Οικονομία

Τα ασταθή βήματα της ελληνικής οικονομίας: Η ακρίβεια καταπίνει προσδοκίες

Πληθωρισμός και ανεργία συμπληρώνουν το αρνητικό τρίπτυχο της οικονομίας της χώρας, που ωστόσο …τρέχει με θετικούς ρυθμούς.

Φίλιππος Δεργιαδές
τα-ασταθή-βήματα-της-ελληνικής-οικονο-1101931
Φίλιππος Δεργιαδές

Μπορεί οι εκτιμήσεις των «θεσμών» να είναι θετικές για την πορεία της ελληνικής οικονομίας, αλλά το αρνητικό τρίπτυχο της ακρίβειας, του υψηλού πληθωρισμού και της μεγάλης ανεργίας, με ιδιαίτερα αυξημένα ποσοστά στους νέους και τις γυναίκες, δεν φαίνεται να αλλάζει ούτε το 2024.

Δεν πρόλαβε να μπει ο νέος χρόνος και οι πρώτες ανατιμήσεις έκαναν την εμφάνιση τους, γεγονός που δείχνει ότι ο τιμάριθμος σε πολλά βασικά είδη και υπηρεσίες θα συνεχίσει να είναι ανοδικός. Από την 1η Ιανουαρίου θα έχουμε αυξήσεις στα διόδια κατά 7,6% γεγονός που κάνει πιο τσουχτερό το κόστος μετακίνησης στους ελληνικούς αυτοκινητόδρομους ενώ βασικά είδη πρώτη ανάγκης, άμεσα θα διαμορφωθούν σε πιο υψηλές τιμές όπως στα απορρυπαντικά – καθαριστικά, με αύξηση 5,7% και στα είδη προσωπικής φροντίδας με αύξηση 4%.

Και αυτή είναι μόνο η αρχή, καθώς σύμφωνα με «επίσημες» εκτιμήσεις η τιμή όλων των προϊόντων που βρίσκονται στα ράφια των σούπερ μάρκετ, το επόμενο διάστημα αναμένεται να αυξηθεί κατά 4,5%, ενώ πέρσι η αύξηση, με την αλλαγή του χρόνου το 2023, ήταν στο 7,3%. Δηλαδή μέσα σε μία διετία, αθροιστικά, θα έχουμε αύξηση στην τιμή των προϊόντων κατά 11,8%, χωρίς τις ανάλογες αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις, ώστε να καλυφτεί η διαφορά.

Σύμφωνα με το Ινστιτούτο Καταναλωτή οι αυξήσεις από τον Ιανουάριο θα κυμανθούν από 5% έως 10% και σε κάποια προϊόντα θα φτάσουν στο 15%, όπως στα τυροκομικά, στα δημητριακά και στα όσπρια.

Η κρίση της ακρίβειας όπως φαίνεται δεν προβλέπεται να υποχωρήσει, παρά του κυβερνητικούς εξορκισμούς καθώς όπως δείχνουν στοιχεία της Ευρωπαικής Κεντρικής Τράπεζας, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των τιμών των τροφίμων στην Ελλάδα, τον Νοέμβριο ήταν 8.8%, όταν στο σύνολο της ευρωζώνης ήταν 6,8%. Τα ευχολόγια της κυβέρνησης και οι κορώνες των αρμόδιων υπουργών για ελέγχους στην αγορά και συγκράτηση των τιμών, μάλλον δεν πιάνουν τόπο.

Το προηγούμενο διάστημα ανατιμήσεις έχουν αναφερθεί, έως τώρα, σε περίπου 100 κωδικούς, μεταξύ άλλων από 20% έως 55%. Ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι είχαμε αυξήσεις στα κρασιά ως 19%, στις κονσέρβες έως 14%, στα κριτσίνια έως 10%, όσπρια και ρύζι έως 10%, μπάρες δημητριακών 9%, δημητριακά για πρωινό έως 8%, πατατάκια έως 8%, κατεψυγμένα λαχανικά περίπου 8%, αλλαντικά έως 8%, σοκολατοειδή έως 8%, προϊόντα προσωπικής υγιεινής έως 5% και γαλακτοκομικά 3,7%.

Ακριβότερη χώρα στο βρεφικό γάλα

Γενικά πάντως οι μεγάλοι πρωταγωνιστές της ακρίβειας στο ράφι θα παραμείνουν το ελαιόλαδο και τα νωπά οπωροκηπευτικά, μολονότι οι τιμές παραγωγού σε φρούτα και λαχανικά βαίνουν μειούμενες. Η βιομηχανία τροφίμων και λοιπών βασικών αγαθών υποστηρίζει ότι το περιβάλλον παραμένει ευμετάβλητο, γεγονός που οδηγεί σε ιδιαίτερα επιφυλακτικές εμπορικές πολιτικές ενώ σε κάποια είδη η χώρα μας κρατάει τα πρωτεία της ακρίβειας όπως επί παραδείγματι στο βρεφικό γάλα: η ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού, με πρόσφατη έρευνα της κατέγραψε ότι η Ελλάδα είναι η ακριβότερη χώρα στο βρεφικό γάλα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μάλιστα οι Έλληνες το βρεφικό γάλα το πληρώνουν έως και 213% ακριβότερα σε σχέση με τη Σουηδία!

Τα μαντάτα λοιπόν για το μέτωπο της ακρίβειας δεν είναι θετικά και οι προβλέψεις μπορείς να είναι πιο ήπιες για το 2024, αλλά η αύξηση στις τιμές των τροφίμων και των βασικών ειδών διαβίωσης θα συνεχιστεί και θα εξαρτηθεί από πολλούς παράγοντες, όπως το ενεργειακό και τις γεωπολιτικές εξελίξεις που το καθορίζουν.

Ψηλά ο πληθωρισμός, χαμηλά η κατανάλωση

Και στο μέτωπο του πληθωρισμού οι προβλέψεις δεν είναι ευοίωνες. Συγκεκριμένα η πρόβλεψη για την πορεία του πληθωρισμού, δεν είναι θετική καθώς δεν αναμένεται να υποχωρήσει κάτω από το όριο του 2% που θέτει η ΕΚΤ μέχρι και το 2026. Η Τράπεζα της Ελλάδας στην πρόβλεψη για τον πληθωρισμό του 2024 κάνει λόγο για 3%, ενώ το 2023 έτρεχε με 3,5%. Ωστόσο «βλέπει» ότι  το 2025 ποσοστό να μειωθεί στο 2,4% και το 2026 στο 2,1%.

Οι μη επιφυλακτικές προβλέψεις για τον πληθωρισμό συνάδουν και με το καταναλωτικό κλίμα στην Ελλάδα, όπου σύμφωνα με έρευνα του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Λιανικής Πώλησης, 1 στους 2 καταναλωτές, το επόμενο εξάμηνο, σχεδιάζει να μειώσει τις δαπάνες για αγορά προϊόντων.

Η έρευνα διεξήχθη την περίοδο 3-6 Δεκεμβρίου 2023, σε πανελλήνιο δείγμα 950 καταναλωτών. Σύμφωνα με τον ΣΕΛΠΕ, τα αποτελέσματα της έρευνας καταγράφουν ένα καταναλωτικό κοινό πιεσμένο, σε ένα μεταβατικό στάδιο, με βασική ανησυχία τις πληθωριστικές πιέσεις σε προϊόντα στην αγορά της λιανικής στην Ελλάδα.

Σε ό,τι αφορά τον δείκτη καταναλωτικού κλίματος λιανικής, τον Δεκέμβριο του 2023 διαμορφώθηκε στο -52, πολύ χαμηλότερα σε σχέση με τον μήνα βάσης, τον Οκτώβριο του 2019, μειωμένος σε σχέση με την μέτρηση του Ιουνίου 2023 κατά 3 μονάδες, αλλά αυξημένος σχέση με την αντίστοιχη μέτρηση του Νοεμβρίου 2022 κατά 9 μονάδες.

Το 49% εκτιμά ότι το πρώτο εξάμηνο 2024 οι δαπάνες για λογαριασμούς κοινής ωφέλειας θα είναι αυξημένες. Επίσης, το 43% εκτιμά ότι οι δαπάνες για αγορές προϊόντων το πρώτο εξάμηνο 2024 θα είναι μειωμένες, ενώ μόλις το 20% ότι θα είναι αυξημένες.

Λίγο καλύτερη είναι η εικόνα για τις υπηρεσίες (εισιτήρια, εστίαση) για τις οποίες εκτιμάται μείωση από το 28% των καταναλωτών αύξηση από 18%. Αυξητική είναι η μέτρηση σε σχέση με τη φορολογία για την οποία το 60% εκτιμά ότι θα μείνει αμετάβλητη, το 12% ότι θα παρουσιάσει μείωση και το 28% αύξηση. Πρακτικά τα στοιχεία δείχνουν ότι οι καταναλωτές αναμένουν μείωση των δαπανών για να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες και μικρή αύξηση για δαπάνες διασκέδασης και ανησυχία για τις λοιπές δαπάνες παγίων εξόδων.

