Τα ευρωπαϊκά αντίποινα στους δασμούς Τραμπ και η επιρροή τους στην Ελλάδα – Πιθανό νέο κύμα ακρίβειας
Οι φόβοι και οι «δικλείδες ασφαλείας» για την ελληνική οικονομία
Ο Ντόναλντ Τραμπ πάτησε το κουμπί του παγκόσμιου εμπορικού πολέμου. Την «Ημέρα Απελευθέρωσης», όπως την έχει χαρακτηρίσει λόγω του ότι θεωρεί πως οι εμπορικοί εταίροι εκμεταλλεύονται επί δεκαετίες τις ΗΠΑ, ο Αμερικανός Πρόεδρος ανακοίνωσε σαρωτικούς δασμούς σε όλες τις εισαγωγές από «εχθρούς» και «φίλους», υποστηρίζοντας πως με αυτόν τον τρόπο θα κάνει την «Αμερική Ξανά Μεγάλη».
Όπως καταγράφεται σε ρεπορτάζ του Παναγιώτη Κωνσταντίνου για το ieidiseis.gr, xώρες ανά τον κόσμο προετοιμάζουν την απάντησή τους σταθμίζοντας τις επιπτώσεις και τις πολιτικές και οικονομικές συνθήκες. Η ΕΕ, στην οποία επιβλήθηκε δασμός 20% σε όλα τα προϊόντα της, υπόσχεται ισχυρά ισοδύναμα αντίποινα. Ωστόσο η πρώτη μεγάλη πρόκληση για την Ευρώπη είναι η αναζήτηση ενός κοινού βηματισμού προς αυτή την κατεύθυνση, καθώς οι επιπτώσεις δεν είναι ίδιες σε όλα τα κράτη μέλη του ευρωπαϊκού μπλοκ.
Σχετικά με την Ελλάδα υπάρχουν τρία βασικά δεδομένα: Πρώτον, οι ελληνικές εξαγωγές στις ΗΠΑ είναι σχετικά περιορισμένες, οπότε περιορισμένες αναμένεται να είναι και οι επιπτώσεις. Δεύτερον, το μεγαλύτερο ποσοστό των εξαγωγών είναι προς χώρες της ΕΕ και άρα η αντίδραση του ευρωπαϊκού μπλοκ, και επιμέρους κάθε κράτους μέλους, αποτελεί σημαντικότερο ζήτημα για την ελληνική οικονομία. Τρίτον ο «πόλεμος των δασμών» οδηγεί σε αυξήσεις τιμών των εισαγόμενων προϊόντων και αυτό θα πυροδοτήσει έναν νέο κύμα ακρίβειας και στην ελληνική αγορά.
Γιατί η αντίδραση της ΕΕ είναι μεγαλύτερο πρόβλημα
Αναλυτές και παράγοντες της αγοράς σημειώνουν πως πιο επικίνδυνο για την Ελλάδα δεν είναι τόσο οι ίδιοι οι δασμοί του Τραμπ, αλλά το διεθνές οικονομικό περιβάλλον που διαμορφώνεται από τη στρατηγική του «προστατευτισμού» του προέδρου των ΗΠΑ. «Βλέπουμε κάποιες χώρες να υποστηρίζουν επιθετικές πολιτικές απέναντι στον Τραμπ, ενώ άλλες προτείνουν συγκράτηση ώστε να αποφευχθούν περαιτέρω επιπλοκές. Το τοπίο είναι αβέβαιο και αναμένουμε τις επόμενες κινήσεις, είτε αυτές αφορούν αντίμετρα είτε διαπραγματεύσεις για άρση κάποιων δασμών», ανέφερε ο πρόεδρος του Πανελλήνιου Συνδέσμου Εξαγωγέων, Αλκιβιάδης Καλαμπόκης στην ΕΡΤ.
Το μεγαλύτερο ποσοστό εξαγωγών της Ελλάδας είναι στην ΕΕ και ισχυροί εμπορικοί εταίροι, όπως η Ιταλία, η Γερμανία, η Γαλλία κ.α., θα μπορούσαν να ανακατευθύνουν τα προϊόντα τους προς άλλες αγορές ή και να ενισχύσουν την εσωτερική αγορά τους, γεγονός που θα περιορίσει το χώρο για τα ελληνικά προϊόντα. Είναι λοιπόν πολλοί πιθανό οι Έλληνες εξαγωγείς να αναγκαστούν να ανοιχτούν σε τρίτες χώρες, στην Ασία ή στη Βόρεια και Νότια Αμερική.
