close search results icon

Parallax View

Γυναικοκτονία: Η κορυφή του παγόβουνου που λέγεται πατριαρχία

Οφείλουμε, λοιπόν, να κάνομε λόγο για ένα πολύ συγκεκριμένο έγκλημα, αυτό της γυναικοκτονίας, το οποίο πρέπει να διαχωρίζεται και να εξετάζεται ως τέτοιο

Γυναικοκτονία: Η κορυφή του παγόβουνου που λέγεται πατριαρχία
  • ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ
  • fb
  • twi

Λέξεις: Χριστίνα – Βασιλεία Ρόκου

Σε διάστημα 48 ωρών διαπράχθηκαν τρία στυγερά, αποτρόπαια εγκλήματα· τρεις ακόμα γυναικοκτονίες. Τρεις ακόμα γυναίκες έχασαν τη ζωή τους με τον ίδιο φρικτό τρόπο. Για να αναδιατυπώσω και να το θέσω πιο ορθά, τους στέρησαν τη ζωή τους.

Την Κυριακή (31/7) στο Ρέθυμνο, ένας 60χρονος άνδρας δολοφόνησε την 56χρονη σύζυγό του μαχαιρώνοντάς την. Ούτε ένα 24ωρο αργότερα τελείται και γίνεται γνωστή ακόμα μία γυναικοκτονία, αυτή τη φορά στη Ζάκυνθο, όπου ένας 50χρονος άνδρας ξυλοκόπησε και μαχαίρωσε μέχρι θανάτου την 40χρονη σύζυγό του. Σήμερα, έρχεται στο φως άλλο ένα περιστατικό, καθώς εντοπίστηκε νεκρή 17χρονη κοπέλα στο Περιστέρι, η οποία φαίνεται να δολοφονήθηκε αργά χθες το βράδυ (1/8) ενώ παράλληλα ο σύντροφός της έχει εξαφανιστεί και αναζητείται από τις Αρχές.

Τρία περιστατικά έμφυλης βίας, στην πιο ακραία και ειδεχθή μορφή της, που μεγαλώνουν τη λίστα των δολοφονημένων, των αδελφών μας που λείπουν, που, δυστυχώς, απαντούν στο «πόσες ακόμη;» και στο επαναλαμβανόμενο και άτοπο ερώτημα «γιατί Γυναικοκτονία;».

Και σε αυτές τις περιπτώσεις, όπως και σε κάθε γυναικοκτονία, παρατηρείται ένα πλέον γνώριμο μοτίβο. Στο πρώτο περιστατικό, σύμφωνα με τα λεγόμενα του καθ’ ομολογίαν δράστη-γυναικοκτόνου, «θόλωσε» καθώς η γυναίκα τον είχε εγκαταλείψει επανειλημμένα τη συζυγική εστία και προηγήθηκε έντονος καυγάς πριν τη φρικτή δολοφονία. Ακόμα, τα πρώτα λόγια του αφού συνελήφθη φαίνεται να ήταν «με κατεδάφισε». Αξίζει να αναφερθεί πως για ακόμα μία φορά, η τοπική κοινωνία δηλώνει συγκλονισμένη. Σε αντίστοιχο μοτίβο και το δεύτερο περιστατικό, όπου ο δράστης δολοφόνησε την εν διαστάσει σύζυγό του και φέρεται να είπε «τη σκότωσα γιατί με απατούσε». Η δολοφονημένη γυναίκα είχε καταθέσει νωρίτερα μήνυση για ενδοοικογενειακή βία, πράγμα που είχε ξανακάνει τον Ιούνιο με αποτέλεσμα να συλληφθεί ο σύζυγός της, ωστόσο είχε αφεθεί ελεύθερος από τις Αρχές(!)

Ας μιλήσουμε, λοιπόν, για μοτίβα. Οφείλουμε, λοιπόν, να κάνομε λόγο για ένα πολύ συγκεκριμένο έγκλημα, αυτό της γυναικοκτονίας, το οποίο πρέπει να διαχωρίζεται και να εξετάζεται ως τέτοιο καθώς φέρει ορισμένα χαρακτηριστικά. Γυναίκες δολοφονούνται ακριβώς επειδή είναι γυναίκες, οι δράστες δεν είναι ποτέ τυχαίοι, αντιθέτως είναι οι φίλοι, οι σύντροφοι, οι σύζυγοι, οι αδελφοί και οι πατεράδες, που ασκούν βία, δολοφονούν σε μία έσχατη προσπάθεια να επιβληθούν, να εξουσιάσουν. Κι αυτό έρχονται να επιβεβαιώσουν και να υπογραμμίσουν οι «απολογίες», οι «προφάσεις» και οι «αφορμές» που κάνουν λόγο για «κακές στιγμές» όπου η «αγάπη», η «ζήλια» όπλησαν τα χέρια ανδρών που οι γυναίκες τους αντιστάθηκαν, είπαν «όχι», τους εγκατέλειψαν, τους απάτησαν κ.ο.κ, σε μία προσπάθεια να δικαιολογήσουν την πράξη τους, να επιρρίψουν το βάρος της ευθύνης στα θύματα και στις δικές τους πράξεις. Αγνοούν και αποσιωπούν, εσκεμμένα ή μη, τη νοοτροπία εξάρτησης όπου η γυναίκα είναι μονάχα υποχείριο, προέκταση ενός άνδρα, κτήμα του... Κι όλα αυτά επιβεβαιώνουν ότι κανένας δεν γίνεται δολοφόνος εν μία νυκτί.

Την ίδια τακτική, φαίνεται να ακολουθούν τόσο και τα ΜΜΕ όσο και η κοινωνία που, αν όχι σε μία προσπάθεια «εξορθολογισμού» και απομόνωσης του εκάστοτε περιστατικού και εγκλήματος, παρουσιάζουν με την ίδια «λογική» σειρά τα γεγονότα σε μία παράδοξη σχέση «αίτιου και αιτιατού». Ωστόσο, αυτό εντείνουν ακόμα και φαινομενικά καλοπροαίρετες και αθώες κρίσεις, απορίες, συμβουλές και προτροπές, «γιατί δεν έφυγε;», «ας πρόσεχε», «να μιλάτε, να φεύγετε», «να τις σέβεστε, είναι οι μητέρες, οι σύζυγοι, οι κόρες», οι οποίες παραγνωρίζουν και ακυρώνουν τόσο την αυθυπαρξία και την αυταξία των γυναικών όσο και αναζητούν και αποδίδουν τα αίτια, τις αφορμές και τις ευθύνες πάλι στα θύματα. Ενώ λοιπόν, το φαινόμενο γίνεται πλέον αντικείμενο του δημόσιου λόγου και της κοινωνικής πολιτικής, παραγκωνίζεται μία πολύ σημαντική παράμετρος. Το έγκλημα και φαινόμενο της γυναικοκτονίας δεν είναι ούτε ανεξάρτητο ούτε αναίτιο, αντιθέτως αποτελεί την πιο ακραία μορφή ενός κοινωνικού φαινομένου, μίας παγιωμένης κοινωνικής κατάστασης, αυτή της πατριαρχίας. Ωστόσο, αδυνατούμε και αρνούμαστε να το αντιμετωπίσουμε ως μέρος ενός ευρύτερου, πολύπλευρου και πολυσύνθετου προβλήματος με ποικίλες κοινωνικοπολιτικές εκφάνσεις, ακριβώς γιατί αποτελεί μία κανονικοποιημένη κατάσταση, μία κοινωνική νόρμα, βαθιά ριζωμένη και εσωτερικευμένη που εκφράζεται και βρίσκει έδαφος σε κάθε έκφανση και πτυχή του ιδιωτικού και δημόσιου βίου κάθε γυναίκας και θηλυκότητας. Η γυναικοκτονία είναι «απλώς» το αποκορύφωμα...

Ακόμα μία γνωστή φόρμουλα θα συναντήσουμε αν αναρωτηθούμε πού βρίσκονται οι Αρχές, οι αρμόδιοι φορείς και η Πολιτεία. Μία κυβέρνηση που πεισματικά και εμμονικά αρνείται τον όρο «γυναικοκτονία», απούσες Αρχές που ολιγωρούν, εκπρόσωποί τους που άλλοτε συμβούλευαν γυναικοκτόνους πώς να «τη βγάλουν καθαρή» και τώρα κρίνονται ως οι κατάλληλοι να σχολιάσουν και να εξηγήσουν την έξαρση του φαινομένου στην κρατική τηλεόραση, παντελής έλλειψη φορέων, πρόνοιας και αρωγής σε θύματα έμφυλης βίας. Όλη αυτή η κοινωνική και κρατική αδράνεια βοούν αδιαφορία και συνενοχή.

Συγχωρέστε με αν γίνομαι γραφική και τετριμμένη, έχουμε κουραστεί κι εμείς να επαναλαμβανόμαστε, να λέμε τα ίδια και τα ίδια, να μιλάμε για τα αυτονόητα που, τελικά, δεν είναι και τόσο αυτονόητα... Είναι η θλίψη, η οργή, η αγανάκτηση, η ανάγκη για δράση, για δικαίωση. Είναι η άρνηση να αποδεχτούμε αυτή την κατάσταση, να τη συνηθίσουμε, να πάψει να μας εκπλήσσει και να μας τρομάζει, γιατί «όταν συνηθίζεις το τέρας, αρχίζεις να του μοιάζεις»...