close search results icon

Γνωρίστε το πρεκαριάτο και τη μυωπική του ελίτ

Σε αυτή τη δεκαετία λοιπόν η χώρα έχασε το 25% του ΑΕΠ της και το πλάνο είναι να το ανακτήσει με ιδιωτικοποιήσεις («ξένες επενδύσεις») και μεγαλύτερη ελαστικότητα στην αγορά εργασίας.

Γνωρίστε το πρεκαριάτο και τη μυωπική του ελίτ
  • ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ
  • fb
  • twi

«Γνωρίζω ότι υπάρχουν άνθρωποι που είναι εξαρτημένοι από το μισθό τους», είχε αναφέρει σε ένα από τα διαγγέλματα του ο Πρωθυπουργός. Και πάνω που νομίσαμε ότι δεν πάει παραπάνω στην αμετροέπεια των δημόσιων αξιωματούχων, ο κ.Κυρανάκης, επέστρεψε με μία ακόμα από τις συχνές εμπρηστικές του δηλώσεις: «να σταματήσει η κουλτούρα του επιδόματος που πάει να εμπεδωθεί».

Αν δεν το γνωρίζετε πάντως, η δήλωση του κ.Κυρανάκη συμβολίζει την κυρίαρχη οικονομική ορθοδοξία των ελίτ μας.

Στο κεφάλαιο «ανεργία» οι νέοι οικονομολόγοι μαθαίνουν ότι υπάρχει εκείνη που προκαλείται από την πλευρά της συνολικής ζήτησης, η «ακούσια», όταν άνθρωποι θέλουν αλλά δεν μπορούν να δουλέψουν γιατί η κατανάλωση είναι τόσο χαμηλή που δημιουργεί αντικίνητρα στις επιχειρήσεις για να προσλάβουν, και άρα αναγκαία είναι εδώ η δυναμική παρέμβαση του κράτους για να ξεκολλήσει την οικονομία, και εκείνη που είναι «εκούσια». H εκούσια ανεργία που προσμετράτε εδώ είναι η ανεργία εκείνων που επειδή οι μισθοί είναι πολύ χαμηλοί, και τα επιδόματα πολύ υψηλά, δεν επιθυμούν να δουλέψουν.

Έτσι, λέει η ορθοδοξία, ότι επειδή οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να αυξάνουν διαρκώς το κέρδος τους, στις φάσεις της ύφεσης το βάρος πέφτει στα συνδικάτα για να μειώσουν τις απαιτήσεις τους, και στην κυβέρνηση να απελευθερώσει την αγορά εργασίας από περιττά κόστη για τον εργοδότη. Και η οικονομία τελικά ισορροπεί στο μέλλον στη χαμηλή ανεργία και την ιδανική παραγωγή.

Ο κ. Κυρανάκης, περιττό να πούμε, κάνει απλά αντιγραφή/επικόλληση ό,τι έμαθε από το εγχειρίδιο του λαμπρού μέλλοντος των οικονομικών των ελεύθερων αγορών. Θεωρητικές κοινοτοπίες δηλαδή, ανέλεγκτες στην καθημερινή ζωή και στον ιστορικό χρόνο. Και προβάλλει τελικά την καθημερινότητα του σε μία άλλη, τη μεγάλη, των περισσοτέρων από εμάς.

Το ποια είναι αυτή η καθημερινότητα που ζει, μας το υπενθύμισε σε μία άλλη εμπρηστική του δήλωση, όταν μας ενημέρωσε ότι γνωρίζει ότι πολλοί τριγυρνούν από πολιτικό γραφείο σε πολιτικό γραφείο για να ζητούν δουλειά αντί να μαθαίνουν να φτιάχνουν σωστά το βιογραφικό τους.

Τέλος πάντων, αυτός και πολλοί άλλοι της ελίτ που γίνεται όλο και πιο μυωπική στις μέρες μας ζουν με τον τρόπο που ζουν, συχνάζουν από παιδιά στα πολιτικά γραφεία που συχνάζουν, και δεν έχουν κάνει ούτε μισό κόπο να ελέγξουν τη σούπερ Θεωρία τους στην πραγματικότητα πολλών από εμάς. Και αυτό θα ήταν νορμάλ, αν δεν ήταν παράλληλα και βουλευτής. Ως βουλευτής, καλό είναι να αφήνει το θρόνο του που και που και τις συχνές επαφές με τους συντρόφους του και να κατεβαίνει να δει πως τα βγάζει πέρα και η πλέμπα.

Τώρα, ποια είναι η πραγματικότητα αυτής της πλέμπας; Δεν μπορώ να την περιγράψω μόνος μου. Δυσπιστώ πάντα όταν βλέπω ανθρώπους με αυτοπεποίθηση να λεν, «έτσι ζει ο λαός», αφού το νόημα είναι να μην μιλάει ένας άνθρωπος για αυτό, όσο καλές οι προθέσεις του. Θα χτίσω όμως κάτι από μερικές ενδείξεις για όσους και όσες θέλουν να τις τεστάρουν στη ζωή τους, στα μέρη τα οποία επισκέφτηκαν πρόσφατα, και να το διορθώσουν όπως κρίνουν.

Ένα γενικό σχόλιο, αρχικά, στο πεδίο της πολιτικής, σήμερα δεν υπάρχουν ισχυρά συνδικάτα που θα διαπραγματεύονται μισθούς όπως δεν υπάρχουν και κόμματα συνδεδεμένα με την κοινωνία, οι δυο θεσμικοί πυλώνες που κράτησαν σταθερή τη ζωή στο μεταπολεμικό κράτος. Στην οικονομία, είναι σήμερα για τη χώρα τουλάχιστον μία δεκαετία σκληρής ύφεσης. Χωρίς να επεκταθώ, εδώ να πω μόνο ότι η δεκαετία αυτή δεν είναι, όπως για τους πολλούς σε άλλες χώρες, μία εικοσαετία στασιμότητας. Είναι μία δεκαετία γενικευμένης κρίσης και κατάρρευσης των κυρίαρχων θεσμών όπως τους είχαν συνηθίσει οι προηγούμενες γενιές.

Σε αυτή τη δεκαετία λοιπόν η χώρα έχασε το 25% του ΑΕΠ της και το πλάνο είναι να το ανακτήσει με ιδιωτικοποιήσεις («ξένες επενδύσεις») και μεγαλύτερη ελαστικότητα στην αγορά εργασίας. Αν στο μυαλό ορισμένων, όπως του κ. Κυρανάκη, αυτή η συνταγή είναι το μόνο που χρειαζόμαστε, τότε εφόσον έχουν γίνει τα πάντα που βοηθούν έναν εργοδότη να προσλάβει (ελαστικές εργασιακές σχέσεις, ιδιωτικοποιήσεις, μείωση κόστους απολύσεων κτλ), και τα πράγματα παραμένουν στάσιμα στον πάτο που φτάσαμε, αν όχι χειρότερα, τότε εύλογα θα φταίει αυτός που δεν ξέρει να κάνει βιογραφικό ή αυτός που δεν θέλει να συμμετέχει στη μεγάλη «εθνική προσπάθεια» της παραγωγής.

Διαβάζουμε τότε την πολύ πρόσφατη έρευνα του ινστιτούτου Πουλαντζά για την κατάσταση της σημερινής νεολαίας (Φεβρουάριος-Μάρτιος 2021). Η έρευνα αφορά σε δύο μεγάλες ηλικιακές κατηγορίες. Τους 17-24 και τους 24-35. Θα εστιάσω μόνο στη δεύτερη που είναι και το 53% του δείγματος των 534 ατόμων που συνολικά συμμετείχαν στην έρευνα. Να πω ότι ο λόγος που δεν αναφέρω τους 17-24 είναι εν μέρει και δεοντολογικός. Εκτός από την ιδιότυπη σχέση που αναπτύσσουν με την αγορά εργασίας, μισό μέσα μισό έξω, εδώ και τουλάχιστον ένα μήνα οι φοιτήτριες και οι φοιτητές είναι στους δρόμους με τα αιτήματα τους για ανοιχτές σχολές και δημόσιο και δημοκρατικό πανεπιστήμιο. Όσοι θέλουν να τους ακούσουν, μπορούν.

Οι νέοι 24-35 λοιπόν μένουν κατά 23% με τους γονείς τους. Από αυτούς, το 54% έχει οικονομική στήριξη, σταθερή ή περιστασιακή, από την οικογένεια, για να τα βγάλει πέρα (19% και 36% αντίστοιχα). Κατά 37% απαντούν ότι νοιώθουν «λίγο» ή «καθόλου» ικανοποίηση από τη ζωή τους. Η ικανοποίηση αυτή φαίνεται να σχετίζεται με το αν εργάζονται ή όχι. Οι άνεργοι όπως είναι φυσικό νοιώθουν «λίγο» ή «καθόλου» ικανοποιημένοι πιο πολύ, αλλά το ίδιο νοιώθει και ένα 29% που εργάζεται. Το 55% νοιώθουν πάντως «λίγο» ως «καθόλου σιγουριά» για το μέλλον τους, παρόμοιο ποσοστό με την περσινή μελέτη που έγινε στις πολύ αρχές του κορονοϊού. Το ίδιο ποσοστό είναι 80% στους ανέργους. Αυτό εξηγεί γιατί όταν ζητήθηκε να περιγράψουν την πολιτική κατάσταση διαλέγοντας δυο λέξεις, οι περισσότεροι νέοι στο σύνολο τους (και οι δύο ηλικιακές ομάδες) απάντησαν «απογοήτευση» και «θυμό», ενώ και πιο γενικά τοποθετήθηκαν 84% και με άλλα αρνητικά συναισθήματα. Και αυτό ενώ στις πολιτικές τους τοποθετήσεις δεν είναι και τίποτα «ριζοσπάστες». Τοποθετούνται αναλογικά από τα αριστερά προς τα δεξιά, αλλά με συσπείρωση προς το κέντρο και ελαφρώς προς τα αριστερά.

Μάλλον αυτά τα στοιχεία αρκούν για να πουν δύο λόγια. Στο δυναμικότερο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας των διαδοχικών κρίσεων βασιλεύει η εργασιακή επισφάλεια, ο φόβος για το αν θα βρει κανείς ή αν θα διατηρήσει την εργασία του, προκειμένου να ζήσει φυσιολογικά σε ένα σπίτι, το άγχος, και ο θυμός και η απογοήτευση με την πολιτική.

Είμαστε ήδη πολύ μακριά από την κουλτούρα του επιδόματος για την οποία μας μίλησε ο βουλευτής αλλά μπορούμε να πάμε ακόμα παρακάτω.

Η έρευνα έχει μερικά κενά που μπορούν μελλοντικά να καλυφτούν. Δεν μας λέει για παράδειγμα από το σύνολο όσων εργάζονται πόσοι είναι αυτοί που εργάζονται στον τομέα που επένδυσαν χρήματα και διάθεση, αυτόν που σπούδασαν, ή αν απολαμβάνουν «κανονικής» εργασιακής σχέσης, δηλαδή με συμβόλαιο, πληρωμένες υπερωρίες, και διαπραγμάτευση με τον εργοδότη για τα καθημερινά και τους μισθούς. Δηλαδή είναι δύσκολο να πούμε πόσο ικανοποιημένοι είναι από το μισθό τους και το πόστο τους σε σχέση με τα πτυχία τους, κάτι που θα ονομάζαμε skill match (στοιχεία επ’αυτού, και πόσο απογοητευτικά είναι τα πράγματα στην Ελλάδα, όμως από την πλευρά των εργοδοτών, εδώ). Και δεν μας λέει επίσης αν μεταφράζουν δημιουργικά τα συναισθήματα τους και πως προκύπτουν αυτά.

Το τελευταίο καλύπτεται εν μέρει από τις απαντήσεις σε άλλα ερωτήματα όπου το 80% εκδηλώνει την επιθυμία πολιτικής συμμετοχής, ή έχει συμμετάσχει σε δράσεις κατά 80% (έξω από τα κόμματα, που επιλέγουν μόνο το 25%, και τα συνδικάτα το 15%). Δεν ξέρουμε ωστόσο τι ακριβώς φοβούνται στη δουλειά τους και τι εκφράζουν στις πολιτικές δράσεις τους. Την απόλυση, το κόστος που πληρώνουν μόνοι τους από την τσέπη τους για να γίνονται καλύτεροι σε μία διαρκώς μεταβαλλόμενη εργασία κ.ο.κ. Τη δυσαρέσκεια, την αλληλεγγύη κτλ. Αυτά καλύπτονται ωστόσο εν μέρει από άλλες έρευνες του Ινστιτούτου σε όλο τον πληθυσμό για όποιον θέλει να τις συμβουλευτεί.

Να πούμε πάντως, πολλές φορές συμπεράσματα προκύπτουν καλύτερα όταν οι αριθμοί συμπληρώνονται από συνεντεύξεις ή από τα κοινωνικά πορτραίτα των καλλιτεχνών, σαν αυτά του Μπαλζάκ και του Ντίκενς για τη Γαλλία και την Αγγλία του 19ου αιώνα, και άρα ένας «ερευνητικός» πειραματισμός σε αυτό το σημείο θα ήταν ιδανικός. Εδώ να προσπαθήσω να σκιαγραφήσω γρήγορα μόνο ένα, ενός φίλου, επειδή είναι παραδειγματικός για περισσότερους από έναν ανθρώπους.

Είναι 28 ετών. Εργάζεται σε μία μεγάλη πολυεθνική σαν αυτή που θα επενδύσει στο χρυσό και θα χτίσει καζίνο στο Ελληνικό. Ο μισθός είναι 600 ευρώ εδώ και 1.5 χρόνια. Δουλεύει στο πτυχίο του αλλά κρυφά θέλει να γίνει συγγραφέας. Δεν φοβάται ότι θα μείνει εκτός δουλειάς αυτός ή τα παιδιά του, που θέλει να κάνει, γιατί αισθάνεται «εργατικός» και ότι πάντα θα τα βγάζει πέρα. Αυτό που δεν ξέρει είναι αν θα μπορεί να ζήσει όπως θέλει, σε ένα σπίτι μόνος, αφού τα νοίκια συνεχώς αυξάνονται, οι φίλοι του φεύγουν έξω και δεν ξέρει αν θέλει να συγκατοικήσει με έναν άγνωστο σε αυτή την ηλικία. «Τα γούστα» είναι πλέον πιο μοναχικά, σπάνια, και ακριβά. Αν ήταν έξω στην ίδια εταιρία θα ζούσε μία χαρά, αλλά δεν θέλει να αφήσει τον ήλιο, και να υποβάλλει τον εαυτό του στην πίεση μίας μεγάλης μετακόμισης όταν μάλιστα οι φίλοι του του λένε πως κάποια μέρα θα γυρίσουν πίσω.

Με αυτά μπορούμε τώρα να πούμε και μία κουβέντα για το πρεκαριάτο (=από το precarious, που μεταφράζεται ως επισφάλεια), τη συνθήκη ζωής που φαίνεται να θίγει τη σημερινή νεολαία, μεταξύ άλλων.

Δεν είναι ακριβώς τάξη «αντικειμενική», σαν και αυτή που χρησιμοποιούν οι μαρξιστές. Η υλικότητα της καταπίεσης της δεν είναι τόσο έντονη αλλά δεν είναι και εμφανής αφού υπάρχει με νέες και άρα ποιοτικά διαφορετικές μορφές. Δεν τους δέρνουν οι εργοδότες τους, ούτε και τους εκβιάζουν να εργάζονται χωρίς ασφάλιση 12 ώρες δίπλα από παιδιά, όπως συνέβαινε σχεδόν ως τα μισά του προηγούμενου αιώνα στα απαίσια εργοστάσια του Manchester που γρήγορα διαδόθηκαν σε όλο τον πλανήτη. Υπάρχει άρα έντονο αυτό το υποκειμενικό στοιχείο της ανασφάλειας, και ένας ατομοκεντρισμός, ότι δεν θέλω να ανήκω κάπου τόσο μαζί με άλλους, όσο να ζω ο ίδιος καλύτερα, κάτι που μπορώ να το επιλέξω πιο ελεύθερα.

Οι ανασφαλείς εργαζόμενοι και άνεργοι ζουν σε μία κοινωνία όλο και πιο ατομική, παγκοσμιοποιημένη, και ανταγωνιστική. Ανταγωνίζονται τον εργάτη στην Κίνα με τα χαμηλά ημερομίσθια, για το μισθό του οποίου τους ενημέρωσαν οι ειδήσεις ότι οι βιομηχανίες έφυγαν μία μέρα προς τα εκεί. Θέλουν και οι ίδιοι να φύγουν επειδή οι καλές δουλειές είναι στην Ευρώπη και το γνωρίζουν από τους φίλους τους αν δεν το διαβάζουν με τις ξένες γλώσσες που γνωρίζουν ή αν δεν το μαθαίνουν όταν «επιλέγουν» μία καριέρα, κάτι που γίνεται όλο και πιο συχνά.

Παράλληλα, βιώνουν ατομικά ακραίο άγχος και νομίζουν ότι φταίνε για αυτό, αφού αυτό ακούν μονίμως από τους οικονομολόγους της ορθοδοξίας – ότι δεν παράγουν αρκετά και δεν είναι ικανοί. Αυτό είναι που τους κάνει να πιστεύουν οι οικονομικές νόρμες ότι είναι μία αυταπόδεικτη οικουμενική αλήθεια. Ότι όλοι μπορούν να πετύχουν αν προσπαθήσουν αρκετά, γιατί οι ευκαιρίες είναι αν όχι άφθονες, τότε ίσες, και ότι στο τέλος θα ανταμειφθούν και για την όλο και πιο μεγάλη προσπάθεια.

Επίσης, παρατηρούν ότι οι θέσεις εργασίας τους κινδυνεύουν από τις μηχανές και τα λογισμικά (25% στο σύνολο των θέσεων στον ΟΟΣΑ), και ταυτόχρονα βλέπουν ότι περίπου 2δις άνθρωποι σαν και αυτούς δεν έχουν ενταχθεί στην παγκόσμια αγορά εργασίας ενώ επιθυμούν να δουλέψουν, πιέζοντας ακόμα πιο κάτω τους ήδη χαμηλούς τους μισθούς. Βεβαίως, και οι νέες θέσεις εργασίας που παράγονται σε τομείς με μεγάλη εξειδίκευση, και τις οποίες μπορούν να πετύχουν σε αντίθεση με έναν απολυμένο 45άρη τεχνίτη με οικογένεια, δεν τους καλύπτουν απαραίτητα ψυχικά, σαν να είναι ο σκοπός της ζωής τους η προκοπή στην εργασία. Και παράλληλα διαπιστώνουν όλο και πιο συχνά την αδικία, τις πρωτοφανείς ανισότητες, την έλλειψη στις ευκαιρίες, ότι ο χρόνος περνάει, ότι κάποιοι είναι περισσότερο ίσοι σε όλα, εξ’ού και ο θυμός.

Η πρωτοπορία της μυωπικής ελίτ πάντως, στην κυβέρνηση, δεν θέλει να τους ακούσει, ή αν θέλει, τους πασάρει μόνιμα το ίδιο φάρμακο της δεκαετίας του 80’ που ήταν το ίδιο με τον 19ο αιώνα του Ντίκενς – δεν προσπαθείτε αρκετά, αλλιώς θα σας μειώσουμε τα επιδόματα. Δείτε σε αυτή την εκτός τόπου και χρόνου θεωρία την κρίση, τα 10 χρόνια, τη χαμένη γενιά του μονίμως 25% στην ανεργία.

Αν το κάνετε, έχετε το πρεκαριάτο, κάτω από το σαλαριάτο (από το salary, μισθός) που είναι αρκετά τυχερό να εργάζεται στο δημόσιο ή σε καλές θέσεις στον ιδιωτικό τομέα, καθόλα νόμιμο, να ξέρει πότε θα συνταξιοδοτηθεί, με σταθερό μισθό. Δίπλα δίπλα το πρεκαριάτο με το πιο διάσημο προλεταριάτο, που όμως μεταναστεύει αρκετά ως φαινόμενο προς μη δυτικές χώρες, χωρίς να εξαφανίζεται από τη Δύση. Που; Σε μία περιοχή όπου σχεδόν οι πάντες σκέφτονται τη μετανάστευση προς τη Δύση, και όπου δεν υπάρχουν οι πολιτικές ελευθερίες για να αντισταθούν οι εργαζόμενοι σε αυτή την άδικη κατανομή εργασίας εξισώνοντας το επίπεδο ζωής με των χωρών που θέλουν να παν μετανάστες. Σε χώρες που, να πούμε, στο 2012 μπορεί κάποιοι και να δολοφονηθούν επειδή διαδήλωσαν.

Και για το τέλος, εκεί ψηλά φυσικά, μία διευθυντική και μυωπική ελίτ. Να ζει και να βασιλεύει. Ανεξέλεγκτη. Δυσανάλογα εκπροσωπημένη στο Νόμο, στην Ενημέρωση, στις δημόσιες συζητήσεις. Να απολαμβάνει φορολογικών ελαφρύνσεων, να κληρονομεί και να μη ζει από το μισθό της, σε θέση να προστατεύει τον εαυτό της παραδίδοντας μαθήματα ήθους. Ικανή πάντως να μεταναστεύει για να μην πληρώνει και τον ελάχιστο φόρο που κατάφεραν οι διοικήσεις τελικά να της βεβαιώσουν.

Αλλά για αυτήν θα τα πούμε άλλη φορά. Ας γνωριστούμε πρώτα με το πρεκαριάτο, την νέα «επικίνδυνη τάξη», στο μεταίχμιο του παλιού κόσμου που λιώνει στον αέρα, και του νέου που αρχίζει, με πόνο, να γεννιέται. Αν το γνωρίσουμε καλά, μπορεί τότε να καταλάβουμε κάπως τι πάει στραβά ώστε να ημερεύσουμε και τις κοινωνίες μας. Τα εγχειρίδια από την οικονομία, το μόνο σίγουρο, έχουν πάψει να βοηθούν. Για να μην αναφέρω τους «ανεξάρτητους στη γνώμη και τη συνείδηση βουλευτές» των twitter και των χειραψιών, σαν τον  κ. Κυρανάκη. Που όμως σπάνια θα εκτελέσουν αυτό το τιτάνιο έργο να εκπροσωπήσουν την ευρύτερη κοινωνική εμπειρία απέναντι σε μία αυταρχική και μυωπική ελίτ χωρίς ιδανικά που σχηματίζεται στο κέντρο της δημόσιας ζωής.

Ίσως για αυτό να χρειαζόμαστε εκτός από σοβαρούς πολιτικούς και πολιτικές, όλο και περισσότερο την Τέχνη που μας βοηθάει να γνωριστούμε. Αλλά και τη συντονισμένη αντιπολίτευση που θα τις προτείνει. Αλλά αυτό, επίσης, για μία άλλη φορά.

Σημείωση: τα αποτελέσματα της έρευνας του Ινστιτούτου Πουλαντζάς και της εταιρίας ερευνών Prorata θα συζητηθούν εκτενώς, μαζί με άλλες τάσεις ή αντιλήψεις που δεν αποτυπώσαμε εδώ, σε διαδικτυακή εκδήλωση στις 31 Μαρτίου, Τετάρτη, 7μ.μ.