Οι ειδικοί λένε ότι η παραγωγή επιστρέφει πλέον σε πιο φυσιολογικά επίπεδα, μετά το πλήγμα που δέχθηκε από καύσωνες και ξηρασίες τα τελευταία χρόνια
Η τιμή λιανικής του ελαιολάδου αυξήθηκε κατακόρυφα τα τελευταία χρόνια, σημειώνοντας άνοδο 78% την περίοδο 2022-2024. Το 2025 υποχώρησε κατά 23% σε επίπεδο ΕΕ, καταγράφοντας την πρώτη μείωση έπειτα από τέσσερα συνεχόμενα χρόνια ανόδων, σύμφωνα με την Eurostat. Η πτώση ήταν μεγαλύτερη σε αρκετές χώρες, κυρίως στις μεγάλες παραγωγούς.
Γιατί λοιπόν οι τιμές του ελαιολάδου μειώνονται σε όλη την Ευρώπη μετά από μια περίοδο έντονων ανατιμήσεων; Και ποιες χώρες καταγράφουν τις μεγαλύτερες μειώσεις στις τιμές του ελαιολάδου;
Χρόνια ανόδου των τιμών
Οι τιμές αυξήθηκαν κατά 4,1% το 2021, 14,5% το 2022, 34,4% το 2023 και 32,2% το 2024.
Αν εξετάσουμε τις μηνιαίες μεταβολές σε ετήσια βάση, η αύξηση της τιμής του ελαιολάδου ξεπέρασε το 50% σε αρκετούς μήνες από τις αρχές του 2021 και μετά στην ΕΕ.
«Λόγω της μειωμένης παραγωγής στις δύο προηγούμενες σεζόν (από το 2022 έως το 2024), που οφείλεται στην ακραία ξηρασία που έπληξε ολόκληρη τη Μεσογειακή λεκάνη, και ιδιαίτερα την Ισπανία, σε συνδυασμό με τα χαμηλά αποθέματα, ο μόνος τρόπος ρύθμισης της αγοράς ήταν μέσω αυξήσεων των τιμών», δήλωσε στην Euronews Business η γενική γραμματέας της Casa do Azeite, της Πορτογαλικής Ένωσης Ελαιολάδου, Mariana Matos.
Απότομη πτώση της παραγωγής
Στοιχεία του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιολάδου (IOC) δείχνουν έντονη μείωση της παραγωγής ελαιολάδου στην ΕΕ τις τελευταίες σεζόν. Την περίοδο 2022/23 η παραγωγή μειώθηκε κατά 39%, υποχωρώντας σε 1,39 εκατ. τόνους από 2,27 εκατ. τόνους το 2021/22.
Τον Μάρτιο του 2024 το ποσοστό έφτασε το 52,4%. Πάνω από 50% βρέθηκε επίσης σε αρκετούς μήνες προς τα τέλη του 2023.
Την περίοδο 2023/24 η παραγωγή ανέκαμψε στα 1,55 εκατ. τόνους, παρέμεινε όμως αρκετά κάτω από τον μέσο όρο.
Προκαταρκτικά στοιχεία δείχνουν ότι την περίοδο 2024/25 η παραγωγή θα αυξηθεί περίπου στους 2.110 χιλιάδες τόνους. Στη συνέχεια αναμένεται να παραμείνει ελαφρώς κάτω από αυτό το επίπεδο το 2025/26.
Το IOC υπογράμμισε ότι ο καύσωνας του καλοκαιριού του 2022 επηρέασε σημαντικά τις βασικές ελαιοπαραγωγικές χώρες της Μεσογείου.
«Σε κάθε αγορά, οι μεταβολές στην προσφορά δημιουργούν αντίστοιχες πτωτικές ή ανοδικές πιέσεις στις τιμές», δήλωσε εκπρόσωπος του IOC στην Euronews Business.
Η Ισπανία είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός ελαιολάδου στην ΕΕ, με πάνω από το 65% της ενωσιακής παραγωγής την τελευταία σεζόν.
Ανάμεσα στις «τέσσερις μεγάλες» οικονομίες της ΕΕ, η Γαλλία είχε τη μικρότερη μείωση, ενώ στην Ιταλία και τη Γερμανία οι τιμές υποχώρησαν πιο έντονα.
Αντίθετα, τη μεγαλύτερη άνοδο τιμών κατέγραψε η Αλβανία, με τη Ρουμανία να ακολουθεί.
Η Τουρκία δεν περιλαμβάνεται στα στοιχεία της Eurostat. Σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία των τοπικών αρχών, οι τιμές για άλλα εδώδιμα έλαια, συμπεριλαμβανομένου του ελαιολάδου και του ηλιελαίου, αυξήθηκαν κατά 31% μεταξύ Δεκεμβρίου 2024 και Δεκεμβρίου 2025.
Κακή σοδειά και ενεργειακό κόστος
«Τα δύο προηγούμενα χρόνια, ο συνδυασμός διαδοχικά κακών σοδειών, ελλείψεων στην προσφορά και υψηλού ενεργειακού κόστους οδήγησε τις τιμές καταναλωτή σε ιστορικά υψηλά επίπεδα», δήλωσε στην Euronews Business o Rafael Pico Acevedo, διευθυντής της Ένωσης Εξαγωγέων Ισπανικού Ελαιολάδου (ASOLIVA).
«Η σημαντική βελτίωση της παραγωγής την περίοδο 2024/25, ιδίως στη νότια Ευρώπη, βοήθησε στην ομαλοποίηση της προσφοράς και στην άμβλυνση αυτών των πιέσεων, οδηγώντας σε αισθητές μειώσεις τιμών».
Ο Acevedo υπογράμμισε ότι οι διαφορές μεταξύ των χωρών αντανακλούν σε μεγάλο βαθμό τον ρόλο τους στην αλυσίδα παραγωγής. Στις βασικές παραγωγικές χώρες, όπως η Ισπανία, η Ελλάδα και η Πορτογαλία, η αυξημένη διαθεσιμότητα του προϊόντος περνά πιο γρήγορα στις τιμές παραγωγού και στη συνέχεια στις τιμές καταναλωτή.
«Σε αυτές τις αγορές, η επίδραση μιας καλής σοδειάς είναι πιο άμεση και ορατή, γεγονός που εξηγεί τις πιο έντονες μειώσεις», πρόσθεσε.
Η Mariana Matos σημείωσε ότι, εκτός από την αύξηση της προσφοράς που επανέρχεται σε μέσα επίπεδα, και η μειωμένη ζήτηση ασκεί πτωτική πίεση στις τιμές. Οι προηγούμενες ανατιμήσεις οδήγησαν σε απότομη πτώση της κατανάλωσης ελαιολάδου.