Ρεπορτάζ

Μακάρι να μας είχε πνίξει και μας το ποτάμι…

Ένα οδοιπορικό στη Φαρκαδόνα, το Κεραμίδι και τη δομή του Κουτσόχερου είκοσι μέρες μετά την καταστροφή.

Γιώργος Τούλας
μακάρι-να-μας-είχε-πνίξει-και-μας-το-ποτ-1064252
Γιώργος Τούλας

Εικόνες: Γιώργος Νιάκας

Είναι Παρασκευή μεσημέρι, κοντά στη Λάρισα η εθνική μοιάζει με φιορδ της Νορβηγίας, το νερό είναι εκατέρωθεν του δρόμου, τεράστιες εκτάσεις μοιάζουν με ορυζώνες στο Βιετνάμ. Ξεκινήσαμε για τα χωριά της Φαρκαδόνας έχοντας στο νου μας να δούμε με τα μάτια μας το τι συμβαίνει 20 μέρες μετά την καταστροφή.

Το Κεραμίδι είναι ένα καμπίσιο χωριό που δημιουργήθηκε την περίοδο 1850-1870 από τους κατοίκους του τότε συνοικισμού «Δουβλατάνι» της Καρδίτσας, ο οποίος αποτελούσε χειμερινό βοσκοτόπι των κτηνοτρόφων. Η ονομασία του οικισμού «Κεραμίδι» την πήρε γιατί οι κάτοικοι της περιοχής έφτιαχναν κεραμίδια.

Στο Κεραμίδι φτάσαμε περνώντας μέσα από νερά, πάνω από μια χαλασμένη γέφυρα και με την αποτρόπαια εικόνα των νεκρών καλλιεργειών και των βουλιαγμένων γεωργικών μηχανημάτων να μας υποδέχονται στο χωριό φάντασμα.

Ότι και αν φαντάζεσαι να εμπεριέχει η λέξη ”χωριό φάντασμα” αν δεν δεις αυτό που συμβαίνει σε ένα μέρος που πέθανε, ξαφνικά δεν μπορείς να το περιγράψεις με λέξεις.

Στο Κεραμίδι την ώρα που φτάσαμε ένα φορτηγό στο βάθος φόρτωνε με μια δαγκάνα τα απομεινάρια ενός νοικοκυριού για να πάει να τα πετάξει μακριά. Τα σπίτια του χωριού έχουν καταστραφεί όλα. Το χρώμα τους είναι ίδιο. Μια παράξενη ώχρα. Με καφετιές γραμμές. Σαν ρίγες. Μέχρι το ταβάνι. Μέχρι τα κεραμίδια.

Έχουν αδειάσει τα περισσότερα. Το βιός των ανθρώπων είναι συσσωρευμένο μπροστά από τις αυλές, στο δρόμο. Σε ατέλειωτους σωρούς. Παιδικά κρεβάτια, νυφικά φορέματα, κουζινικά, κοστούμια, παιχνίδια, βιβλία, αγροτικά εργαλεία. Η φρίκη τυλιγμένη στη λάσπη. Απομεινάρια από ζωές που τέλειωσαν βίαια.

Τα σπίτια άδεια. Το μόνο που συντροφεύει τα ντουβάρια είναι μια απόκοσμη μυρωδιά. Που δεν αντέχεται με τίποτε. Ένα κοκτέιλ λάσπης, μούχλας, λυμάτων από τους βόθρους που ξεχείλισαν και θανάτου. Στα σοκάκια του χωριού χάσκουν νεκρά ζώα παντού. Μερικά ψάρια κείτονται νεκρά στην πλατεία. Σε ένα μέρος που δεν έχει λίμνη ή ποτάμι μέσα στο χωριό.

Λίγο παραπάνω σε ένα μαντρί υπάρχουν πάνω από εκατό νεκρά πρόβατα. Ο κτηνοτρόφος ζει ανάμεσα στα πτώματα. Αν θες να τα πάρουμε πρέπει να τα φορτώσεις σε μια καρότσα με τα χέρια σου, του είπαν.

Δεν είναι ο μόνος που ζει με νεκρούς. Στο Κεραμίδι στη διάρκεια της μέρας, γιατί το βράδυ όλοι φεύγουν γιατί μένουν σε σπίτια σε άλλα χωριά, άλλωστε δεν υπάρχει και ρεύμα, οι άνθρωποι που προσπαθούν να απομακρύνουν από τα σπίτια τους τη λάσπη περπατάνε ανάμεσα σε νεκρούς. Προγόνους σε φωτογραφίες που καταστράφηκαν, αναμνήσεις από όλη τους τη ζωή, τετράποδους φίλους τους που είχαν συντροφιά και κείτονται νεκροί είκοσι μέρες στα στενά.

Ο πάτερ Αλέξανδρος Κακαδιάρης, είναι ο εφημέριος του χωριού. Άνοιξε την πόρτα του Αγίου Χαραλάμπου, του προστάτη του χωριού, που έφτιαχνα με τα χέρια τους οι χωριανοί επί είκοσι χρόνια. Η πιο απόκοσμη ανατριχίλα που έχω νιώσει ποτέ, όρμησε μαζί με την τρομακτική μυρωδιά του ναού. Ένα τοπίο βομβαρδισμένο, σαν αυτά που έχεις δει σε ταινίες ή σε σκηνές από πολέμους. Άγιοι, ευαγγέλια, σταυροί, καλιμάφια, στασίδια, άμφια, ψαλτάρια, όλα μαζί μια άμορφη μάζα και ο ιερέας δακρυσμένος να μας ξεναγεί. Βιβλική μορφή.

”Άνθρωπος δεν μπαίνει εδώ. Ούτε αγιοπότηρο δεν έχω πια. Πήρα στο σπίτι μου οκτώ ανθρώπους, βολευτήκαμε. Δυο γιαγιάδες που ταϊζόταν με σύριγγα και άλλοι έξι. Το χωριό σκόρπισε όπου βρήκε. Το χάσαμε το παιχνίδι”

Ο κ. Βασίλης Θεοδώρου, πρόεδρος του χωριού, ένας εξαιρετικά καλοσυνάτος ηλικιωμένος άνθρωπος μου λέει: ”Εμείς δεν θα το αφήσουμε το χωριό. Τα παιδιά μας θα φύγουν δεν έχουν να κάνουν κάτι πια εδώ”.

Η κυρία Ευαγγελία μόλις είχε τελειώσει με κόπο πολύ το νέο της σπίτι. Δεν υπάρχει πια. Αυτό που βλέπουμε μοιάζει σαν ινδική φαβέλα. Η αυλή της ένας γιγάντιος σκουπιδότοπος, όλη της η ζωή σε κομμάτια λασπωμένα.

”Είκοσι μέρες κοιμάμαι στο αυτοκίνητο. Εδώ έζησα όλη μου τη ζωή. Εδώ ζούσε η γιαγιά μας. Ζούσαμε. Δεν μπορώ πια. Το σπίτι το έβγαλαν κόκκινο για να φύγουμε. Που να πάμε; Ποιος μας περιμένει. Ήρθε το παιδί με άδεια από το στρατό να μας βοηθήσει να το αδειάσουμε. Μακάρι να με είχε πάρει το ποτάμι και μένα. Να είχα γλυτώσει”.

Στο Κεραμίδι την Τετάρτη, στην αρχή της καταιγίδας κατέρρευσε το ανάχωμα προς την πλευρά του Ενιπέα. Όταν έσπασε το ανάχωμα προς τη Φαρκαδόνα, κάλεσαν το δήμο που τους διαβεβαίωσε ότι αντέχει. Άλλωστε στο παρελθόν είχε αντέξει σε μεγάλες πλημμύρες. Οι κάτοικοι ενίσχυσαν το ανάχωμα με φαγάνες. Ένα ανάχωμα που στέκεται εκεί από το 1936 και κρατούσε το χωριό ασφαλές.

Την επόμενη μέρα αφού είχαν ξενυχτήσει στο ανάχωμα οι χωρικοί είδαν το άλλο ανάχωμα προς τον Παλαμά να υποχωρεί. Μήνυμα 112 δεν ήρθε ποτέ και ο πρόεδρος αποφάσισε να εκκενώσει το χωριό την τελευταία στιγμή την ώρα που το νερό σκέπαζε τα πάντα. Ο πρόεδρος ήταν ο τελευταίος κάτοικος που έφυγε λεπτά πριν σπάσει το Αργυρόπουλο.

Επί 3 μέρες οι κάτοικοι πέριξ της Φαρκαδόνας οι κάτοικοι έπιναν το νερό και μαγείρευαν με αυτό. 220 κάτοικοι σκορπίστηκαν από τη Ρόδο μέχρι τη Θεσσαλονίκη και τα γύρω χωριά. Όσο περπατάμε στο έρημο πια χωριό σκέπτομαι πως θα ήταν το ιδανικό χωριό σκηνικό για ταινία καταστροφής, δεν θα χρειαζόταν να επενδύσει τίποτε για σκηνικά, είναι όλα έτοιμα. Μερικά σκυλιά που επιβίωσαν ψάχνουν ανάμεσα στα σκουπίδια τροφή. Όσο απομακρύνεσαι από το κέντρο, εκεί που δεν έφτασε ποτέ το φορτηγό είκοσι μέρες τώρα η μυρωδιά γίνεται εφιαλτική.

Τους αφήσαμε στην πλατεία την ώρα που φεύγαμε. Δυο κουβέντες ηχούν στα αυτιά μου: Πείτε ότι δεν πήραμε μισό ευρώ από τα περίφημα 6600 που διαφημίζουν ότι μας έδωσαν και το ”μη μας ξεχάσετε”.

Στη Φαρκαδόνα, καθώς μπαίνεις από την οδό Λαρίσης-Τρικάλων βλέπεις στα αριστερά τις εργατικές πολυκατοικίες. Βουτηγμένες στο νερό και χωρίς πρόσβαση με ασφάλεια. Οι κάτοικοι τις έχουν εγκαταλείψει. Μοιάζουν με βενετσιάνικο τοπίο την ώρα που δύει ο ήλιος αν τις δεις από μακριά. Πλησιάζοντας όμως η εικόνα αποκαλύπτει το δράμα.

Μερικές εκατοντάδες μέτρα πιο πέρα, στον κεντρικό δρόμο μια τεράστια μάντρα με μεγάλα γεωργικά μηχανήματα είναι κατεστραμμένη. Ζημιά εκατομμυρίων. Απόγνωση. Απέναντι ένα ζευγάρι ρίχνει χλωρίνη στο πάτωμα του σπιτιού, στην αυλή κρέμεται μια σειρά λασπωμένες ελληνικές σημαίες και σε μια άκρη δυο κασόνια με κρασί που παράγει ο κ. Βάιος και πρόλαβε να σώσει. Μαζί με τη γυναίκα του την κ. Βάσω έζησαν όλη τη ζωή τους στη Φαρκαδόνα.

”Έβλεπα τον αγώνα της εθνικής στην τηλεόραση, δεν φανταζόμουν τι θα γίνει, άρχισε να ανεβαίνει το νερό, ότι προλάβαμε το ανεβάσαμε ψηλά στα τραπέζια”. Πέρασαν τη νύχτα παρακολουθώντας τις βάρκες να βγάζουν τους συγχωριανούς από το συνοικισμό μέχρι το νερό να φτάσει το δικό τους σπίτι. Πέρασαν είκοσι μέρες από δω και από κει και τώρα μετακόμισαν στο Διάσελο. Πενήντα άνθρωποι από τη Φαρκαδόνα σε σπίτια που άνοιξαν εκεί άνθρωποι που ζουν στην Αθήνα και τους τα παραχώρησαν. Καθώς περπατάμε στα άδεια δωμάτια μας δείχνουν στον τοίχο τις εικόνες των γονιών αλλά και του παιδιού τους από τον καιρό που πήγαινε σχολείο.

”Χάσαμε τις μνήμες μου, ότι ανάμνηση κρατούσαμε τόσες δεκαετίες, το παρελθόν μας, δεν έχουμε πια κάτι ως θυμητάρι”. 

Τα ίδια λόγια και εδώ. Μας ξέχασαν όλοι. Ο κ. Βάγιος πέρασε το πρωί ψάχνοντας ίντερνετ να πληρώσει το ΕΝΦΙΑ και το ηλεκτρικό, που έτσι και αλλιώς είναι κομμένο. Για ένα σπίτι που δεν υπάρχει πια. Σουρεαλισμός.

Έξω από το χωριό Κουτσόχερο υπάρχει φτιαγμένη στο πουθενά, μια άσχημη δομή προσφύγων. Μέχρι τη μέρα της καταιγίδας 900 πρόσφυγες με τις οικογένειες τους έμεναν εντός της. Μεταφέρθηκαν εξαναγκαστικά σε άλλες δομές. Εγκατέλειψαν με διαταγές άνωθεν τα σπίτια-κοντέινερ που είχαν φτιάξει τις ζωές τους, για να έρθουν νέοι πρόσφυγες. Αυτοί τη φορά κλιματικοί, όχι από πολέμους. Αυτή τη φορά Έλληνες.

Κοιτάζω τα κοντέινερ καθώς περπατάμε στη δομή. Λίγες αραβικές λέξεις με μαρκαδόρους γραμμένες που και που θυμίζουν ποιοι κατοικούσαν εδώ μέχρι πριν είκοσι μέρες. Τίποτε άλλο. Εδώ θα μείνουν, ποιος ξέρει για πόσα χρόνια κάτοικοι των γύρω περιοχών που ονομάζονται πια ”πλημμυροπαθείς”.

Η Μαγδαληνή, ο κύριος Γιάννης, η κάθονται στον ήλιο, στη νέα τους γειτονιά, στα κοντέινερ. Τους έβγαλαν από τα σπίτια τους στη Φαρκαδόνα με βάρκες. Σε δυο ήμερες χάθηκαν τα σπίτια τους. Κάθισαν τις πρώτες δυο μέρες στη δημαρχία, δυο μέρες σε ένα νηπιαγωγείο στο Νεοχώρι, δέκα μέρες σε σκηνή στο Γριζάνο και κατέληξαν στη δομή. Προσπαθούν να προσαρμοστούν στη νέα τους ζωή. Παλεύουν να νικήσουν τις κατσαρίδες που περιφέρονται στο πάτωμα.

”Έζησα στο Μόναχο 30 χρόνια στο μετανάστης, είχα μια ζωή γύρισα στο χωριό μου χωρίς πόδι και τώρα δεν έχω τίποτε. Με πήγαν με βάρκα στο στρατόπεδο, μετά στο κέντρο υγείας και τώρα εδώ στη δομή. Δεν μου έχουν δώσει μέχρι τώρα φράγκο. Δεν ξέρω τι θα απογίνω”. 

Τα κοντέινερ είναι 18 και 24 τετραγωνικών. Στα μικρά μένουν δυο άτομα στα μεγαλύτερα 4. Έχουν διπλά κρεβάτια, ένα τραπέζι, καρέκλες και μια μικρή τουαλέτα. Αλλάχθηκαν τα πατώματα και τα καπάκια της τουαλέτας.Στη μέση της δομής υπάρχει μια περίκλειστη από σίδερα τραπεζαρία, μοιάζει με φυλακή. Υπάρχει εντευκτήριο, γυμναστήριο. Είναι άσχημα πολύ. Χωρίς ίχνος πρασίνου. Το συσσίτιο ανέλαβαν οι δήμοι.

Ένα λεωφορείο έφερνε την ώρα που φεύγαμε 7 παιδιά από σχολεία. Εδώ θα περάσουν το χειμώνα τους. Θα τους δώσουν και τηλεοράσεις μου λένε. Στο ιατρείο συναντήσαμε το γιατρό και τις νοσηλεύτριες. Μας είπαν για τις δυσκολίες με τους ανοιακούς και τους γέροντες που χρειάζονται ειδική περιποίηση. Ψυχολόγοι βρίσκονται εδώ για υποστήριξη.

Καθώς φεύγαμε γύρισα πίσω να δω μια τελευταία φορά αυτή τη φρίκη. Μη μας ξεχάσετε είπαν και εδώ.

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα