Ρεπορτάζ

Η τάση της εποχής: Πίνουν κρασιά σε 24ωρα και τρώνε σε supermarket

Ένας εναλλακτικός τρόπος διασκέδασης στην εποχή που η αφραγκία είναι σήμα κατατεθέν.

Μυρτώ Τούλα
η-τάση-της-εποχής-πίνουν-κρασιά-σε-24ωρα-1433319
Μυρτώ Τούλα

«Είναι ομάδες πολλές κι άλλες τόσες φυλές/Τα παιδιά έξω από τα εικοσιτετράωρα”, σκάει η ρίμα στο τραγούδι του ΛΕΞ, “24ωρα” και ταυτόχρονα κάνεις συνειρμό για τις εικόνες που βλέπεις στο κέντρο της πόλης, άνωθεν της Εγνατίας, εκεί που η ζωή είναι αλλιώς και δεν έχει ομοιότητες με την λάμψη των Λαδάδικων, σε εκείνα τα οικοδομικά τετράγωνα που στις γωνιές έχουν στηθεί 24ωρα mini market που δεν μοιάζουν σε τίποτα με εκείνα τα παλιά ψιλικατζίδικα που αγοράζαμε περιοδικά όταν ήμασταν μικροί.

Η μόνη (ίσως) ομοιότητα που δεν έχει αδυνατίσει στον χρόνο, είναι η ανάγκη του κόσμου για έναν τόπο συνάντησης, είτε πρόκειται για ένα μικρό μαγαζί με σκονισμένες εφημερίδες και ελάχιστα υλικά αγαθά όπου οι κυρίες της γειτονιάς συγκεντρώνονταν με ρόλεϊ στα μαλλιά για να πουν τα κουτσομπολιά, είτε πρόκειται για υπερλουξάτα MEGA και όχι Mini market, με έντονα χρώματα και maximal αισθητική, που εντός τους μπορείς να βρεις τα πάντα. Από σοκολάτες και τσιγάρα μέχρι αποσμητικά, σαμπουάν, παιχνίδια, και νέες τάσεις του Tik-Tok να κρέμονται από τα ράφια. 

Στα πεζοδρόμια έχουν στηθεί ξύλινα φθηνά τραπέζια με ενσωματωμένα καθίσματα, τα οποία σε όλες τις εποχές του χρόνου είναι γεμάτα από παρέες πιτσιρικάδων και όχι μόνο, που αράζουν με ρετσίνες και αλκοόλ και ανταλλάσσουν βαθιές συζητήσεις. Βλέπεις, τα νέα παιδιά αυτής της γενιάς δεν πρόλαβαν τις χαμηλές τιμές των ποτών, ούτε γνώρισαν στέκια με προσφορές στις μπύρες 1+1.

Στην Ίωνος Δραγούμη το θερμόμετρο κάτω από το φαρμακείο γράφει μόλις 7 Βαθμούς Κελσίου, η Μαρίζα και η Ελένη πίνουν χυμό πορτοκάλι κουκουλωμένες με τα μπουφάν τους έξω από ένα 24ωρο. 

 “Εγώ σπουδάζω πολιτικές επιστήμες στην Αθήνα. Και στην Αθήνα και εδώ, προτιμώ τα 24ωρα, στην γενιά μας ακολουθούμε πιστά τα trends, τώρα ό,τι κυκλοφορεί στο Tik-Tok  γίνεται τάση, με μαγαζιά που προωθούνται ακραία μέσα από influencers και όχι μόνο, αλλά όταν πας εκεί και βλέπεις τον κατάλογο που γράφει δίπλα από το ποτό σου 10 ευρώ, τότε καταλαβαίνεις πως η φάση αυτή δεν είναι για σένα, γιατί ξέρουμε όλοι πως όταν είσαι φοιτητής, βγαίνεις παραπάνω, οπότε είναι αδιανόητο να δίνεις 10-20 ευρώ σε κάθε έξοδο, ειδικότερα όταν σε συντηρούν ακόμη οι γονείς σου και δεν δουλεύεις. Και ποτό να μην πάρεις, θα πάρεις μία μπίρα, εγώ δεν μπορώ να σκάω ένα τάληρο κάθε μέρα, ζορίζομαι πολύ, οπότε ναι προτιμώ να δίνω 2 ευρώ και να κάθομαι στα 24ωρα με την παρέα μου για να μην επιβαρύνω και την οικογένεια μου. “

24ωρα

Η Ελένη προτιμά κι εκείνη τα 24ωρα ωστόσο, θα ήθελε να βγαίνει παραπάνω σε μπαρ. 

“Προσωπικά, εμένα με χαλάει που δεν μπορώ να βγαίνω τακτικά σε τέτοιου είδους μαγαζιά. Έχω αρκετές συμφοιτήτριες που είναι καλύτερα οικονομικά από εμένα και βγαίνουν τακτικά, κανονίζουν συνέχεια να πάνε από εδώ και από εκεί, αλλά εγώ δεν μπορώ να τους ακολουθήσω ή αν πάω μπορεί και να μην πάρω καν να πιώ κάτι, δεν φανταζόμουν έτσι την φοιτητική ζωή. Όμως, έχω και φίλους που είναι σαν εμένα που βγαίνουμε σε 24ωρα πολλές φορές με το ποτό μας πάμε σε πάρκα και καθόμαστε σε παγκάκια. Μου λείπει το να είμαι ανεξάρτητη και να μπορώ να ακολουθώ την παρέα οπότε προσαρμόζομαι με τα δεδομένα μου και βρίσκω εναλλακτικές από το να μένω σπίτι. Προσπαθώ να μην παίρνω φαγητό απ’ έξω, αναγκάζομαι καμιά φορά να το κάνω γιατί δεν προλαβαίνω να μαγειρέψω ή να μείνω σπίτι κι όταν το κάνω μειώνονται τα χρήματα μου οπότε προσπαθώ να κόψω κάτι άλλο.”

Η Μαρίζα από την άλλη ρίχνει στο τραπέζι το γενικότερο κόστος ζωής και το πως αυτό έχει αλλάξει τις συνήθειες της. 

“Εγώ στην Αθήνα δίνω ένα υπέρογκο ποσό για να μένω σε ένα σπίτι μόλις 36 τετραγωνικών μέτρων, οι λογαριασμοί μου τρέχουν. Τα εισιτήρια για να γυρνάω στην Θεσσαλονίκη και να βλέπω τους φίλους μου είναι επίσης ένα έξοδο, το super market, τα τσιγάρα μου, η κάρτα του μετρό, αν κάτσεις και βγάλεις τον λογαριασμό δεν περισσεύουν για παραπάνω εξόδους. Στην Θεσσαλονίκη τουλάχιστον είσαι κοντά με τους φίλους σου και μπορείς να τους βλέπεις πιο συχνά έστω κι έτσι, στην Αθήνα αυτό δεν παίζει, οι αποστάσεις είναι τεράστιες κι αν θες να ξενυχτήσεις πρέπει να πάρεις ταξί. Εμένα μου αρέσει που αράζουμε εδώ, το έχω ρομαντικοποιήσει λίγο και υπάρχουν και παιδιά στα γύρω τραπέζια, από παρέες μέχρι ζευγάρια που είναι στην ηλικία μας, παίζει πολύ η φάση της περιπτερόμπιρας, από παγκάκι σε παγκάκι στις ηλικίες μας, ωστόσο και σε εμένα λείπει η κοινωνική ατμόσφαιρα των μαγαζιών, να γνωρίζω κόσμο στα διπλανά τραπέζια να ακούσω την μουσική μου. Θα ήθελα να βγαίνω και να μην σκέφτομαι πόσα ποτά θα πιώ, να μην υποχρεώσω τον εαυτό μου να πάρει μπίρα, ή να μοιραστεί κρασί με την παρέα μου ενώ δεν μου αρέσει καν το κρασί, απλά βγαίνει πιο φθηνό. Πιέζω τον εαυτό μου, γι’ αυτές τις επιλογές και προσπαθώ να αποταμιεύω χρήματα για ταξίδια.”

24ωρα

Η Άννα και ο Παύλος, ένα ζευγάρι ηλικίας 24 ετών, πίνει κρασί στο παραδίπλα τραπέζι.

