Πανελλαδικές: Το ποίημα του Εμπειρίκου που έβαλε τους μαθητές να γράψουν για τη ζωή και τη δύναμη της θέλησης
Η επιλογή του συγκεκριμένου ποιήματος έφερε ξανά στο προσκήνιο τον δημιουργό που θεωρείται ο άνθρωπος που εισήγαγε τον υπερρεαλισμό στην Ελλάδα
Με ένα ποίημα του Ανδρέα Εμπειρίκου, μιας από τις σημαντικότερες μορφές της νεοελληνικής λογοτεχνίας, εξετάστηκαν σήμερα οι υποψήφιοι των Πανελλαδικών Εξετάσεων 2026 στο μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας.
Οι μαθητές κλήθηκαν να επεξεργαστούν το ποίημα «Ποιος ζει και ποιος πεθαίνει», ενώ η θεματολογία γύρω από την οποία αναπτύχθηκαν τα ζητούμενα αφορούσε τη μοναξιά και την τρίτη ηλικία.
Η επιλογή του συγκεκριμένου ποιήματος έφερε ξανά στο προσκήνιο τον δημιουργό που θεωρείται ο άνθρωπος που εισήγαγε τον υπερρεαλισμό στην Ελλάδα και επηρέασε καθοριστικά τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία.
Ο Εμπειρίκος, μέσα από το ποίημα που δόθηκε στις εξετάσεις, προβάλλει την αξία της ζωής, της χαράς, της δράσης και της προσωπικής ελευθερίας. Με στίχους που καλούν τον άνθρωπο να αποτινάξει τη θλίψη, να αναζητήσει την αισιοδοξία και να μη φοβάται να προχωρήσει στον δικό του δρόμο, το έργο του αποτέλεσε τη βάση πάνω στην οποία οι υποψήφιοι ανέπτυξαν τις απαντήσεις τους.
Ο άνθρωπος που έφερε τον υπερρεαλισμό στην Ελλάδα
Ο Ανδρέας Εμπειρίκος γεννήθηκε το 1901 στη Βραΐλα της Ρουμανίας, από εύπορη οικογένεια με καταγωγή από την Άνδρο. Σπούδασε σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, ακολουθώντας ένα ευρύ φάσμα γνωστικών αντικειμένων, από τη Φιλοσοφία και την Αγγλική Φιλολογία μέχρι τις Οικονομικές Επιστήμες.
Καθοριστική υπήρξε η παραμονή του στο Παρίσι, όπου μυήθηκε στην ψυχανάλυση κοντά στον René Laforgue και ήρθε σε επαφή με τον κύκλο του Αντρέ Μπρετόν, του ανθρώπου που θεωρείται ο ιδρυτής του υπερρεαλιστικού κινήματος.
Το 1931 επέστρεψε μόνιμα στην Ελλάδα και λίγα χρόνια αργότερα, το 1935, έδωσε τη διάλεξη «Περί Σουρρεαλισμού», μέσω της οποίας παρουσίασε επίσημα το νέο λογοτεχνικό ρεύμα στο ελληνικό κοινό.
Ο Εμπειρίκος υπήρξε μία από τις πιο χαρακτηριστικές προσωπικότητες της λεγόμενης «Γενιάς του ’30», συμβάλλοντας καθοριστικά στην ανανέωση της ελληνικής λογοτεχνίας. Παράλληλα εργάστηκε ως ψυχαναλυτής, ενώ αφιερώθηκε και στη φωτογραφία, την οποία αντιμετώπιζε ως μια διαφορετική μορφή καλλιτεχνικής έκφρασης.
Το ποίημα στο οποίο εξετάστηκαν οι υποψήφιοι
Το ποίημα «Ποιος ζει και ποιος πεθαίνει», που κλήθηκαν να μελετήσουν οι υποψήφιοι, γράφτηκε το 1934 και περιλαμβάνεται στη συλλογή Προϊστορία ή Καταγωγή.
Στους στίχους του ο ποιητής καλεί τον άνθρωπο να απομακρύνει τη θλίψη και την απαισιοδοξία από τη ζωή του και να επιλέξει τη δράση, τη χαρά και την αυτοπεποίθηση:
«Αρκεί. Χτύπα τη θλίψη καταγής Και πέταξε το μαράζι στα σκουπίδια. Πρέπει να πολεμήσης να χαρής Κι ακόμα να χαρής Κι όχι να πίνης ξύδι -όποιος κι αν στο δίνει Τώρα σου πρέπει μέλι κι ένα ποτήρι γιομάτο «δε με μέλλει» Ορθό-κοφτό σαν βλύσμα κραυγής γλάρου Πρέπει να γυμνωθής Κι αν στολιστής να στολιστής με αχάτη. Πρέπει να νιώσης όλες τις ηδονές που σε τραβάνε Μα πρώτα πρέπει να ανασάνης μπροστά στον ήλιο Κι αφού λυτρώσεις στην ψυχή σου τον οίστρο του βαρβάρου Έβγα στο δρόμο. Κ’ εκεί, Προ πάντων, Μην φοβηθείς το πάτημά σου».
Ο Ανδρέας Εμπειρίκος έφυγε από τη ζωή στις 3 Αυγούστου 1975 στην Κηφισιά, αφήνοντας πίσω του ένα έργο που συνεχίζει να μελετάται και να επηρεάζει τη νεοελληνική λογοτεχνία. Σχεδόν έναν αιώνα μετά τη συγγραφή του, ένα από τα ποιήματά του βρέθηκε σήμερα στα χέρια χιλιάδων υποψηφίων των Πανελλαδικών, φέρνοντας τη σκέψη και τη γραφή του ξανά στο επίκεντρο της εκπαιδευτικής διαδικασίας.
Η ανάλυση του ποιήματος
Η πρώτη εντύπωση, θα πουν οι ειδικοί, είναι η ένταση των προστακτικών: «Χτύπα τη θλίψη καταγής», «πέταξε το μαράζι στα σκουπίδια», «βγες στο δρόμο». Ο ποιητής περισσότερο διατάζει, παρά συμβουλεύει. Στη σφαίρα του Εμπειρίκου, η ζωή δεν είναι παθητική αναμονή αλλά διαρκής κατάκτηση. Η χαρά παρουσιάζεται ως το αποτέλεσμα ενός διαρκούς αγώνα αντί απλώς για ένα συναίσθημα που «φτάνει» στη ζωή κάποιου ως κάτι αναμενόμενο ή ως μέρος μίας συνήθους διαδικασίας.
«Πρέπει να πολεμήσης να χαρής». Σε αυτό το σημείο, το ποίημα αποκτά μια εντυπωσιακά σύγχρονη διάσταση. Λαμβάνοντας υπόψη ότι οι σημερινοί υποψήφιοι είναι μία γενιά, που μεγάλωσε με αλλεπάλληλες κρίσεις —οικονομική, πανδημία, εργασιακή ανασφάλεια, ψηφιακή εξάντληση— η χαρά αναδεικνύεται σε ‘πράξη αντίστασης’.
Στο σημείο αυτό, αξίζει να αναφερθεί ότι ο Εμπειρίκος γράφει το ποίημα το 1934, δηλαδή σε μια Ευρώπη, που βαδίζει προς τη σκοτεινή δεκαετία του πολέμου και του ολοκληρωτισμού. Παρ’ όλα αυτά, δεν επιλέγει τον τόνο της απαισιοδοξίας.
Αντιθέτως, προτείνει μια σχεδόν εκρηκτική υπεράσπιση της ζωής. Αυτή η αντίφαση, δηλαδή η ισορροπία ανάμεσα στην ιστορική αγωνία και ταυτόχρονα στον ύμνο για τη ζωτικότητα, δημιουργεί έναν πολύ δυνατό παραλληλισμό με το σήμερα, που μοιάζει πιο επίκαιρος από ποτέ. Και ίσως εξηγεί γιατί το συγκεκριμένο ποίημα «μιλά» τόσο έντονα σε μαθητές που δίνουν εξετάσεις σε μια εποχή αδιάκοπης πίεσης και διαρκούς αξιολόγησης.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει και η φράση «Τώρα σου πρέπει μέλι κι ένα ποτήρι γιομάτο “δε με μέλλει”». Όπως υπογραμμίζουν φιλόλογοι, «εδώ ο ποιητής μοιάζει σχεδόν αντισυμβατικός απέναντι στη νεοελληνική κουλτούρα του άγχους και της διαρκούς μέριμνας. Το «δε με μέλλει» είναι απελευθέρωση από την τυραννία του φόβου και όχι αδιαφορία».
Σε μια κοινωνία όπου οι νέοι συχνά καλούνται να αποδείξουν συνεχώς την αξία τους, μέσα από μία διαρκή αναζήτηση διακρίσεων σε βαθμούς, πτυχία, δεξιότητες ή πλούσια βιογραφικά, ο Εμπειρίκος έρχεται να υπενθυμίσει ότι η ζωή δεν μπορεί να περιοριστεί σε έναν διαρκή μηχανισμό επίδοσης.
Το πιο τολμηρό ίσως σημείο του ποιήματος είναι η προτροπή: «Πρέπει να νιώσης όλες τις ηδονές που σε τραβάνε».
Εδώ εμφανίζεται καθαρά ο υπερρεαλιστής Εμπειρίκος, ο ποιητής που συνέδεσε την ελευθερία με την επιθυμία και την ψυχική αποδέσμευση. Ανοίγει έτσι μία ‘συζήτηση’ γύρω από τη σχέση των σημερινών νέων με την αυθεντικότητα, με την ελευθερία να επιθυμείς, να αλλάζεις, να δοκιμάζεις, να εκφράζεσαι έξω από κοινωνικά στερεότυπα.
Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον του ποιήματος, σύμφωνα με τους ειδικούς, συγκεντρώνεται στο καταληκτικό «Μην φοβηθείς το πάτημά σου», το οποίο μπορεί κανείς να εισπράξει περισσότερο σαν ένα ‘σύνθημα ενηλικίωσης’.
Άλλωστε, οι Πανελλαδικές είναι από μόνες τους ένα τελετουργικό πέρασμα από την προστατευμένη ζωή του σχολείου στην αβεβαιότητα της προσωπικής διαδρομής, στην αναδυόμενη ενηλικίωση.
Με αυτή την έννοια, το ποίημα του Εμπειρίκου πέρα από τον συμβολισμό του, μοιάζει να απευθύνεται στους υποψηφίους σαν να τους έχει μπροστά του. Σαν να θέλει να λειτουργήσει απέναντί τους ως ένα ‘αντι-μανιφέστο στην κουλτούρα της παραίτησης’, που συχνά αποτελεί τον κανόνα. Στην ουσία, πρόκειται για ένα ποίημα που λέει στους νέους ότι η ζωή δεν αρχίζει «όταν τελειώσουν οι εξετάσεις», αλλά όταν πάψεις να φοβάσαι το βήμα σου.

