Πληθωρισμός τροφίμων, αγοραστική δύναμη και στεγαστική κρίση «πνίγουν» τα νοικοκυριά
Η ακρίβεια στην Ελλάδα δεν είναι πλέον ένα παροδικό φαινόμενο
Η ελληνική οικονομία βιώνει τα τελευταία έτη ένα ιδιότυπο παράδοξο. Ενώ οι μακροοικονομικοί δείκτες παρουσιάζουν βελτίωση -με την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας και ρυθμούς ανάπτυξης συχνά υψηλότερους από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης- η μικροοικονομική πραγματικότητα των νοικοκυριών κινείται σε αντίθετη τροχιά.
Το κόστος διαβίωσης έχει αναδειχθεί στο υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα κοινωνικής συνοχής, δημιουργώντας μια ψαλίδα μεταξύ των ονομαστικών οικονομικών επιδόσεων και της πραγματικής αγοραστικής δύναμης.
Η επιμονή του πληθωρισμού τροφίμων Παρόλο που ο γενικός Δείκτης Τιμών Καταναλωτή (ΔΤΚ) έχει δείξει σημάδια αποκλιμάκωσης σε σχέση με τα ιστορικά υψηλά του 2022, η ανάλυση πρέπει να εστιάσει στον δομικό πυρήνα του προβλήματος: τον πληθωρισμό των τροφίμων.
Στην Ελλάδα, παρατηρείται το φαινόμενο της «ακαμψίας των τιμών» προς τα κάτω. Ενώ το κόστος ενέργειας και πρώτων υλών διεθνώς έχει εξομαλυνθεί, οι τιμές στο ράφι συνεχίζουν να αυξάνονται ή να σταθεροποιούνται σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα.
Η αντιμετώπιση του προβλήματος δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά σε επιδοματικές πολιτικές
Αυτό οφείλεται εν μέρει σε εξωγενείς παράγοντες, όπως η κλιματική κρίση που έπληξε την παραγωγή ελαιολάδου και οπωροκηπευτικών (με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις καταστροφές στη Θεσσαλία), αλλά και σε ενδογενείς παθογένειες.
Ο πληθωρισμός στα τρόφιμα τρέχει συστηματικά με υψηλότερο ρυθμό από τον γενικό πληθωρισμό, πλήττοντας δυσανάλογα τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, τα οποία δαπανούν το μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους σε είδη πρώτης ανάγκης.
Το ζήτημα της αγοραστικής δύναμης
Η πιο ανησυχητική πτυχή της τρέχουσας συγκυρίας είναι η σύγκλιση των τιμών με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, την ώρα που οι μισθοί παραμένουν καθηλωμένοι σε επίπεδα σημαντικά χαμηλότερα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat (σε όρους Μονάδων Αγοραστικής Δύναμης – PPS), η Ελλάδα κατατάσσεται σταθερά στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συχνά ανταγωνιζόμενη τη Βουλγαρία για την τελευταία θέση.
Αυτό το χάσμα αποδεικνύει ότι οι ονομαστικές αυξήσεις στον κατώτατο μισθό, αν και θετικές ως μέτρο, έχουν εξανεμιστεί από τον σωρευτικό πληθωρισμό της τελευταίας τριετίας. Ο πραγματικός μισθός (real wage) έχει υποστεί διάβρωση, με αποτέλεσμα ο μέσος πολίτης να χρειάζεται περισσότερες ώρες εργασίας για να αγοράσει το ίδιο καλάθι προϊόντων σε σχέση με το 2019.
Η στεγαστική κρίση ως πολλαπλασιαστής κόστους Πέρα από το σούπερ μάρκετ, το κόστος στέγασης αποτελεί τη δεύτερη μεγάλη «πληγή» του διαθέσιμου εισοδήματος. Η ελληνική αγορά ακινήτων χαρακτηρίζεται από ραγδαία αύξηση των ενοικίων και των τιμών πώλησης, η οποία δεν συνάδει με την εισοδηματική αύξηση των κατοίκων.
Οι αιτίες είναι πολυπαραγοντικές:
- Μείωση προσφοράς: Η στροφή προς τις βραχυχρόνιες μισθώσεις (τύπου Airbnb) έχει αφαιρέσει χιλιάδες ακίνητα από τη δεξαμενή της μακροχρόνιας ενοικίασης.
- Επενδυτικό ενδιαφέρον: Προγράμματα όπως η Golden Visa και η εισροή ξένων κεφαλαίων αύξησαν τις τιμές, καθιστώντας τη στέγαση απαγορευτική για τον μέσο μισθωτό, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα.
- Παλαιότητα κτιριακού αποθέματος: Το κόστος ανακαίνισης και η έλλειψη νέων οικοδομών για μια δεκαετία δημιούργησαν έλλειμμα προσφοράς.
Όταν ένα νοικοκυριό καλείται να δαπανήσει άνω του 40% του εισοδήματός του για στέγαση και ενέργεια, τα περιθώρια κατανάλωσης στην υπόλοιπη οικονομία συρρικνώνονται βίαια.
Οικονομικοί αναλυτές και κεντρικές τράπεζες (συμπεριλαμβανομένης της ΕΚΤ) έχουν αναγνωρίσει τον ρόλο των εταιρικών κερδών στη διατήρηση του πληθωρισμού (profit-led inflation). Στην Ελλάδα, το πρόβλημα επιτείνεται λόγω της ρηχής αγοράς και του ελλιπούς ανταγωνισμού σε κρίσιμους κλάδους (ενέργεια, τηλεπικοινωνίες, ακτοπλοΐα, λιανεμπόριο τροφίμων).
Η ύπαρξη ολιγοπωλιακών δομών επιτρέπει στις επιχειρήσεις να μετακυλίουν το κόστος στον καταναλωτή πολύ πιο εύκολα («pass-through»), ενώ συχνά διατηρούν τις τιμές ψηλά ακόμη και όταν το κόστος παραγωγής μειώνεται, αυξάνοντας έτσι τα περιθώρια κέρδους τους εις βάρος της κοινωνικής ευημερίας.
Το συμπέρασμα που προκύπτει από την ανάλυση των δεδομένων είναι ότι η ακρίβεια στην Ελλάδα δεν είναι πλέον ένα παροδικό φαινόμενο, αλλά έχει λάβει δομικά χαρακτηριστικά. Η «αποπληθωρισμός» (δηλαδή η πτώση του ρυθμού αύξησης των τιμών) δεν σημαίνει «μείωση τιμών». Οι τιμές έχουν κλειδώσει σε ένα νέο, υψηλότερο επίπεδο.
Η αντιμετώπιση του προβλήματος δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά σε επιδοματικές πολιτικές (pass), οι οποίες προσφέρουν προσωρινή ανακούφιση αλλά ενδέχεται να τροφοδοτούν τον πληθωρισμό ζήτησης. Απαιτείται ένας συνδυασμός πολιτικών που θα περιλαμβάνει:
Ουσιαστική ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών για την πάταξη της αισχροκέρδειας και των καρτέλ. Μείωση των έμμεσων φόρων (ΦΠΑ, ΕΦΚ) που επιβαρύνουν οριζόντια και άδικα τα χαμηλότερα εισοδήματα. Στρατηγικό σχέδιο για την αύξηση της παραγωγικότητας που θα επιτρέψει τη βιώσιμη αύξηση των πραγματικών μισθών και όχι απλώς των ονομαστικών. Χωρίς αυτές τις παρεμβάσεις, το κόστος ζωής θα παραμείνει τροχοπέδη για την πραγματική ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή της χώρας.
Πηγή: in.gr
