Η Ελλάδα τελευταία στην Ε.Ε. στην απασχόληση πτυχιούχων ΑΕΙ
Υψηλότερα ποσοστά απασχόλησης στους άνδρες σε σχέση με τις γυναίκες
Το 2025, το ποσοστό απασχόλησης των νέων ενηλίκων ηλικίας 20-34 ετών που αποφοίτησαν πρόσφατα από την ανώτερη δευτεροβάθμια ή τριτοβάθμια εκπαίδευση στην ΕΕ ήταν 83,0%, από 82,3% το 2024.
Τα τελευταία 11 χρόνια, το ποσοστό αυτό βελτιώθηκε κατά 7,5 ποσοστιαίες μονάδες (π.μ.).
Το ποσοστό απασχόλησης των πρόσφατων αποφοίτων με τριτοβάθμια εκπαίδευση το 2025 ήταν 87,0%, σχεδόν 10 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο από ό,τι για όσους έχουν μέση εκπαίδευση, στο 77,2%.
Μεταξύ των χωρών της ΕΕ, η Μάλτα είχε το υψηλότερο ποσοστό απασχόλησης πρόσφατων αποφοίτων με 91,0%, έναντι της Γερμανίας (90,6%) και της Ολλανδίας (90,1%). Στο άλλο εύρος της κλίμακας, η Ελλάδα (62,4%), η Ιταλία (71,8%) και η Ρουμανία (72,7%) είχαν τα χαμηλότερα ποσοστά απασχόλησης.
Υψηλότερα ποσοστά απασχόλησης στους άνδρες σε σχέση με τις γυναίκες
Σε επίπεδο ΕΕ, το ποσοστό απασχόλησης μεταξύ των πρόσφατων αποφοίτων ήταν υψηλότερο για τους άνδρες (84,4%) από ό,τι για τις γυναίκες (81,5%).
Η Τσεχία κατέγραψε τα υψηλότερα ποσοστά απασχόλησης για τους άνδρες (92,4%), ακολουθούμενη από την Ολλανδία (92,1%) και τη Γερμανία (92,0%). Αντιθέτως, η Ελλάδα (56,8%), η Ιταλία (73,3%) και η Ρουμανία (74,9%) κατέγραψαν τα χαμηλότερα επίπεδα.
Για τις γυναίκες, η Μάλτα (90,5%), η Γερμανία (89,0%) και η Αυστρία (88,8%) κατέγραψαν τα υψηλότερα ποσοστά, ενώ τα χαμηλότερα διαπιστώθηκαν στην Ελλάδα (68,6%), την Ιταλία (70,2%) και τη Ρουμανία (70,3%).
Σε 18 χώρες της ΕΕ, το ποσοστό απασχόλησης των πρόσφατων αποφοίτων ήταν υψηλότερο για τους άνδρες σε σχέση με τις γυναίκες. Μεταξύ αυτών των χωρών, η Τσεχία (+12,2 ποσοστιαίες μονάδες), η Λετονία (+10,3 ποσοστιαίες μονάδες) και η Σλοβενία (+6,3 ποσοστιαίες μονάδες) κατέγραψαν τις μεγαλύτερες διαφορές. Σ
τις χώρες όπου τα ποσοστά απασχόλησης ήταν υψηλότερα για τις γυναίκες, οι μεγαλύτερες αποκλίσεις παρατηρήθηκαν στην Ελλάδα (+11,8 ποσοστιαίες μονάδες), την Εσθονία (+5,0 ποσοστιαίες μονάδες) και τη Φινλανδία (+4,4 ποσοστιαίες μονάδες).
Πηγή – Eurostat