Σε πρόσφατη έκθεση της διεύθυνσης οικονομικής ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας αναφερόταν ότι «σημαντικότερες έμμεσες αρνητικές επιδράσεις στο ελληνικό εξαγωγικό εμπόριο θα μπορούσαν να προκύψουν από μια πιθανή επιδείνωση των οικονομικών επιδόσεων βασικών εξαγωγικών μας αγορών στην ΕΕ, σε περίπτωση κλιμάκωσης των πιέσεων στις δικές τους εξαγωγές προς τις ΗΠΑ, λόγω αυξημένων δασμών ή άλλων εναλλακτικών αντισταθμιστικών μέτρων».
Σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις των αναλυτών της Εθνικής Τράπεζας που αφορούν μόνο το εμπορικό ισοζύγιο, «η οριζόντια αύξηση των δασμών κατά 10% σε όλα τα εξαγόμενα προϊόντα από την ΕΕ προς τις ΗΠΑ θα μείωνε τις συνολικές ελληνικές εξαγωγές κατά περίπου 1,7% κυρίως λόγω έμμεσων επιδράσεων από την αποδυνάμωση των οικονομιών των Ευρωπαίων εμπορικών εταίρων».
Αξίζει να σημειωθεί πως ένα μέρος των ελληνικών εξαγωγών προς την Ευρώπη αφορά ενδιάμεσα αγαθά που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή τελικών προϊόντων που εξάγονται στις ΗΠΑ από άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Άρα στις επιπτώσεις θα πρέπει να συνυπολογιστεί και αυτός ο τομέας. Επιπλέον η πρόεδρος της Κομισιόν, Ούρσουλα Φον Ντερ Λάιεν, έχει διαμηνύσει πως η Ευρώπη θα απαντήσει επίσης με επιβολή δασμών και αυτό θα σημαίνει ότι οι τιμές των αμερικανικών προϊόντων που εισάγονται στην Ευρώπη και κατ΄ επέκταση και στην Ελλάδα θα αυξηθούν και αυτό το κόστος θα μετακυλήσει στους καταναλωτές.
Πόσο επηρεάζουν την ελληνική οικονομία οι δασμοί Τραμπ
Ο πρόεδρος του Πανελλήνιου Συνδέσμου Εξαγωγέων σημείωσε πως «το 30% των ελληνικών εξαγωγών προς τις ΗΠΑ αφορά αγροδιατροφικά προϊόντα, το 23% πετρελαιοειδή και το 41% βιομηχανικά προϊόντα. Ιδιαίτερα, το ελληνικό κρασί, οι ελιές και τα ροδάκινα έχουν καταφέρει να εδραιωθούν στην αμερικανική αγορά», ανέφερε, υπογραμμίζοντας ότι «πολλά προϊόντα μας είναι θυμικά και εγείρουν, αν θέλετε, το όνειρο του Αμερικανού καταναλωτή».
Εξέχουσα θέση στην αμερικανική αγορά, εκτός από τις ελιές (241 εκατ. ευρώ, αύξηση 39% το 2024), το κρασί (19 εκατ), το ροδάκινο κομπόστα (80 εκατ. ευρώ) και το ελαιόλαδο (80 έως 100 εκατ. ευρώ), έχει και η φέτα (53,6 εκατ. ευρώ). Πρόκειται για προϊόντα που ασφαλώς θα ανατιμηθούν λόγω των δασμών, αλλά όπως εξηγεί ο κ. Καλαμπόκης η ισοτιμία ευρώ – δολαρίου δεν είναι τόσο αρνητική όσο στο παρελθόν, γεγονός που μπορεί να μετριάσει τις απώλειες.
Επιπλέον ο πρόεδρος του Πανελλήνιου Συνδέσμου Εξαγωγέων επισημαίνει και έναν ακόμη κρίσιμο παράγοντα που θα μπορούσε να μετριάσει τη ζημιά του εμπορικού πολέμου. Ο λόγος για την ομογένεια. Όπως ανέφερε ο κ. Καλαμπόκης η ελληνική κοινότητα θα μπορούσε να παίξει πολύ σημαντικό ρόλο, καθώς αποτελεί και τον κύριο αγοραστή των προϊόντων που εξάγει η Ελλάδα. «Με τη λογική του συναισθήματος, η ομογένεια δεν θα σταματήσει να αγοράζει ελληνικά προϊόντα», εκτίμησε.
«Οι δασμοί σίγουρα προσθέτουν κόστος στο προϊόν. Το ποιο μερίδιο αυτού του κόστους θα πάει τελικά στον τελικό καταναλωτή, πού θα πέσει η μπάλα της ρουλέτας, μένει να φανεί», δήλωσε στο Reuters ο Κωνσταντίνος Λάτσης, επικεφαλής συνεταιρισμού 1.200 κτηνοτρόφων στη νότια Πελοπόννησο, που παράγουν φέτα. «Φοβάμαι ότι η φέτα δεν θα βρει διέξοδο από αυτούς τους δασμούς αυτή τη φορά», είπε από την πλευρά του ο Χρήστος Αποστολόπουλος, επικεφαλής του Συνδέσμου Βιομηχανιών Γάλακτος Ελλάδας και ο δεύτερος άνθρωπος που φαίνεται στο βίντεο. «Πρέπει να το πάρουμε απόφαση και να δούμε πώς θα εκτρέψουμε αυτές τις ποσότητες σε άλλες αγορές», πρόσθεσε.
Παράγοντες από άλλους τομείς εξαγωγών, όπως τα πετρελαιοειδή, τα μέταλλα και τα βιομηχανικά προϊόντα, εμφανίζονται περισσότερο καθησυχαστικοί, υπογραμμίζοντας πως δεν αναμένονται μεγάλες συνέπειες, καθώς η έκθεση στην αμερικανική αγορά είναι σχετικά μικρή. «Όλα που εξάγουμε στην Αμερική είναι 2,5 δισ ευρώ. Είναι 1% του ΑΕΠ και σαν νούμερο δεν λέει κάτι για την ελληνική οικονομία», εξηγεί ο Σίμος Διαμαντίδης, Πρόεδρος Συνδέσμου Εξαγωγέων Ελλάδος, στην εκπομπή «Κοινωνία Ώρα Mega». «Όμως κάποιοι κλαδοι όπως οι ελιές, το λάδι, τα κρασιά θα πληγούν», αναφέρει.
Εν κατακλείδι, σύμφωνα με έκθεση της Εθνικής Τράπεζας, η άμεση αρνητική επίδραση στον ετήσιο ρυθμό μεταβολής των συνολικών ελληνικών εξαγωγών από δασμό 10% θα είναι μικρότερη από – 0,3% ετησίως και αμελητέα όσον αφορά το ρυθμό μεταβολής του ΑΕΠ (-0,05%), με βάση την εκτιμώμενη ιστορική ελαστικότητα ζήτησης για εξαγωγές (σε όγκο) ως προς την τιμή.
Ψυχραιμία συνιστά το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης
Ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Κώστας Τσιάρας, σε συνέντευξή του στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΪ 100,3 FM, συνέστησε ψυχραιμία στις αντιδράσεις έναντι των δασμών. «Είναι αδιανόητο σε μια ανοικτή παγκοσμιοποιημένη αγορά η οποία έχει διαμορφώσει συνθήκες ελεύθερης διακίνησης στο εμπόριο, εδώ και, τουλάχιστον, τρεις δεκαετίες, με πολλές διακρατικές και γενικότερες συμφωνίες να αλλάζει από τη μια στιγμή στην άλλη και να δημιουργούνται νέα δεδομένα», είπε και πρόσθεσε:
«Η ΕΕ που είναι μια τεράστια αγορά 450 εκατομμυρίων, έχει διαπραγματευτική δύναμη και να πάρει αποφάσεις, κάνοντας τις απαραίτητες επιλογές. Αυτή η συνθήκη που διαμορφώνεται είναι πολύ δύσκολη. Μπορεί σε εμάς να αφορά κάποια προϊόντα του πρωτογενούς τομέα, σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες αφορά στη βαριά τους βιομηχανία».
Αναφορικά με το αν η χώρα μας μπορεί να διεκδικήσει εξαιρέσεις σε κάποια προϊόντα, ο κ. Τσιάρας δήλωσε: «Δεν ξέρω πόσο εύκολο είναι να πάρουμε εξαιρέσεις, γιατί κανείς μας δεν γνωρίζει αν αυτή τη στιγμή η ηγεσία των ΗΠΑ είναι διατεθειμένη να κάνει εξαιρέσεις. Δεν είναι καθόλου εύκολο. Εννοείται ότι η δική μας προσπάθεια θα είναι προς την κατεύθυνση ότι τα ελληνικά αγροτικά προϊόντα, με τη μοναδικότητα που τα χαρακτηρίζει, να μπορούν να έχουν μια διαφορετική μεταχείριση».