“Συνήθως καταλήγουμε στο 24ωρο μίνι μάρκετ της γειτονιάς. Όχι γιατί είναι κάτι «ψαγμένο», αλλά γιατί είναι πάντα ανοιχτό, δεν χρειάζεται πρόγραμμα και δεν μας πιέζει κανείς. Παίρνουμε ένα μπουκάλι κρασί, δύο πλαστικά ποτήρια καμιά φορά, και καθόμαστε απ’ έξω ή πάμε μια βόλτα πιο κάτω.

Μας αρέσει αυτή η αίσθηση του αυθόρμητου, το ότι δεν χρειάζεται να ντυθούμε ιδιαίτερα ή να κανονίσουμε μέρες πριν. Είναι πιο αληθινό έτσι. Η αλήθεια είναι πως δεν διαλέγουμε το 24ωρο τυχαία. Με τα λεφτά που θα δίναμε για δύο ποτά σε ένα μπαρ, εδώ παίρνουμε ολόκληρο μπουκάλι. Στην ηλικία μας το σκέφτεσαι.

Τα ενοίκια είναι ψηλά, οι μισθοί χαμηλοί, και κάθε έξοδος μετράει. Δεν είναι ότι δεν θέλουμε να πάμε κάπου «κανονικά», απλώς δεν γίνεται κάθε φορά. Το 24ωρο μάς δίνει μια λύση: μπορούμε να βγούμε, να πιούμε κρασί, να είμαστε μαζί, χωρίς να νιώθουμε ότι ξεφεύγουμε οικονομικά. Για εμάς, αυτός ο τρόπος εξόδου λέει πολλά για τη γενιά μας – βρίσκουμε μικρές στιγμές χαράς εκεί που μπορούμε, χωρίς πολλά περιττά.”

Η Χρύσα είναι 25 ετών και εξηγεί πως τα 24ωρα είναι στην ρουτίνα της από τότε που πήγαινε σχολείο: 

“Για μένα τα 24ωρα καφέ είναι κάτι παραπάνω από ένας χώρος για καφέ. Από όταν πήγαινα σχολείο τελείωνε το μάθημα και πηγαίναμε με την παρέα να αράξουμε μία ώρα και να πιούμε ενεργειακό ποτό πριν συνεχίσουμε το διάβασμα. Εκεί έχω κλάψει, έχω γελάσει, έχω ερωτευτεί ήταν ένας τόπος συνάντησης. 

Τώρα, στην ενήλικη ζωή μας είναι το σημείο που καταλήγουμε μετά από δουλειά, διάβασμα ή έξοδο, ή απλά όταν δεν θέλουμε να γυρίσουμε σπίτι. Είναι ένα ουδέτερο μέρος, χωρίς πίεση, όπου μπορείς να μιλήσεις με τους φίλους σου άνετα χωρίς βαβούρα και μουσική . Για τη γενιά μας, αυτά τα μέρη λειτουργούν σαν μικρές «παύσεις» μέσα στην ένταση της καθημερινότητας.

Λειτουργούν επίσης και για εξοικονόμηση χρήματος, όπως και να το κάνουμε είναι αδύνατο να δίνεις μέρα παρά μέρα ή έστω μόνο το Σαββατοκύριακο 10 με 20 ευρώ για το ποτό σου, ειδικά όταν μένεις μόνος σου και τα έξοδα τρέχουν διαρκώς. Τα 24ωρα είναι άλλη φάση, ειδικά αν πηγαίνεις τακτικά, γνωρίζεις τα πρόσωπα που έρχονται και αράζουν. Αναπτύσσεται μία οικειότητα, μιλάς λίγο παραπάνω με το προσωπικό, σχολιάζεται τους πελάτες, το τί φέρνει το μαγαζί, σου προτείνουν προϊόντα που είναι σε προσφορά, είναι άλλη φάση.”

Ο Κωνσταντίνος, είναι 24 ετών και πίνει ένα ζεστό τσάι στην άκρη της Ολύμπου και περιμένει την παρέα του.

“Τα 24ωρα καφέ τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει η εύκολη, γρήγορη και οικονομική λύση για τη γενιά μας. Δεν είναι μόνο ο καφές, αλλά και το ότι βρίσκεις τα πάντα, σαν μίνι μάρκετ, ό,τι ώρα κι αν είναι. Πολλές φορές, όταν κανονίζουμε να βγούμε με φίλους, αντί για μια κλασική καφετέρια, προτιμάμε ένα 24ωρο takeaway. Είναι πιο φθηνά, έχουν πιο χαλαρό vibe και μαζεύουν κυρίως νεαρές ηλικίες, οπότε νιώθεις ότι «ταιριάζεις» στον χώρο. Παίρνεις τον καφέ σου, κάθεσαι όπου θες, φεύγεις όποτε θες, χωρίς αναμονές για σερβιτόρους και λογαριασμούς, κάτι που κάνει την όλη φάση πιο άνετη και ανεπιτήδευτη. Και επειδή είναι παντού, σε κάθε γειτονιά, έχουν γίνει λίγο-πολύ στέκι και “μόδα” μαζί, ένα κομμάτι της καθημερινότητας και του τρόπου που βγαίνουμε και κοινωνικοποιούμαστε σήμερα.” Στην άκρη της πόλης, σε ένα από τα πιο μεγάλα supermarket, έχει στηθεί, εντός του εστιατόριο, που κάθε μέρα ξεφουρνίζει φρέσκες μερίδες σε πολύ φθηνές τιμές και γεμίζει ασφυκτικά από ανθρώπους κάθε ηλικίας.

Screenshot/ εμπορικό ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

 Η Ελίζα, φοράει ακουστικά, και τρώει μία μερίδα γεμιστά στο εστιατόριο.

“Φεύγω από τη δουλειά γύρω στις έξι, συνήθως κουρασμένη, με το κεφάλι γεμάτο λίστες και εκκρεμότητες. Δεν πάω σπίτι κατευθείαν. Σταματάω στο σούπερ μάρκετ. Εκεί τρώω το βασικό μου γεύμα. Παίρνω συνήθως μαγειρευτό φαγητό — μια σαλάτα, ένα τοστ, καμιά φορά ένα κομμάτι πίτα πληρώνω, και βρίσκω ένα τραπέζι στην άκρη του εστιατορίου, φοράω τα ακουστικά μου, βάζω την αγαπημένη μου σειρά και τρώω. Δεν είναι ότι δεν έχω σπίτι ή χρόνο· είναι ότι εκεί, για λίγα λεπτά, δεν χρειάζεται να αποφασίσω τίποτα άλλο και να πιεστώ με το τί θα μαγειρεύω κάθε μέρα. 

Είμαι 31 χρονών και αυτό το “διάλειμμα” στο σούπερ μάρκετ είναι το μόνο σταθερό πράγμα της μέρας μου. Παρατηρώ τον κόσμο να περνάει με καρότσια, ακούω τις ανακοινώσεις από τα μεγάφωνα, πολύ συχνά όπως ανέφερα βλέπω την σειρά μου και δεν καταλαβαίνω τι γίνεται γύρω μου. Κανείς δεν με κοιτάει περίεργα. Είναι πολύ σαν εμένα που γευματίζουν, είτε μόνοι τους είτε με παρέα και είναι τακτικοί πελάτες. Επίσης, ας μην γελιόμαστε στην εποχή που ζούμε μία οικογένεια ή ένα ζευγάρι δεν μπορεί πολύ εύκολα να βγει για φαγητό με τις τιμές να είναι στα ύψη.

Κάποιοι θα το έλεγαν θλιβερό. Εγώ το λέω πρακτικό. Δεν είναι μοναξιά, είναι παύση. Όταν τελειώνω, πληρώνω, βγαίνω έξω και συνεχίζω τη μέρα μου. Ίσως κάποτε να αλλάξει αυτό. Ίσως να τρώω σε τραπέζι, με μαγειρεμένο φαγητό. Αλλά προς το παρόν, αυτό μου αρκεί. Είναι ο τρόπος μου να φροντίζω τον εαυτό μου, έστω και ανάμεσα σε ράφια με προσφορές.”

Η κ. Μαρία λίγο πιο κάτω κάθεται με τα δύο παιδιά της σε ένα στρογγυλό τραπέζι και τρώνε κοτομπουκιές με πατάτες.

“Με λένε Μαρία και είμαι μαμά δύο παιδιών. Συνήθως, μετά το σχολείο και τις δραστηριότητες, πηγαίνουμε στο εστιατόριο του σούπερ μάρκετ. Δεν είναι πολυτέλεια, είναι ανάγκη. Δεν μπορούμε να βγαίνουμε συνέχεια σε εστιατόρια — οικονομικά απλά δεν βγαίνει — και πολλές φορές απλώς δεν προλαβαίνω να μαγειρέψω χρειάζεται να δουλεύουμε αρκετές ώρες, οπότε προσπαθούμε να βρούμε εναλλακτικές για να τρεφόμαστε οικογενειακώς σωστά. Εκεί, παίρνω δίσκους για μένα και τα παιδιά, ζεστό φαγητό, και όλα μαζί είναι φθηνά και πρακτικά.

Τις περισσότερες φορές συνδυάζω το γεύμα με τα ψώνια μου. Μπαίνω για τρόφιμα, βγαίνω με φαγητό για εμάς, κι έτσι κερδίζουμε χρόνο. Τα παιδιά χαζεύουν γύρω τους, έχει και παιδότοπο οπότε πηγαίνουν και παίζουν. Εγώ τα κοιτάω να τρώνε, να γελάνε, και επιτέλους κάθομαι. Δεν είναι το κλασικό οικογενειακό τραπέζι που βλέπεις στις διαφημίσεις, αλλά είναι δικό μας. Για δέκα–δεκαπέντε λεπτά, είμαστε απλώς μαζί, χωρίς κουζίνες να περιμένουν, χωρίς άγχος για μαγείρεμα ή καθαριότητα.

Κι όταν τελειώνουμε; Μαζεύω δίσκους, παίρνουμε τα ψώνια και συνεχίζουμε τη μέρα μας. Δεν είναι πάντα ιδανικό, αλλά είναι πρακτικό, φθηνό και, πάνω απ’ όλα, μας κρατάει ενωμένους με τον δικό μας τρόπο. Μακάρι να μπορούσαμε να έχουμε παραπάνω χρήματα και να βγαίνουμε οικογενειακά πιο τακτικά για φαγητό, για σινεμά, για ψώνια, αλλά δυσκολευόμαστε πολύ με δύο μισθούς πάνω από το χιλιάρικο, το νοίκι, το supermarket, τις υποχρεώσεις των παιδιών. Προτιμούμε να μην τους λείπει τίποτε και να βρίσκουμε εναλλακτικές με άλλον τρόπο παρά να καθόμαστε σπίτι και να μιζεριάζουμε.”

Η Αποστολία με έναν καφέ και ένα κουλούρι στο χέρι, ετοιμάζεται να φύγει στην δουλειά της. 

“Εγώ δεν είμαι από την Θεσσαλονίκη, στην Φλώρινα όπου μεγάλωσα, καμία φορά πήγαινα με τους γονείς μου για φαγητό στο σούπερ μάρκετ. Η εμπειρία μου μέχρι και σήμερα είναι καλή από άποψη χώρου και καθαριότητας. Το φαγητό έχει ποικιλία και σαν μερίδες είναι πολύ μεγάλες. Με την Μαμά μου, πηγαίναμε για ψώνια το Σάββατο και μετά τρώγαμε στο εστιατόριο, είχε πλάκα. Έχει επιλογές τύπου σαλάτα ατομική να κάνεις συνδυασμούς και ατομική μερίδα φαγητού, μπορείς να μιξάρεις διαφορετικές σαλάτες γιατί στην χρεώνουν με βάρος, να πάρεις γλυκό, κάτι να πιείς, και να πληρώσεις 8-10 ευρώ.

Θεωρώ πως βλέπεις τόση κίνηση εδώ στις μέρες μας γιατί όλοι ζοριζόμαστε οικονομικά, από εκεί που δίναμε 10-15 ευρώ στην ταβέρνα, τώρα μπορεί να ξεπεράσουμε τα 25, και ας μην γελιόμαστε ποιος έχει 25 ευρώ βδομάδα παρά βδομάδα να δίνει για φαγητό.

Αν το δεις από μακριά σου φαίνεται μοναχικό και ίσως καταθλιπτικό γιατί υπάρχουν και άνθρωποι που τρώνε μόνοι τους εδώ, όμως συνήθως, όσοι έρχονται εδώ το κάνουν για να εξοικονομίσουν χρήματα και για να μην τρώνε σαβούρες.”

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα