ΑΕΒΑΛ – Πτολεμαΐδα 2023-2026: Τα απομεινάρια μιας επιστροφής σαν σκηνικό του Σπίλμπεργκ
Μπήκα σε έναν τόπο που δεν είχε απλώς σταματήσει να λειτουργεί, αλλά είχε παγώσει σε μια αδιόρατη στιγμή στον χρόνο.
Λέξεις-Εικόνες: Δημήτρης Συμεωνίδης
Όταν αντίκρυσα για πρώτη φορά τις τεράστιες κατασκευές – απομεινάρια της ΑΕΒΑΛ στην Πτολεμαΐδα, μου θύμισαν κινηματογραφικό σκηνικό του Σπίλμπεργκ. Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι υπήρχε κάτι τέτοιο στην Ελλάδα και μάλιστα τόσο κοντά στη Θεσσαλονίκη.
Μετά την πρώτη επίσκεψη και τις πρώτες επιδερμικές φωτογραφίες, αποφάσισα ότι αυτό πρέπει να καταγραφεί ως ένα ολοκληρωμένο φωτογραφικό έργο. Έτσι, με άδεια από τον Δήμαρχο και τη βοήθεια του Αντιδημάρχου Τεχνικών Υπηρεσιών, επισκέφτηκα τον χώρο πολλές φορές και πάντα πρόσθετα κάτι στην αποτύπωση και στην ιστορική μνήμη.
Κάθε φορά που περνούσα την Πύλη, ένιωθα ότι έμπαινα σε έναν τόπο που δεν είχε απλώς σταματήσει να λειτουργεί, αλλά είχε παγώσει σε μια αδιόρατη στιγμή στον χρόνο. Δεν ερχόμουν μόνο για να καταγράψω την εγκατάλειψη· ερχόμουν για να αφουγκραστώ ό,τι είχε απομείνει πίσω της.

Ο τόπος που πάγωσε σε μια αδιόρατη στιγμή μετάβασης
Αυτός ο χώρος δεν ήταν για μένα μια απλή τοποθεσία προς εξερεύνηση, αλλά μια επιστροφή. Κάθε φορά που περνούσα την περίφραξη του εγκαταλελειμμένου εργοστασίου χημικών στην Πτολεμαΐδα, είχα την αίσθηση ότι έμπαινα σε έναν τόπο που δεν είχε απλώς σταματήσει να λειτουργεί, αλλά είχε παγώσει σε μια αδιόρατη στιγμή μετάβασης.

Δεν ερχόμουν μόνο για να καταγράψω την εγκατάλειψη. Ερχόμουν για να αφουγκραστώ ό,τι είχε απομείνει πίσω της, να φανταστώ τη ζωή τότε, να νιώσω τους ανθρώπους που ζούσαν εκεί.

Στους εσωτερικούς χώρους, η σιωπή είχε έντονο βάρος. Το παλιό λεωφορείο, με τα φθαρμένα καθίσματα και τα θαμπά τζάμια, έμοιαζε σαν να περίμενε ακόμη τους εργάτες μιας άλλης εποχής.
Έψαχνα τη σωστή χρονική στιγμή για να αξιοποιήσω το φως και να αναδείξω με τις εικόνες ότι αυτό που φωτογράφιζα δεν ήταν η απουσία, αλλά ένα είδος παρατεταμένης παρουσίας.

Έξω, οι τεράστιες δεξαμενές και τα κτίρια στέκονταν σαν εξωπραγματικά κουφάρια μιας βιομηχανικής μνήμης.

Ωστόσο, ήταν τελείως διαφορετική η αίσθηση την Άνοιξη, όταν η φύση τα αγκάλιαζε με χρώματα και αρώματα και τελείως διαφορετική τον Χειμώνα σαν ένα ακόμα πιο απόκοσμο τοπίο.
Τα μικρά, σχεδόν ασήμαντα πράγματα αποδεικνύουν την ανθρώπινη παρουσία
‘Όμως η πιο έντονη παρουσία των ανθρώπων δεν βρισκόταν στις μεγάλες κατασκευές, αλλά στα μικρά, σχεδόν ασήμαντα πράγματα. Ένα ξεχασμένο κράνος πάνω σε ένα σκονισμένο τραπέζι, μια τηλεφωνική συσκευή, ντουλάπια με προσωπικές εικόνες, ένα ανοιχτό λογιστικό βιβλίο γεμάτο χειρόγραφες καταγραφές, χαρτιά καρφωμένα σε έναν πίνακα που άρχιζε να ξεφλουδίζει. Αυτά δεν ήταν απλώς αντικείμενα. Ήταν ίχνη ζωής, αποδείξεις ότι κάποτε ο χώρος αυτός είχε ρυθμό, φωνές και καθημερινότητα.

Στοιχεία για την ΑΕΒΑΛ από: ΑΕΒΑΛ (Εορδαία: η ακτινοβόλος εστία του ελληνικού θαύματος, Θεμιστοκλής Απατσίδης, Α’εκδ. Δήμος Εορδαίας, 2023)
Η Ανώνυμη Ελληνική Βιομηχανία Αζωτούχων Λιπασμάτων (ΑΕΒΑΛ) λειτούργησε από το 1965 μέχρι το 1997 σε απόσταση δύο περίπου χιλιομέτρων από τη νότια είσοδο της Πτολεμαΐδας, απασχολώντας πάνω από 1.000 εργαζόμενους. Υπήρξε η ναυαρχίδα της ελληνικής λιπασματοβιομηχανίας την περίοδο 1960-1980, όταν στον χώρο λειτουργούσαν 4 συγκροτήματα: οι χημικές βιομηχανίες του Μποδοσάκη σε Δραπετσώνα και Θεσσαλονίκη, η βιομηχανία φωσφορικών λιπασμάτων του Ανδρεάδη στη Νέα Καρβάλη και η ΑΕΒΑΛ.

Το συγκρότημα καταλαμβάνει έκταση 1.700 στρεμμάτων, ενώ η δομημένη επιφάνεια του είναι 32.000 τ.μ. Κατασκευάστηκε με πόρους του ελληνικού δημοσίου από την κοινοπραξία UHDE/CASALE και η κυριότητά της περιήλθε στην Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Ανάπτυξης (ΕΤΒΑ). Σκοπός της λειτουργίας της ΑΕΒΑΛ ήταν η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων με πρώτη ύλη την αμμωνία από την εξαερίωση του τοπικά εξορυσσόμενου λιγνίτη.

Η παραγωγή της εταιρίας τα τελευταία χρόνια περιλάμβανε τα σύνθετα λιπάσματα της Νιτρικής αμμωνίας (περιεκτικότητα σε άζωτο 34,5%), της Ασβεστούχου νιτρικής αμμωνίας (περιεκτικότητα αζώτο 26%), της Νιτροθειϊκής αμμωνίας (περιεκτικότητα σε άζωτο 26%) και της Θειικής αμμωνίας (περιεκτικότητα σε άζωτο 21%).

Στο πέρασμα του χρόνου και κυρίως μετά την απελευθέρωση της αγοράς λιπασμάτων το 1992, η εταιρεία αδυνατώντας να εκ συγχρονιστεί, κλυδωνίστηκε στη δίνη του ανταγωνισμού με αποτέλεσμα να διακόψει οριστικά τις εργασίες της το 1997. Το κλείσιμο της ΑΕΒΑΛ προκάλεσε την πρώτη οικονομική αναταραχή και σηματοδότησε την έναρξη του κύκλου της αποβιομηχάνισης για την περιοχή.

Ωστόσο η ΑΕΒΑΛ μετά από 32 χρόνια λειτουργίας συνέχισε να βρίσκεται στην ατζέντα των αναπτυξιακών προτεραιοτήτων του Δήμου Εορδαίας, ο οποίος πλήρωσε το κόστος της ανεξέλεγκτης περιβαλλοντικής υποβάθμισης με σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία του πληθυσμού του. Τελικά, ο Δήμος Εορδαίας δικαιώθηκε αποκτώντας την κυριότητα του χώρου και των εγκαταστάσεων της ΑΕΒΑΛ.

Για πολλά χρόνια το βιομηχανικό απόθεμα της ΑΕΒΑΛ εγκαταλείφθηκε και απαξιώθηκε. Διατηρούνται, ωστόσο κάποια κελύφη που εντάσσονται στη βιομηχανική κληρονομιά της περιοχής, όπως οι υδατόπυργοι του συγκροτήματος, οι οποίοι αποτελούν μοναδικό μνημείο της τεχνικής και της τεχνολογίας του σκυροδέματος στην Ελλάδα.
Σήμερα, η πρώην λιπασματοβιομηχανία ΑΕΒΑΛ, είναι η έδρα του Βιοτεχνικού Πάρκου (ΒΙΟΠΑ) Πτολεμαΐδας και του Περιφερειακού Επιχειρησιακού Κέντρου Πολιτικής Προστασίας Δυτικής Μακεδονίας.

