Ήπιαμε (μία) μπύρα σε pub – στέκι διαβόητου serial killer του Αμβούργου
Στην καρδιά του St. Pauli, κοντά στην πασίγνωση οδό Reeperbahn υπάρχει το Χρυσό Γάντι (Goldene Handschuch) η παμπ που έγινε βιβλίο και ταινία λόγω του Φριτζ Χόνκα και δεν έχει κάνει ποτέ ανακαίνιση από το 1953
Έχω επισκεφθεί πάνω από δέκα φορές την πόλη του Αμβούργου. Τις περισσότερες προκειμένου να παρακολουθήσω από κοντά έναν αγώνα της ομάδας που υποστηρίζω της St. Pauli. Έχω αρκετούς φίλους αρκετοί εκ των οποίων ομόγλωσσοι και μέλη της ελληνικής ομογένειας που προσπαθεί να ορθοποδήσει σε μια εποχή δύσκολη για τα πάντα.
Είχαν προηγηθεί δύο μήνες αδιάκοπης κακοκαιρίας με τις συνεχόμενες χιονοπτώσεις να έχουν κλέσει τους κατοίκους της πόλης στο σπίτι της (ναι συμβαίνουν κι αλλού αυτά) για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ευτυχώς έφτασα ακριβώς τη στιγμή που το κρύο ναι μεν υπήρχε, αλλά τουλάχιστον άρχισε να υποχωρεί μαζί του και οι μεγάλες ποσότητες πάγου που αποτελούσαν παγίδες για ανθρώπους σαν κι εμένα που όπου πηγαίνω φοράω πάντα αθλητικά, παρά τις μεγάλες ποσότητες χαλικιού που έχουν ριχτεί σε όλους τους δρόμους.
Προσέξτε. Λέω χαλίκι και όχι αλάτι, διότι η ρίψη του τελευταίου για αντιολισθητικούς λόγους, στη Γερμανία έχει απαγορευτεί, τόσο για προστασία του περιβάλλοντος, όσο και γιατί όπως λένε οι ντόπιοι έχει αποδειχθεί πως προκαλεί σοβαρά προβλήματα υγείας σε κατοικίδια και αδέσποτα.
Την επίσκεψη στο Χρυσό Γάντι τη σκεφτόμασταν εδώ και καιρό με τους φίλους, ειδικά απ’ όταν το όμωνυμο βιβλίο του Χάιντ Στρουνκ έγινε best seller και είδαμε την ομώνυμη ταινία του Φατίχ Ακίν, όμως ποτέ δεν το παίρναμε απόφαση. Βλέπεις η περίφημη pub πλησίον της πασίγνωστης Reeperbahn του Αμβούργου, είναι περίφημη διότι εκτός των άλλων δεν έχει προχωρήσει σε ανακαίνιση ποτέ από το 1953 οπότε και χρονολογείται η έναρξη της λειτουργίας της. Ούτε στη τουαλέτα.

Ο πυγμάχος πρωταθλητής που τη βάφτισε
Πρώτος ιδιοκτήτης της pub, ήταν ο πρώην επαγγελματίας πυγμάχος Χέρμπερτ Νίρνμπεργκ, ο οποίος είχε κερδίσει δύο φορές τον ευρωπαϊκό τίτλο Lightweight Golden Gloves, απ όπου προέρχεται και το όνομα της.
Το μαγαζί μέχρι σήμερα διατηρεί μια παραδοσιακή, αυθεντική ατμόσφαιρα με φθαρμένα ξύλινα έπιπλα, jukebox το οποίο με λίγα κέρματα μπορεί να χρησιμοποιήσει ο καθένας γεγονός που σημαίνει ότι μπορείς να ακούσεις από Βίκυ Λέανδρος (η οποία btw στο Αμβούργο όπως και παντού στη Γερμανία λατρεύεται) και Adamo, μέχρι σκληρή και ανώθευτή punk ή κάποιο χιτ των Pet Shop Boys. Ανάλογα τι θέλει να ακούσει ο καθένας και τι έχει πιει.
Η διακόσμηση είναι παμπάλαια, με χαμηλό φωτισμό – σαν να κάνει ταξίδι στη δεκαετία του ’60 – ’70. Από τους ντόπιους περιγράφεται ως ένα κομμάτι ζωντανής ιστορίας της περιοχής, όπου παλιοί θαμώνες και ηλικιωμένοι μαζί με τουρίστες και νέους, συναντιούνται για ένα ποτό και λίγη κουβέντα, εάν βέβαια όλοι αυτοί, είναι σε θέση να κουβεντιάσουν.
Η φιλοσοφία εξάλλου του ιδρυτή της κατά τα πρώτα χρόνια λειτουργίας ηταν απλή: «Νέοι ή ηλικιωμένοι, πλούσιοι ή φτωχοί — εδώ είμαστε όλοι ίσοι». Σήμερα λειτουργεί ως οικογενειακή επιχείρηση — ο εγγονός του ιδρυτή (Jörn Nürnberg) συνεχίζει την παράδοση και κρατά ζωντανό το πνεύμα του μαγαζιού. Εδώ αξίζει να σημειωθεί πως η pub λειτουργεί 24/7, ενώ οι θαμώνες μπορούν να συνεχίσουν να πίνουν και να ρίχνουν κέρματα για μουσική ακόμη και γύρω στις 4-5 οπότε μία γυναίκα μπαίνει στον χώρο για να καθαρίσει.

Μια πόρτα από πλέξι γκλας που ανοίγει με …κουδούνι
Η δική μας επίσκεψη πραγματοποιήθηκε περίπου στη 1 τα ξημερώματα και σίγουρα η πρώτη εντύπωση δεν είχε να κάνει σε τίποτα με ένα κομψό coctail bar, ούτε ένα τουριστικό αξιοθέατο με βιτρίνα. Δεν ψάχναμε εξάλλου για κάτι τέτοιο. Αν περάσεις για μπύρα σε ώρα που ο security δεν φυλάσσει τον χώρο, για να περάσεις την πόρτα από πλεξι γκλας (η οποία τοποθετήθηκε εκεί προκειμένου οι μεθυσμένοι θαμώνες να μην πετούν μπουκάλια στην είσοδο ή στην έξοδο) πρέπει να χτυπήσεις κουδούνι και να σου ανοίξει ο άνθρωπος που βρίσκεται πίσω από τη μπάρα.
Μπαίνοντας, στα δεξιά σου είναι η μπάρα, αριστερά τα τραπέζια με τους ξύλινους πάγκους και το jukebox. Στο βάθος ένα δωμάτιο μόνο με τραπέζια. Στους τοίχους φωτογραφίες και αντικείμενα που δεν τοποθετήθηκαν εκεί για διακόσμηση, αλλά γιατί απλώς δεν έφυγαν ποτέ. Το πάτωμα κολλάει από την ξεραμένη χυμένη μπύρα, ενώ καθώς το τσιγάρο επιτρέπεται όλες τις ώρες, η οσμή του καπνού καλύπτει αυτή την μάλλον δυσάρεστη μυρωδιά που συναντάς κυρίως στις βρετανικές pub από τότε που απαγορεύτηκε το κάπνισμα, δηλαδή της ξεραμένης μπύρας στην ξύλινη επιφάνεια των τραπεζιών και του κάτουρου που έρχεται από τις τουαλέτες. Στο βάθος ένας τύπος φαίνεται να κοιμάται πάνω στη μπύρα του, ενώ άλλοι μάλλον μόνιμοι θαμώνες συζητούν έντονα, επιλέγουν μουσικές, φωνάζουν για τον χειμώνα που φέτος τους άλλαξε τα φώτα, για τα οικονομικά που δεν βγαίνουν, για τη ζωή που στερήθηκαν.

Ίσως αυτό όμως να είναι ενδεχομένως και το κλειδί για το «Χρυσό Γάντι». Το γεγονός πως στο πέρασμα των δεκαετιών διατήρησε την αυθεντική του ταυτότητα. Δεν ανακαινίστηκε για να γίνει «instagramικό», να γίνει άλλη μια pub σαν τις χιλιάδες που υπάρχουν σε μια πόλη – λιμάνι. Δεν μετατράπηκε σε θεματικό αξιοθέατο. Αντιθέτως, η γοητεία του βρίσκεται ακριβώς στη φθορά του. Μιλάμε δηλαδή για έναν χώρο που κουβαλάει τις δεκαετίες πάνω του. Από παλιά. Από τότε που σύχναζαν εργάτες του λιμανιού, άνεργοι, γυναίκες που ζούσαν στο περιθώριο, άνθρωποι που δεν ταίριαζαν στα φωτεινά κλαμπ της Reeperbahn κι έψαχναν παρηγοριά στις μοναδικές τους φίλες, την βότκα και την μπύρα. Με λίγα λόγια αποτέλεσε ένα καταφύγιο για τους «αόρατους» της πόλης.
Όπως και ολόκληρη η γειτονιά του St. Pauli, στην οποία η ελευθερία είχε πάντα δύο όψεις. Από τη μία τα φώτα, η μουσική, η υπόσχεση της απόδρασης και της διασκέδασης μέχρι τελικής πτώσεως, η αλληλεγγύη στους κατατρεγμένους αυτού του κόσμου. Από την άλλη, η μοναξιά, η φτώχεια, η σιωπηλή κατάρρευση ενός συστήματος και μιας χώρας που έχει δεκάδες ταμπού να ξεπεράσει. Το «Χρυσό Γάντι» στάθηκε ακριβώς στη ρωγμή ανάμεσα σε αυτές τις δύο πραγματικότητες. Καθίσαμε. Παραγγείλαμε μπύρες. Και νιώσαμε ότι κάποιος μας παρακολουθεί — όχι άνθρωπος, αλλά η ίδια η μνήμη του χώρου. Ίσως και το πνεύμα του Φριτς “Φίτε” Χόνκα.

Η φρικτή προσωπικότητα που καθόταν στη γωνία του μπαρ


Ακολούθησαν η 57χρονη Φρέντα Ρόμπικ τον Δεκέμβριο του 1974 και η 45χρονη Ρουθ Σουλ τον Ιανουάριο του 1975, την οποία σκότωσε αφού τον χλεύασε για τη σεξουαλική του ανικανότητα—ένα σημείο που τον πλήγωνε βαθιά και τον οδηγούσε σε εκρήξεις θυμού.
Παρά τις συνεχείς καταγγελίες των ενοίκων για μια αποκρουστική οσμή που προκαλούσε η προχωρημένη σήψη των τεμαχισμένων σωμάτων, την οποία ο Χόνκα προσπαθούσε να καλύψει με έντονα αποσμητικά χώρου και αυτοκινήτου καθώς επίσης και χλωρίνη, οι αρχές απέτυχαν να ελέγξουν τον χώρο, επιτρέποντας στον δολοφόνο να συνεχίσει ανενόχλητος.
Το τέλος της δράσης του ωστόσο, ήρθε μάλλον απρόσμενα καθώς στις 15 Ιουλίου 1975, μια πυρκαγιά ξέσπασε στο κτίριο που διέμενε. Οι πυροσβέστες, ελέγχοντας για μικροεστίες φωτιάς, αναγκάστηκαν να ανοίξουν το χώρο της σοφίτας, όπου τους χτύπησε η οσμή αποσυντιθέμενης και ταυτόχρονα καμένης σάρκας.

Η ανακάλυψη των ανθρώπινων υπολειμμάτων οδήγησε αμέσως τις υποψίες στον ένοικο του διαμερίσματος ακριβώς κάτω από τη σοφίτα, τον Φρίντριχ «Φίτε» Πάουλ Χόνκα.
Ο Χόνκα, γεννημένος το 1935, είχε ένα δύσκολο παρελθόν: φτώχεια, αλκοολισμό, τραυλισμό, μία σπασμένη μύτη και στραβισμό ως αποτέλεσμα ενός σοβαρού τροχαίου ατυχήματος και μια βαθιά ριζωμένη μνησικακία προς τις γυναίκες, η οποία τροφοδοτήθηκε από τα αισθήματα κατωτερότητας και την απόρριψη.
Στη δίκη που ξεκίνησε το 1976, ο Χόνκα ομολόγησε τις δολοφονίες. Ωστόσο, το δικαστήριο του Αμβούργου τον έκρινε ένοχο για μία ανθρωποκτονία και τρεις ανθρωποκτονίες εξ αμελείας, λαμβάνοντας υπόψη την μειωμένη νοητική του αντίληψη λόγω αλκοολισμού και της διαταραγμένης προσωπικότητάς του.
Καταδικάστηκε σε 15 χρόνια σε ψυχιατρικό ίδρυμα. Ο Χόνκα αποφυλακίστηκε το 1993, ζώντας τα τελευταία του χρόνια με νέα ταυτότητα και όνομα Πέτερ Γένσεν σε έναν οίκο ευγηρίας, αλλά φέρεται να τον στοίχειωναν παρανοϊκές παραισθήσεις και να διαμαρτυρόταν διαρκώς για «τρομερή οσμή» των πτωμάτων.
Πέθανε το 1998, αλλά σχεδόν 50 χρόνια μετά τα εγκλήματά του, η πόλη του Αμβούργου φρόντισε να τιμήσει τη μνήμη των θυμάτων του—της Γκεντρούντ, της Άννας, της Φρέντα και της Ρουθ—με μια αναμνηστική πλάκα, διασφαλίζοντας ότι οι ζωές τους δεν θα χαθούν στη σκιά της φρίκης του δολοφόνου τους.
Το βιβλίο του Χάινζ Στρουνκ και η ταινία Φατίχ Ακίν

Τρία χρόνια αργότερα, ήταν η σειρά του γνωστού σκηνοθέτη Φατίχ Ακίνη να μεταφέρει στον κινηματογράφο τη ζωή του Φριτζ Χόνκα, όπως την περιέγραψε ο Στρουνκ στο βιβλίο του. Μια ταινία που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις λόγω της ωμής και ρεαλιστικής απεικόνισης των εγκλημάτων.
Ο ίδιος ο Ακίν απαντώντας σε ερωτήσεις για την βία που περνά μέσα από την κάμερά του προς το κονό υπογράμμισε σε μια από τις συνεντεύξεις του:
«Η ταινία μου αφορά τη βία, και έτσι έπρεπε να τη δείξω. Δεν μπορείς να κάνεις μια ταινία για το σεξ χωρίς να δείξεις το σεξ. Οι άνθρωποι ενοχλούνται από την ταινία λόγω του τρόπου με τον οποίο κατέδειξα τη βία. Κι ομως τα Μέσα Ενημέρωσης είναι καθημερινά γεμάτα βία, ανοίγεις μια τηλεόραση και όλα είναι γεμάτα από βία. Έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ που δεν μας αγγίζει τίποτα πια, αλλά μιλάμε γι’ αυτό, μιλάμε για έναν άνθρωπο που πληγώνει έναν άλλο άνθρωπο. Πώς μπορώ να δείξω πώς οι άνθρωποι επηρεάζονται από τη βία; Πώς μπορώ να δείξω ότι οι άνθρωποι φοβούνται από τη βία; Πρέπει να το δείξω ρεαλιστικά. Έπρεπε να είμαι πολύ σαφής για το τι χρειαζόταν να δει το κοινό και τι δεν χρειαζόταν».

Και προσθέτει: «Ήθελα να την κάνω μια ταινία τρόμου και να την πουλήσω ως ταινία τρόμου. Στη Γερμανία αυτή τη στιγμή έχουμε πρόβλημα με το παρελθόν μας. Όταν ήμουν νεότερος, ήταν πολύ διαφορετικός ο στοχασμός για το παρελθόν μας, τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και τα σχετικά. Τώρα έχουμε εκλεγμένους πολιτικούς που προσπαθούν να κάνουν κόλπα, ώστε να μην έχουμε πια αυτή την κουλτούρα μνήμης.
Στη Γερμανία πάντα σκεφτόμαστε «α, χειριζόμαστε το παρελθόν μας τόσο πολύ, έχουμε στοχαστεί τόσο καλά που δεν θα το ξανακάνουμε ποτέ». Έτσι πουλάμε αυτά τα πράγματα έξω, αλλά αυτή η αντανάκλαση του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, που ξεκίνησε το ’68, άρχισε από μια μικρή ομάδα, από την πολιτιστική ελίτ, τους φοιτητές, τους διανοούμενους. Οι προλετάριοι, η εργατική τάξη, δεν είχαν πρόσβαση σε αυτό, ξέρετε. Έτσι η ταινία δείχνει αυτή τη γενιά, διότι αυτοί οι άνθρωποι τραυματίστηκαν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, τραυματίστηκαν.
Και τι έκανε η κοινωνία με αυτούς τους ανθρώπους; Τους έδωσε αλκοόλ, επειδή ήταν τόσο φθηνό, για να μπορέσουν να ξεχάσουν το τραύμα τους. Ακούς μουσική για τον όμορφο κόσμο όπου φυτρώνουν τα λουλούδια και τέτοια πράγματα, αλλά έτσι χειριστήκαμε την αντανάκλαση του πολέμου, και είχα την ευκαιρία να δείξω αυτήν την τραυματισμένη γενιά».

Τον ίδιο τον Χόνκα υποδείεται ο Γιόνας Ντάσλερ ένας νεαρός ηθοποιός που θεωρείται από τα μεγαλύτερα ταλέντα του γερμανικού κινηματογράφου, ενώ μετέχει και ο σχεδόν μόνιμος συνεργάτης του Φατίχ στις ταινίες, Άνταμ Μπουσδούκος (Soul Kitchen, Kurz und schmerzlos, Aus dem Nichts).
Όσο για την αναπαράσταση του μπαρ; Όπως θα την περίμενε κανείς. Είναι σχεδόν ασφυκτική. Χαμηλά ταβάνια, κιτρινισμένος από την κάπνα φωτισμός, ιδρωμένοι τοίχοι, πρόσωπα σημαδεμένα από το αλκόολ, την κούραση και τις μνήμες.
Αν και ο Φατίχ Ακίν στην ταινία του δεν άφησε κανένα περιθώριο αμφισβήτησης σχετικά το ποιος ήταν ο Φριτς Χόνκα και πώς πρέπει να αντιμετωπίζεται, εν τούτοις το φιλμ όπως και το βιβλίο ενίσχυσαν της φήμη της παμπ μετατρέποντάς την από τοπικό στέκι περιθωριακών κυρίως τύπων σε διεθνώς γνωστό σημείο αναφοράς του Αμβούργου.
Μάλιστα η ιδιοκτησία για να προσελκύσει όλους αυτούς που γοητεύονται πίσω από τέτοιου είδους σκοτεινά θέματα, τοποθέτησε μια ταμπέλα στην είσοδο με την επιγραφή “Honka – stube” (μετ: Δωμάτιο του Χόνκα). Παράλληλα στο εσωτερικό της παμπ υπάρχει ειδικό σταντ με είδη ρουχισμού (από φούτερ και t-shirt, μέχρι κάλτσες) με το λογότυπο του μαγαζιού, για να μην ξεχάσεις ποτέ ότι πέρασες από εκεί. Ωστόσο πρόκειται για πρακτική εμπορευματοποίησης που ακολουθούν πολλά τουριστικά σημεία της πόλης, αφού ζούμε και σε εποχές καπιταλισμού. Όλα πουλιούνται και όλα αγοράζονται.
Σήμερα: Μνήμη, τουρισμός και καθημερινότητα
Παρά τη βαριά του ιστορία, το Zum Goldenen Handschuch (Το Χρυσό Γάντι), συνεχίζει να λειτουργεί. Δεν έχει μετατραπεί σε «μουσείο εγκλήματος», όπως μετατράπηκε κάπως το σπίτι που διέμενε ο διαβόητος δολοφόνος.
Κι όμως, όταν κάθεσε εκεί με μια μπύρα στο χέρι, γνωρίζοντας τι συνέβη κάποτε, η εμπειρία αποκτά άλλο βάρος. Η Reeperbahn έξω συνεχίζει να λάμπει, ιδιαίτερα τα Σαββατοκύριακα, γεμάτη μουσική και τουρίστες. Μέσα όμως, το “Χρυσό Γάντι” θυμίζει ότι κάθε πόλη έχει τις σκιές της.

Ίσως τελικά αυτό να είναι και το πραγματικό νόημα: όχι η εμμονή με το έγκλημα, αλλά η υπενθύμιση πως πίσω από τα φώτα της διασκέδασης, υπάρχουν πάντα ιστορίες ανθρώπων που έζησαν – και χάθηκαν- στο περιθώριο.
Κι εμείς, πίνοντας την μπύρα μας εκείνο το βράδυ νιώσαμε ότι δεν επισκεφθήκαμε απλώς μια παμπ. Επισκεφθήκαμε ένα σκοτεινό κομμάτι της πιο ωμής, αληθινής ιστορίας του Αμβούργου και της γειτονιάς με τα κόκκινα φώτα, που φυσικά δεν περιορίζεται μόνο σε προσωπικότητες τύπου Φριτς Χόνκα. Εξάλλου, σ’ αυτήν τη πλευρά του τεράστιου λιμανιού και του Ζανκτ Πάουλι άλλα πράγματα ανθίζουν. Όπως τα κοινωνικά κέντρα, η αλληλεγγύη, η υποδοχή των προσφύγων και πάνω από όλα ο αντιφασισμός.