Χαμηλά ο βασικός μισθός ενώ η ανεργία επιμένει  

Τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για την ανεργία αναφέρουν ότι τον Οκτώβριο έφτασε στο 9,6% έναντι 11,8% τον ίδιο μήνα το 2022 και του αναθεωρημένου προς τα άνω 10,3% τον Σεπτέμβριο 2023.

Πρόκειται για το δεύτερο πιο υψηλό ποσοστό στην Ε.Ε. μετά την Ισπανία. Το Οκτώβριο οι άνεργοι ανήλθαν στα 453.783, καταγράφοντας μείωση κατά 98.636 άτομα σε σχέση με τον Οκτώβριο 2022 (17,9%) και κατά 28.316 άτομα σε σχέση με τον Σεπτέμβριο 2023 (5,9%).

Αναφορικά με τις γυναίκες, το ποσοστό ανεργίας ανήλθε σε 12,1% (από 16,1% τον Οκτώβριο πέρυσι) και στους άνδρες σε 7,6% (από 8,5%). Επίσης, τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ αναφέρουν πως στην ομάδα 15- 24 ετών το ποσοστό ανεργίας ανήλθε σε 23,7% (από 28,2% τον Οκτώβριο 2022) και στις ηλικίες 25- 74 ετών σε 8,7% (από 11%).

Σύμφωνα επίσης με την έρευνα εργατικού δυναμικού της ΕΛΣΤΑΤ, οι απασχολούμενοι ανήλθαν σε 4.257.939 άτομα, σημειώνοντας αύξηση κατά 145.353 άτομα σε σχέση με τον Οκτώβριο 2022 (3,5%) και κατά 55.348 άτομα σε σχέση με τον Σεπτέμβριο 2023 (1,3%).

Την ίδια ώρα εκτός από την υψηλή ανεργία, δεύτερη στην Ε.Ε., η Ελλάδα κινείται και στα χαμηλά επίπεδα του βασικού μισθού, γεγονός που αποδεικνύει ότι ακόμα η χώρα δεν έχει ξεφύγει από τη μνημονιακή λιτότητα που φτωχοποιεί εργαζόμενους αυτοαπασχολούμενους και επαγγελματίες και μειώνει την κατανάλωση.

Από την 1η Απριλίου του 2023 ο κατώτατος μισθός είχε διαμορφωθεί στα 780€/μήνα μεικτά. Αντίστοιχη αύξηση σημειώθηκε και στο κατώτατο ημερομίσθιο, το οποίο από 31,85€ τον Μάιο του 2022 διαμορφώθηκε στα 34,84€ τον Απρίλιο του 2023. Ήταν η τρίτη αύξηση του κατώτατου μισθού από το καλοκαίρι του 2019, καθώς τον Ιανουάριο του 2022 ο κατώτατος μισθός βρισκόταν στα 663€, τον Μάιο του 2022 ήταν στα 713€, ενώ τον προηγούμενο μήνα ανέβηκε στα 780€.

Την Πρωτομαγιά του 2024 αναμένεται να ισχύσει ο νέος βασικός-εισαγωγικός μισθός για τον ιδιωτικό τομέα. Η αναπροσαρμογή αναμένεται περί το 5% έτσι ώστε ο κατώτατος μισθός να φτάσει στα 819 ευρώ μεικτά.

Ωστόσο απέχουμε πολύ ακόμα από τους μισθούς της Βόρειας Ευρώπης και η χώρα μας κατατάσσεται στους ουραγούς της Ε.Ε. δηλαδή στο γκρούπ των χωρών με βασικό μισθό κάτω από 1000 ευρώ, όπου τη χειρότερη επίδοση έχει η Βουλγαρία με βασικό μισθό στα 400 ευρώ.

Με αυτά τα δεδομένα, η ελληνική οικονομία αφενός μπορεί να καταγράφει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και υψηλά πλεονάσματα, αλλά αφετέρου η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού δεν απολαμβάνει τους καρπούς της υποτιθέμενης ανάπτυξης.

Πρόκειται για μία “επίπλαστη” ανάπτυξη που δεν αποφέρει στο μέσο Έλληνα άμεσα οφέλη, ούτε δημιουργεί στην αγορά την αίσθηση της ασφάλειας,  καθώς όλα τα κόστη διαβίωσης, από τα βασικά αγαθά, μέχρι την ενέργεια και το κόστος στέγασης, παραμένουν υψηλά και δυσανάλογα του μέσου εισοδήματος το οποίο σύμφωνα με εκτιμήσεις της «άλλης πλευράς» συνεχίζει να βρίσκεται σε καθοδική πορεία.

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα