Οικονομία

«Πόσα δίνουμε για να ζούμε;»: Το κόστος ζωής τότε με δραχμές vs τώρα με ευρώ

Πώς άλλαξαν τα πράγματα στην Ελλάδα όταν το «δωσ' μου ένα εκατοστάρικο» έγινε «δωσ' μου ένα ευρώ»

Χρυσάνθη Αρχοντίδου
πόσα-δίνουμε-για-να-ζούμε-το-κόστος-1430654
Χρυσάνθη Αρχοντίδου

Το κόστος ζωής στην Ελλάδα του 2026 γίνεται αποπνικτικό, κάνοντας αφόρητη την καθημερινότητα.

Οι φουσκωμένοι λογαριασμοί «πνίγουν» τα νοικοκυριά, οι νέοι βρίσκουν ως «λύση» τη συγκατοίκηση, γιατί δεν μπορούν να μείνουν μόνοι τους με τον βασικό μισθό των 800 ευρώ όταν τα ενοίκια φτάνουν τα 600 και οι τιμές στα ράφια του σούπερ μάρκετ ανεβαίνουν κατακόρυφα και χωρίς σταματημό.

Η διασκέδαση δεν μοιάζει να είναι ίδια με παλιά, οι άνθρωποι περιορίζουν τις εξόδους για καλοπέραση και «κόβουν» τα χόμπι που κάποτε τους έβγαζαν από την ρουτίνα της καθημερινότητας, προσπαθώντας να επιβιώσουν.

Σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες, περισσότερα από 6 στα 10 νοικοκυριά δηλώνουν ότι μόλις που τα βγάζουν πέρα τον μήνα. Για τους καταναλωτές με χαμηλό εισόδημα, τα χρήματα εξαντλούνται ήδη από τις δύο πρώτες εβδομάδες.

Το 72% των πολιτών αναγκάζεται να περιορίσει άλλες δαπάνες για να καλύψει τις βασικές ανάγκες, με την ακρίβεια να θεωρείται η μεγαλύτερη απειλή για την οικονομική τους σταθερότητα.

Πόσο όμως έχει αλλάξει το κόστος διαβίωσης συγκριτικά με παλαιότερα;

Σε πολλές συζητήσεις ακούς ότι παλιά ήταν καλύτερα, ότι τις δεκαετίες του ΄80, του ΄90 κυρίως, αλλά και του 2000, μια οικογένεια ήταν πολύ πιο εύκολο να τα βγάλει πέρα και δεν υπήρχε τόσο μεγάλο άγχος για τα προς το ζην, όσο σήμερα.

Στο θέμα που ακολουθεί γίνεται καταγραφή των γεγονότων και των μαρτυριών από ανθρώπους που έζησαν και τις δύο εποχές και ένα από τα χρήσιμα συμπεράσματα είναι ότι η ανισότητα στις αγοραστικές συνήθειες έχει ενισχυθεί, όχι όμως ταυτόχρονα και η αξία του χρήματος.

Πηγή: Eurokinissi

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 ένας εργάτης κέρδιζε περίπου 50 δρχ. ημερησίως. Το 1965 το μεροκάματο αυξήθηκε σε 65 δραχμές. Ο μηνιαίος μισθός ενός υπαλλήλου άρχιζε από 850 και πήγαινε μέχρι 1600 δραχμές για άνδρες και 1300 δραχμές αντίστοιχα για γυναίκες.

Οι πολιτικοί μηχανικοί που ήταν… περιζήτητοι γαμπροί της εποχής, μπορεί να έπαιρναν έως και 8000 το μήνα. Εκείνη τη δεκαετία, το λάδι είχε γύρω στις 18 δραχμές το κιλό, ενώ στο καφενείο έπαιρνες καφέ με μία δραχμή, η οποία λίγο αργότερα ανέβηκε στις 2-2,5 δρχ.

Το 1976, το απλό μεροκάματο οικοδομής αυξήθηκε στις 600 δρχ. και του τεχνίτη-μάστορα γύρω στις 1000 δρχ. Εκείνη την περίοδο, η εφημερίδα κόστιζε 5 δρχ, το κρέας 120 δρχ. το κιλό, το λάδι 70 δρχ. και ένα σουβλάκι 10 δρχ.

Από το ’80 και μετά οι μισθοί άρχισαν να εκτοξεύονται σταδιακά. Στην αρχή της δεκαετίας, οι απολαβές έφταναν γύρω στις 15 χιλιάδες δραχμές ενώ μέχρι το τέλος, ξεπερνούσαν τις 60.000 δραχμές.  Εκείνη τη δεκαετία, η Αλεξάνδρα, αγόρασε σπίτι, με μόλις ένα εκατομμύριο δραχμές. Με το μεροκάματο από τη βιοτεχνία που εργαζόταν, μπόρεσε και ανακαίνισε ολόκληρο το σπίτι, ενώ μεγάλωνε δύο παιδιά. «Κάθε Σαββατοκύριακο ήμασταν έξω, δεν χάναμε γλέντι μαζί με τα παιδιά. Υπήρχαν και πράγματα να κάνεις που ήταν δωρεάν, αν δεν είχες λεφτά». 

Στη δεκαετία του ’80, ο Φώτης και η Ελισάβετ ήταν φοιτητές στην Αθήνα. Με 40.000 δραχμές τον μήνα, ο πατέρας τους σπούδαζε τα δύο του παιδιά και με ό,τι περίσσευε ζούσε ο ίδιος με τη γυναίκα του:

«Μας έστελναν 10.000 δραχμές για να ζήσουμε σαν φοιτητές, από τις οποίες οι 5.000 ήταν το ενοίκιο. Με τις 5.000 δραχμές που περίσσευαν, ζούσαμε άνετα. Είχαμε δέματα με έτοιμα φαγητά από το σπίτι και τρόφιμα για να μαγειρεύουμε. Τις μισές ημέρες του μήνα τρώγαμε από τη φοιτητική εστία και τις άλλες μισές τρώγαμε απ’ έξω. Τότε, με χίλιες δραχμές, δηλαδή κοντά στα τρία ευρώ, μπορούσες να πάρεις πράγματα για να κινηθείς όλη την ημέρα και να πιείς», εξηγεί ο Φώτης.

Πηγή: EUROKINISSI

Μέχρι το τέλος της δεκαετίας 1990 και με τη σταδιακή σύγκλιση προς το ευρώ, ο βασικός μισθός έφτανε περίπου τις 150 με 160 χιλιάδες δραχμές. 

Το 1998, ένα διαμέρισμα γύρω στα 100 τ.μ. στην Αθήνα, είχε αξία περίπου 55.000.000 δραχμές, τη στιγμή που ο βασικός μισθός έφτανε τις 180.000 δραχμές μικτά, με τον κόσμο ακόμα να καταφέρνει να αγοράζει σπίτια και να εξασφαλίζει το μέλλον του, κάτι που σήμερα μοιάζει με όνειρο απατηλό.

Οι τιμές των ενοικίων, τότε – ανάλογα πάντα με τα τετραγωνικά μέτρα και την περιοχή – υπολογιζόταν γύρω στα 190 ευρώ ή αλλιώς 65.000 δραχμές. 

Με την εισαγωγή του ευρώ στην αρχή της δεκαετίας του 2000, ο βασικός μισθός ήταν περίπου 472,75 ευρώ, ενώ οι τιμές των ακινήτων συνέχισαν να αυξάνονται, καθιστώντας την απόκτηση κατοικίας πιο δύσκολη.

Ωστόσο, η ζωή ήταν ακόμα σχετικά άνετη στην Ελλάδα. Ο Φώτης εξηγεί ότι υπήρχε ακόμα ένα «καθεστώς μικροοικονομίας στη χώρα»: 

«Οι τότε μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις που κρατούσαν την οικονομία μίας περιοχής, ειδικά στα χωριά, δεν έχουν καμία σχέση με το πώς είναι τα πράγματα σήμερα, με τις μεγάλες αλυσίδες που βλέπουμε σε κάθε τετράγωνο. Η δικιά μας γενιά ήταν τυχερή γιατί οι γονείς μας φρόντισαν να χτίσουν και κατάφεραν να αγοράσουν σπίτια, τα οποία μετά πέρασαν σε εμάς. Όταν εγώ αγόρασα το δικό μου γραφείο ως επιχειρηματίας γύρω στο 2000, χρειάστηκα 20 χρόνια για να το εξοφλήσω». 

Όταν το «δωσ’ μου ένα εκατοστάρικο» έγινε «δωσ’ μου ένα ευρώ»

Όταν η χώρα μας μπήκε στο ευρώ το 2002, επί πρωθυπουργίας Κώστα Σημίτη, το «σοκ του νέου νομίσματος» εκφράστηκε σε μικρές, καθημερινές στιγμές: στις τιμές του καφέ, στα ρέστα στο περίπτερο, στο πώς από το «δωσ’ μου ένα εκατοστάρικο» πήγαμε στο «δωσ’ μου ένα ευρώ». 

Το τέλος της δραχμής σηματοδοτούσε το τέλος μίας εποχής και την αρχή μίας νέας, όπου το χρήμα δεν θα «μετρούσε» πια όπως πριν.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα, μία διαφήμιση εκείνων των ημερών από τον ΑΝΤ1, που προετοίμαζε τον κόσμο για τη μεγάλη μετάβαση από τη δραχμή στο ευρώ, δείχνοντας ενδεικτικές τιμές για καθημερινά προϊόντα.

Ο Γρηγόρης Ζαρωτιάδης, Κοσμήτορας της Σχολής Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ, αναλύει τους λόγους που η είσοδος στο ευρώ αύξησε το κόστος ζωής στην Ελλάδα:  

«Με την είσοδο στο ευρώ, ενοποιούνται σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό οι αγορές των χωρών που μετέχουν σε αυτό, γιατί οι συναλλαγές γίνονται πλέον σε ένα ενιαίο νόμισμα. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, να εξισωθούν οι τιμές των προϊόντων, το οποίο προκάλεσε αύξηση των τιμών για την ελληνική αγορά, οι οποίες μέχρι τότε ήταν χαμηλότερες σε σύγκριση με άλλες χώρες. Θα προέβλεπε κανείς ότι εκτός από την εξίσωση των τιμών θα έπρεπε να επέλθει και η εξίσωση των εισοδημάτων, κάτι το οποίο δεν συνέβη. Αφού δηλαδή αυξήθηκαν οι τιμές στην Ελλάδα αφού μπήκαμε σε μία ενιαία αγορά, αντίστοιχα να αυξάνονταν και τα εισοδήματα των Ελλήνων πολιτών. Καθώς όμως επήλθε η σύγκλιση των τιμών αλλά όχι των εισοδημάτων, αυτό μεταφράστηκε στην ακρίβεια της ζωής στη χώρα. 

Η ενοποίηση των αγορών και η ενσωμάτωση της δικής μας στην ευρωζώνη, διευκόλυνε τις πρακτικές κερδοσκοπίας, τόσο μικρομεσαίων όσο και μεγάλων επιχειρήσεων. Ένα παρωδικό φαινόμενο που όμως έπαιξε τον ρόλο του. Η αύξηση της τιμής ενός σάντουιτς από 2 σε 2,50 ευρώ, δεν δημιουργούσε  μεγάλη επίπτωση στην υποκειμενική κρίση του καταναλωτή, από ότι αν από 500 δρχ αυξανόταν σε 750 δρχ. Η μείωση των μονάδων μέτρησης των τιμών λόγω της εισόδου στο ευρώ, άνοιξε ένα «παράθυρο» κερδοσκοπικής δραστηριότητας των επιχειρήσεων, ευκολότερα και χωρίς να προκαλέσουν αντιδράσεις. Προσθέτοντας και την ολιγοπωλιακή διάρθρωση της ελληνικής αγοράς, καταλαβαίνουμε πως δημιουργείται το φαινόμενο της ακρίβειας μετά την είσοδο στο ευρώ». 

Ο Χρήστος αναλύει πώς άλλαξαν τα πράγματα με την είσοδο στο ευρώ αλλά και πόσο αυξήθηκαν οι ανάγκες στην καθημερινότητα των ανθρώπων: 

«Πριν το ευρώ τα χρήματα μας έφταναν γιατί δεν υπήρχαν τόσες πολλές ανάγκες, όπως σήμερα, δεν είχαμε να πληρώνουμε τόσους λογαριασμούς, οι οποίοι επίσης δεν ήταν τόσο υψηλοί, υπήρχαν χαμηλότερες χρεώσεις – το κόστος ζωής συνολικότερα ήταν πολύ μικρότερο.

Παράλληλα, με την εξέλιξη της τεχνολογίας, δημιουργήθηκαν νέες ανάγκες, κάποιες πραγματικές (πλυντήριο, στεγνωτήριο, έγχρωμη τηλεόραση) κάποιες όμως και επίπλαστες που σχετίζονται με τον υπερκαταναλωτισμό». 

Η απόκλιση στις τιμές είναι τεράστια από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 συγκριτικά με σήμερα, όπως εξηγεί ο ίδιος:

«Οι τιμές δεν είχαν τόσο μεγάλη απόκλιση. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 αγόραζες σπίτι με 10-15 εκατομμύρια, δηλαδή σε αντιστοιχία με 40.000 ευρώ. Σήμερα για να αγοράσεις καινούργιο σπίτι θέλεις 300.000 ευρώ.

Οι 100 δραχμές ήταν ένα ποσό που μπορούσες να πάρεις μια τυρόπιτα. Με 250 ή 300 δραχμές έπαιρνες καφέ, μετά πήγε στις 500 δραχμές. Όταν ο πατέρας μας στα μέσα της δεκαετίας του ’90 μας έδινε ένα πεντοχίλιαρο για χαρτζιλίκι, αισθανόμασταν… βασιλιάδες. Η γενιά των γονέων μας μπορεί να μην είχε τεράστιους μισθούς, αλλά έφταναν και περίσσευαν». 

«Μια κλασική εικόνα ήταν ότι πολλές φορές ο πατέρας έβαζε το χέρι στην τσέπη και έβγαζε ένα πάκο πεντοχίλιαρα», περιγράφει ο Χρήστος:

«Η αξία του χρήματος μειώθηκε πολύ με το πέρασμα των χρόνων και φυσικά σε αυτό συνετέλεσε η είσοδος στο ευρώ. Ξαφνικά μέσα σε ένα μήνα είδαμε ότι η τυρόπιτα πήγε από τις 200 δραχμές στο 1,5 ευρώ, τώρα έχει φτάσει πάνω από 2 ευρώ. Ο καφές στο υπερμέγιστο που είχε φτάσει ήταν 700 δραχμές και πήγε 3 ευρώ, τώρα είναι στα 4. Οι 100 δραχμές στην ψυχολογία των εμπόρων, αλλά και των καταναλωτών έγιναν 1 ευρώ. Το 1 ευρώ επειδή ήταν κέρμα δεν καταλάβαινες πως είχε αξία. Έτσι, ξόδευες περισσότερα χωρίς να καταλαβαίνεις την αξία του χρήματος. Επίσης η πραγματική σύγκλιση μισθών και τιμών των προϊόντων, μετά το ευρώ, δεν ήρθε ποτέ». 

Από την πλευρά του, ο Φώτης εξηγεί ότι ακόμα και με την είσοδο στο ευρώ, τα χρήματα είχαν μεγαλύτερη αγοραστική αξία στις αρχές του 2000, σε αντίθεση με σήμερα:

«Με ένα εκατοστάρικο, μπορούσαμε να κάνουμε ψώνια στο σούπερ μάρκετ, να πάρουμε τα αναγκαία και κάτι θα μας περίσσευε. Τώρα, δεν μπορείς να αγοράσεις ούτε τα μισά από αυτά που θέλεις για τον μήνα με 100 ευρώ. Τέλη της δεκαετίας του ’90 και αρχές του 2000, ζούσαμε άνετα. Κάναμε 2-3 εξόδους την εβδομάδα, πηγαίναμε για φαγητό και τότε ήταν στα high τους, τα μπουζούκια. Δεν ήμασταν ζόρικα, με το ένα ποτό το βράδυ, κάναμε κατανάλωση και διασκεδάζαμε χωρίς να έχουμε στο κεφάλι μας το οικονομικό». 

Εικόνα: Πάνος Κονιός

Η Μαρίνα, περιγράφει πως κατά τη δεκαετία του 90, αλλά ακόμα και στις αρχές του 2000, δεν υπήρχε ο αυξημένος καταναλωτισμός και οι πλασματικές ανάγκες που έχουμε σήμερα: 

«Δεν υπήρχαν οι μεγάλες αλυσίδες για να ψωνίζουμε μπλουζάκια με 10 και 20 ευρώ κάθε εβδομάδα. Μαζεύαμε χρήματα και επενδύαμε στα ρούχα που μας κρατούσαν για χρόνια. Μέχρι και σήμερα, έχω γούνες και παλτό που αγόρασα στα 90’s. Επίσης τότε, δεν υπήρχε η συνεχής πίεση από το διαδίκτυο, με τον βομβαρδισμό πληροφοριών με προϊόντα από διαφημίσεις για να τα αγοράσεις. Δεν είχαμε συνηθίσει να ψωνίζουμε συχνά και δεν νιώθαμε ότι είχαμε την ανάγκη να πάρουμε τη νέα κολεξιόν που κυκλοφόρησε. 

Η τεχνολογία ήταν τελείως διαφορετική όταν μπήκε στις ζωές μας. Μία μικρή τηλεόραση κρατούσε για χρόνια. Κινητό χρειαζόσουν μόνο για  να παίρνεις τηλέφωνα. Δεν σε ένοιαζε να πάρεις το νέο μοντέλο, να συνδεθείς στο ίντερνετ, να μπεις στο Instagram. Μπορούσες να βρεις λειτουργικό κινητό με 70 ευρώ, ενώ τώρα πληρώνουμε 1700 για ένα iPhone». 

Το 2007, ο Ραφαήλ ήταν φοιτητής στη Θεσσαλονίκη. Τότε, με ένα εικοσάρικο για χαρτζιλίκι, μπορούσε να πάει σινεμά, να πιεί μία μπύρα, να φάει μία κρέπα και ένα σάντουιτς και να γυρίσει σπίτι με ταξί:

«Με το χαρτζιλίκι που έδιναν γιαγιάδες και παππούδες, από 50 ευρώ ο καθένας, μπορούσαμε να βγάλουμε τον μήνα. Μέχρι και το 2009 δεν είχαμε συναίσθηση του οικονομικού άγχους. Ήταν νομίζω η τελευταία χρονιά που τα πράγματα ήταν φυσιολογικά. Θυμάμαι μάλιστα, πως όσοι έβγαιναν από το παιδαγωγικό, διορίζονταν κατευθείαν και γίνονταν μόνιμοι από τα 22».

Ακόμα και αν συγκρίνουμε το κόστος ζωής των Ελλήνων από το 2019 μέχρι σήμερα, βλέπουμε ότι έχει αυξηθεί δραματικά, λόγω του υπερπληθωρισμού, επηρεάζοντας καθημερινά την ποιότητα ζωής των ανθρώπων.

Το 2019, η μέση τιμή του φρέσκου γάλακτος κυμαινόταν περίπου στα 1,10 ευρώ ανά λίτρο, ενώ μέχρι το 2024, αυξήθηκε σε 1,40 ευρώ ανά λίτρο. Το μοσχαρίσιο κρέας έχει γίνει απλησίαστο, με το κιλό από τα 8 ευρώ το 2019 να εκτοξεύεται μέχρι και στα 22 ευρώ το 2025. Από τη μία δραχμή του ’60, ο καφές σήμερα αποτελεί «είδος πολυτελείας», με τη μέση τιμή του ελληνικού να φτάνει τα 8 ευρώ στα σούπερ μάρκετ το 2019 και να παρουσιάζει 87,5% αύξηση το 2025, φτάνοντας τα 15 ευρώ ανά κιλό.

Οι αιτίες για αυτό το «νέο κύμα ακρίβειας» στη χώρα και του δυσβάσταχτου κόστους ζωής είναι εντελώς διαφορετικές σε σύγκριση με το παρελθόν, όπως καταλήγει ο κ. Ζαρωτιάδης:

«Η δεύτερη περίοδος αύξησης της ακρίβειας στην Ελλάδα, οφείλεται στη διεθνή γεωπολιτική και οικονομική κρίση, στην αύξηση των τιμών της ενέργειας αλλά και πάλι η ολιγοπωλιακή μορφή της εσωτερικής αγοράς συνέβαλε στο να πολλαπλασιαστούν οι τελικές τιμές από τις εξωγενείς αυξήσεις.

Στον πληθωρισμό, είτε μετά την είσοδο στο ευρώ, είτε τώρα, οι πιέσεις και το φαινόμενο της ακρίβειας, δείχνουν ότι η αξία του χρήματος φθίνει. Η ανισότητα στις αγοραστικές συνήθειες είναι πιο ενισχυμένη, όχι όμως η αξία του χρήματος». 

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα