Ο κόσμος στον οποίο ζούμε είναι σχεδιασμένος για να μας διχάζει. Τα κίνητρα του κέρδους και οι αλγόριθμοι είναι σχεδιασμένα ώστε να μας στρέφουν τον έναν εναντίον του άλλου. Οι λίγοι που έχουν πολλά εκμεταλλεύονται τους πολλούς που έχουν λίγα. Εξακολουθούμε να αντιμετωπίζουμε τη γενοκτονία στη Γάζα και τους πολέμους σε ολόκληρο τον κόσμο. Και, όπως πάντα, υπάρχουν χρήματα για να κερδηθούν και εξουσία για να κατακτηθεί μέσα από τη δαιμονοποίηση των φτωχών και την υποδαύλιση του φυλετικού μίσους.

Όλες αυτές οι δυνάμεις έχουν σχεδιαστεί για να μας απομακρύνουν τον έναν από τον άλλον. Για να μας κάνουν να γυρίσουμε την πλάτη ο ένας στον άλλον. Όμως δεν ήταν αυτές οι ίδιες οι συνθήκες που ξεπέρασε ο Μαντίμπα; Όταν ο Μαντίμπα έφτασε στο ανεμοδαρμένο Ρόμπεν Άιλαντ, έχοντας αποκοπεί από τον έξω κόσμο, ευνοούσε αυτό την αλληλεγγύη; Όταν υπέμεινε δεκαετίες φυλετικής κυριαρχίας και απανθρωποποίησης, ευνοούσε αυτό την αλληλεγγύη; Όταν κυβερνήσεις και εταιρείες επιστράτευσαν τεράστιο πλούτο και δύναμη για να διατηρήσουν το απαρτχάιντ, ευνοούσε αυτό την αλληλεγγύη;

Η αλήθεια είναι ότι η αλληλεγγύη ίσως καλλιεργείται καλύτερα από τις ίδιες τις συνθήκες που επιδιώκουν να την καταστρέψουν. Οι εργαζόμενοι εξεγείρονται όταν τα αφεντικά περιορίζουν τα δικαιώματά τους. Οι πολίτες ενώνονται όταν οι αυταρχικοί ηγέτες επιβάλλουν βίαιη καταστολή. Κάθε αγώνας για ένα καλύτερο μέλλον ξεκίνησε σε μια στιγμή κατά την οποία αυτό το μέλλον έμοιαζε για πάντα απρόσιτο. Όπως είπε ο δρ Κινγκ το βράδυ πριν δολοφονηθεί: «Μόνο όταν σκοτεινιάσει αρκετά μπορείς να δεις τα αστέρια».

Σίγουρα τώρα έχει σκοτεινιάσει αρκετά. Όμως σίγουρα, όλοι μαζί, σε αυτή την αίθουσα, μπορούμε να δούμε τα αστέρια. Εκείνες τις μικρές εστίες φωτός που είναι οι εργαζόμενοι άνθρωποι οι οποίοι στέκονται ο ένας δίπλα στον άλλον και απαιτούν αξιοπρέπεια. Είναι οι διαδηλωτές που βαδίζουν μέσα στη ζέστη και στο κρύο ζητώντας να σταματήσουν ο πόλεμος και η δυστυχία. Είναι εκείνοι που, έχοντας ελάχιστα στο όνομά τους, εξακολουθούν να ανοίγουν τα χέρια τους για να προσφέρουν το λίγο που διαθέτουν σε όσους έχουν ακόμη λιγότερα.

Η αλληλεγγύη δεν είναι τελειότητα. Η αλληλεγγύη δεν είναι καθαρότητα. Η αλληλεγγύη είναι οι άνθρωποι που επιλέγουν ο ένας τον άλλον, κάποιες φορές ακόμη και πάνω από τον ίδιο τους τον εαυτό. Η αλληλεγγύη, φίλοι μου, συχνά μοιάζει αδύνατη — σαν κάτι που μόνο μια μυθική μορφή θα μπορούσε να κάνει πραγματικότητα. Κι όμως, όπως μας θυμίζει ο Μαντίμπα, μέσα από τη ζωή που έζησε, την ηγεσία που επέδειξε και τα λόγια που είπε: «Πάντα φαίνεται αδύνατο, μέχρι να γίνει».

Ας το κάνουμε μαζί.

Σας ευχαριστώ θερμά.

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα