ΕΕΝ: Δώδεκα ημέρες για να αποφασιστεί το μέλλον του ελληνικού κινηματογράφου
Η δημόσια διαβούλευση για τις νέες ρυθμίσεις που αφορούν το πρόγραμμα Cash Rebate Greece και τα Επιλεκτικά Προγράμματα Χρηματοδότησης του ΕΚΚΟΜΕΔ ολοκληρώθηκε τη Δευτέρα (20/7).
Τις σοβαρές επιφυλάξεις της για το νομοσχέδιο -το οποίο έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από διάφορους κλάδους του πολιτισμού- που αφορά το νέο πλαίσιο χρηματοδότησης του οπτικοακουστικού τομέα εκφράζει η και Ένωση Ελληνικού Ντοκιμαντέρ.
Με αφορμή την ολοκλήρωση της δημόσιας διαβούλευσης, η Ένωση γνωστοποίησε ότι κατέθεσε αναλυτικές προτάσεις, επισημαίνοντας τρία βασικά ζητήματα που, όπως υποστηρίζει, ενδέχεται να δημιουργήσουν σημαντικά προβλήματα στην εφαρμογή του νέου θεσμικού πλαισίου.
Η δημόσια διαβούλευση για τις νέες ρυθμίσεις που αφορούν το πρόγραμμα Cash Rebate Greece και τα Επιλεκτικά Προγράμματα Χρηματοδότησης του ΕΚΚΟΜΕΔ ολοκληρώθηκε τη Δευτέρα (20/7).
Όπως επισημαίνει η Ένωση Ελληνικού Ντοκιμαντέρ, το σχέδιο νόμου αναρτήθηκε το βράδυ της 7ης Ιουλίου, δίνοντας στους επαγγελματίες του οπτικοακουστικού χώρου μόλις δώδεκα ημέρες για να μελετήσουν και να τοποθετηθούν επί ενός εκτενούς νομοθετήματος, το οποίο – όπως τονίζει – αναμένεται να επηρεάσει καθοριστικά την εθνική κινηματογραφική πολιτική για τα επόμενα χρόνια.
Στην παρέμβασή της, η Ένωση αναφέρει ότι υπέβαλε ολοκληρωμένες προτάσεις βελτίωσης του νομοσχεδίου, ενώ παράλληλα αναδεικνύει τρεις από τις σημαντικότερες, κατά την άποψή της, «παγίδες» που εντοπίζονται στις προβλεπόμενες διατάξεις για τον οπτικοακουστικό τομέα.
Η ανακοίνωση της Ένωσης Ελληνικού Ντοκιμαντέρ
Η Ένωση Ελληνικού Ντοκιμαντέρ εκφράζει την έντονη διαμαρτυρία της για αυτή την ασφυκτική διαδικασία.
Ένα τόσο σοβαρό νομοσχέδιο, που αλλάζει τον τρόπο αξιολόγησης των έργων, τη λειτουργία των χρηματοδοτικών προγραμμάτων και τη διαχείριση σημαντικών δημόσιων πόρων, δεν μπορεί να εισάγεται αιφνιδιαστικά και να συζητείται μέσα σε ελάχιστες ημέρες.
Παρά το περιορισμένο χρονικό περιθώριο, η Ένωση κατέθεσε αναλυτικές και τεκμηριωμένες προτάσεις. Η κατάθεση προτάσεων, ωστόσο, δεν σημαίνει αποδοχή της κατεύθυνσης του νομοσχεδίου.
Σε ορισμένες περιπτώσεις ζητούμε την πλήρη απόσυρση διατάξεων, ενώ σε άλλες προτείνουμε τις ελάχιστες αναγκαίες αλλαγές ώστε να περιοριστούν οι αρνητικές τους συνέπειες.
Ενδεικτικά, επισημαίνουμε τρία από τα σοβαρότερα ζητήματα:
1. Ο εσωτερικός Κανονισμός του ΕΚΚΟΜΕΔ μετατρέπεται σε νόμο – Μια «Κεντρική Επιτροπή Αξιολόγησης και Επιλογής» αποκτά υπερεξουσίες
Ζητήματα που αφορούν τον τρόπο λειτουργίας και τον εσωτερικό Κανονισμό Χρηματοδότησης του ΕΚΚΟΜΕΔ εισάγονται πλέον στο ίδιο το νομοσχέδιο, ανοίγοντας τον ασκό του Αιόλου. Ρυθμίσεις που θα έπρεπε να μπορούν να βελτιώνονται και να προσαρμόζονται, έπειτα από διάλογο με τους επαγγελματίες του κλάδου, παγιώνονται νομοθετικά και θα απαιτούν κάθε φορά νέα νομοθετική παρέμβαση για να αλλάξουν.
Το υφιστάμενο σύστημα των ανεξάρτητων αξιολογητών –των readers– ασφαλώς επιδεχόταν βελτιώσεις. Για τον λόγο αυτό είχαν προηγηθεί επί μήνες συζητήσεις της διοίκησης του ΕΚΚΟΜΕΔ με τους επαγγελματικούς φορείς και είχαν κατατεθεί συγκεκριμένες προτάσεις. Ο διάλογος αυτός ακυρώθηκε στην πράξη με την αιφνιδιαστική κατάθεση ενός νομοσχεδίου, το περιεχόμενο του οποίου ο κλάδος δεν γνώριζε.
Το άρθρο 85 δημιουργεί μια Κεντρική Επιτροπή Αξιολόγησης και Επιλογής, μια de facto «Επιτροπή Σοφών», η οποία θα μπορεί να αποκλίνει από τις βαθμολογίες και τις εισηγήσεις των ανεξάρτητων αξιολογητών, να επηρεάζει το ύψος της χρηματοδότησης και να καθορίζει τελικά ποια έργα θα ενισχυθούν. Πρόκειται για υπέρμετρη συγκέντρωση εξουσιών, χωρίς αντίστοιχες εγγυήσεις διαφάνειας, ανεξαρτησίας και λογοδοσίας.
Απαιτούμε την πλήρη απόσυρση του άρθρου 85. Τα ζητήματα αξιολόγησης και λειτουργίας των προγραμμάτων πρέπει να ρυθμιστούν στον Κανονισμό Χρηματοδότησης του ΕΚΚΟΜΕΔ, έπειτα από ουσιαστική διαβούλευση με το σύνολο του οπτικοακουστικού κλάδου.
2. Ποιος ορίζει το «δημόσιο συμφέρον»;
Ένα επικίνδυνο παράθυρο προς τη λογοκρισία
Το νομοσχέδιο προβλέπει τη δυνατότητα ανάκλησης χρηματοδότησης για αόριστους λόγους «δημόσιου συμφέροντος». Ποιος ορίζει, όμως, τι συνιστά δημόσιο συμφέρον; Με ποια αντικειμενικά, διαφανή και ελέγξιμα κριτήρια; Και ποιος εγγυάται ότι η έννοια αυτή δεν θα χρησιμοποιηθεί για παρεμβάσεις στο περιεχόμενο ενός έργου;
Υπάρχει ήδη ένα εξαιρετικά ανησυχητικό προηγούμενο. Τον Δεκέμβριο του 2025 ανακλήθηκε η απόφαση υπαγωγής στο Cash Rebate του ντοκιμαντέρ «17Ν, Άνοδος και Πτώση» του Αλέξη Παπαχελά, μόλις μία εβδομάδα μετά την αρχική έγκρισή του, με επίκληση ζητημάτων «δημόσιας τάξης» και «υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος».
Το Cash Rebate είναι επενδυτικό κίνητρο που εξετάζει την επιλεξιμότητα και τις δαπάνες μιας παραγωγής. Δεν αποτελεί επιλεκτικό πρόγραμμα καλλιτεχνικής, πολιτικής ή ιδεολογικής αξιολόγησης του περιεχομένου της.
Η εισαγωγή μιας τόσο αόριστης έννοιας θυμίζει άλλες, σκοτεινές εποχές, κατά τις οποίες η κρατική εξουσία αποφάσιζε ποια έργα επιτρέπεται να δημιουργούνται και ποια όχι. Ανοίγει ένα επικίνδυνο παράθυρο προς την προληπτική λογοκρισία και τον περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης — ένα παράθυρο που δεν έπρεπε ποτέ να ανοίξει.
Απαιτούμε την πλήρη διαγραφή της διάταξης που επιτρέπει την ανάκληση χρηματοδότησης για αόριστους λόγους “δημόσιου συμφέροντος”.
3. Δημόσια χρηματοδότηση στα κανάλια και στη γενική ψυχαγωγία, σε βάρος των δημιουργών
Το νομοσχέδιο ανοίγει τη χρηματοδότηση του Cash Rebate σε τηλεπαιχνίδια, reality, διαγωνιστικά προγράμματα και άλλες εκπομπές γενικής ψυχαγωγίας, οι οποίες δεν υπηρετούν τον πολιτιστικό χαρακτήρα της δημόσιας ενίσχυσης.
Οι δημόσιοι πόροι δεν είναι απεριόριστοι. Κάθε ποσό που κατευθύνεται στο εμπορικό πρόγραμμα των τηλεοπτικών σταθμών μειώνει, στην πράξη, τους διαθέσιμους πόρους για τις κινηματογραφικές ταινίες, τα ντοκιμαντέρ, το animation, τα πρώτα έργα, τους δημιουργούς και τις ανεξάρτητες εταιρείες παραγωγής.
Το παράδοξο είναι προφανές. Σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 3905/2010, οι ιδιωτικοί τηλεοπτικοί σταθμοί υποχρεούνται να διαθέτουν κάθε χρόνο το 1,5% των ετήσιων διαφημιστικών εσόδων τους για την παραγωγή κινηματογραφικών έργων.
Η εφαρμογή αυτής της υποχρέωσης υπήρξε διαχρονικά προβληματική, με την ίδια τη Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας και Ενημέρωσης να έχει αναφερθεί σε καθεστώς «διακριτικής ανοχής» ως προς την τήρησή της.
Είναι αδιανόητο οι τηλεοπτικοί σταθμοί να μην εκπληρώνουν πλήρως και σταθερά την υποχρέωσή τους απέναντι στον ελληνικό κινηματογράφο και, ταυτόχρονα, να αποκτούν πρόσβαση σε πρόσθετη δημόσια χρηματοδότηση για τηλεπαιχνίδια, reality και ψυχαγωγικές εκπομπές.
Αντί να αποδίδουν στον κινηματογράφο όσα προβλέπει η νομοθεσία, καλούνται τώρα να διεκδικήσουν και τους περιορισμένους πόρους που προορίζονται για την οπτικοακουστική δημιουργία και τον πολιτισμό.
Απαιτούμε να εξαιρεθούν από το Cash Rebate τα τηλεπαιχνίδια, τα reality, τα διαγωνιστικά προγράμματα και οι εκπομπές γενικής ψυχαγωγίας. Η πλήρης και αποδεδειγμένη συμμόρφωση με την υποχρέωση του 1,5% πρέπει να αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη λήψη οποιασδήποτε δημόσιας ενίσχυσης.
Τα παραπάνω αποτελούν μόνο τρία ενδεικτικά σημεία ενός νομοσχεδίου που περιλαμβάνει και άλλες σοβαρές προβλέψεις: δυσανάλογες κυρώσεις και δυνατότητες συνολικής ανάκτησης της ενίσχυσης, αυτόματη απόρριψη ενός έργου λόγω μίας αρνητικής αξιολόγησης, ανεπαρκείς προθεσμίες ενστάσεων και έλλειψη της αναγκαίας ευελιξίας για τα ντοκιμαντέρ, τις διεθνείς συμπαραγωγές και τα έργα μακράς ανάπτυξης.
Η εθνική κινηματογραφική πολιτική δεν μπορεί να διαμορφώνεται μέσα σε δώδεκα ημέρες, με αιφνιδιαστικές διαδικασίες και χωρίς ουσιαστικό διάλογο με τους ανθρώπους που δημιουργούν και παράγουν το ελληνικό οπτικοακουστικό έργο.
Η Ένωση Ελληνικού Ντοκιμαντέρ καλεί το Υπουργείο Πολιτισμού να αποσύρει τις προβληματικές διατάξεις και να προχωρήσει σε πραγματική διαβούλευση με τους επαγγελματικούς φορείς.
Το θεσμικό πλαίσιο για τον ελληνικό κινηματογράφο οφείλει να εγγυάται ανεξάρτητη αξιολόγηση, διαφάνεια, λογοδοσία, καλλιτεχνική ελευθερία και δίκαιη διάθεση των δημόσιων πόρων.



