close search results icon

Η καραντίνα προκάλεσε αύξηση της αϋπνίας

Σύμφωνα με την έρευνα, αυτές που επηρεάστηκαν περισσότερο ήταν οι μητέρες

Η καραντίνα προκάλεσε αύξηση της αϋπνίας
  • ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ
  • fb
  • twi
Εικόνα: unsplash

Το lockdown πυροδότησε μια απότομη αύξηση στα προβλήματα ύπνου λόγω άγχους, με τις μητέρες, τους εργαζόμενους και ανθρώπους από εθνικές μειονότητες να είναι οι περισσότερο επηρεασμένοι, δείχνει η μελέτη.

Ο αριθμός των Βρετανών που πάσχουν από έλλειψη ύπνου εξαιτίας άγχους, αυξήθηκε από «ένας στους έξι» σε «ένας στους τέσσερις», ως αποτέλεσμα της μεγάλης αναστάτωσης της κοινωνικής και εργασιακής ζωής των ανθρώπων μετά τους περιορισμούς της 23ης Μαρτίου.

Η κοινωνική απομόνωση, η απώλεια της εργασίας, τα οικονομικά προβλήματα, η ασθένεια, ο φόβος της μόλυνσης από κοροναϊό και οι πιέσεις του να τα βγάλουν πέρα με τη δουλειά και την κατ’ οίκον εκπαίδευση, όλα αυτά συνέβαλαν στην δυσκολία.

Η καθηγήτρια Jane Falkingham, από το οικονομικό και κοινωνικό κέντρο οικονομικής και κοινωνικής Έρευνας, χρηματοδοτούμενο από το Συμβούλιο για την Αλλαγή του Πληθυσμού στο Πανεπιστήμιο του Σαουθάμπτον, το οποίο ανέλαβε την έρευνα, δήλωσε: «Η απώλεια ύπνου επηρέασε περισσότερους ανθρώπους κατά τη διάρκεια των πρώτων 4 εβδομάδων του lockdown, από ότι νωρίτερα. Παρατηρήσαμε μια μεγάλη αύξηση στον αριθμό των Βρετανών, ανδρών και γυναικών, που υποφέρουν από άγχος που προκαλείται από προβλήματα ύπνου. Αυτό φανερώνει άγχος για λόγους υγείας, για τα οικονομικά, αλλαγές στην κοινωνική ζωή και την καθημερινότητα, πράγματα που μπορεί να επηρεάσουν τον ύπνο».

Η ίδια και οι συνεργάτιδες της, είδαν πόσοι άνθρωποι ηλικίας 16 και πάνω, από ένα δείγμα 15.360 ατόμων, είχαν πρόβλημα με τον ύπνο και πριν χτυπήσει η πανδημία τον Μάρτιο και τον Απρίλιο.

Το άγχος που είναι σχετικό με τον ύπνο αυξήθηκε από 15.7% σε 24.7%. Αλλά αυτή η αύξηση του 9% σε εθνικό επίπεδο επικάλυψε μεγαλύτερες αυξήσεις σε συγκεκριμένες ομάδες, ιδιαίτερα μητέρες νέων παιδιών. Για παράδειγμα, καθώς ο αριθμός των αντρών που είχαν ανεπαρκή ύπνο αυξήθηκε από 11.9% σε 16.5%,  η αύξηση στις γυναίκες ήταν πιο αισθητή – από 18.9% πήγε στο 31.8%.

Η αϋπνία διπλασιάστηκε από 19.5% σε 40% στις μητέρες παιδιών ηλικίας από 0 μέχρι 4 και αυξήθηκε δραματικά, από 21.7% σε 38%, για αυτές με παιδιά ηλικίας από 5 μέχρι 18 ετών.

Η Falkingham και η ομάδα της είπαν ότι η μεγαλύτερη αύξηση στην αϋπνία μεταξύ των γυναικών είναι συνδεδεμένη με μητέρες που αναλαμβάνουν το βάρος της κατ’ οίκον εκπαίδευσης των παιδιών τους από τον Μάρτιο, ειδικά αυτές που εργάζονταν από το σπίτι.

«Η πανδημία του κοροναϊού διεύρυνε τις ανομοιότητες στην απώλεια ύπνου μεταξύ των δύο φύλων, βάζοντας τις γυναίκες και τις μητέρες σε μειονεκτική θέση», είπε η Falkingham.

Αυτές με νεαρότερα παιδιά παρείχαν το μεγαλύτερο μέρος της φροντίδας, ενώ πολλές γυναίκες προσπαθούσαν να τα βγάλουν πέρα με τη δουλειά και τη φροντίδα των ηλικιωμένων γονέων.

Η αϋπνία είναι από τα σοβαρότερα προβλήματα υγείας στην Βρετανία. Επηρεάζει εκατομμύρια ανθρώπους και προκαλείται από το άγχος, την πίεση ή την κατάθλιψη. Συχνά είναι συνδεδεμένη με κάποιο ψυχικό ή σωματικό πρόβλημα.

Τον Ιούνιο, το Ινστιτούτο Οικονομικών Σπουδών, δημοσίευσε μια έρευνα που έδειξε ότι η ψυχική υγεία των γυναικών, ιδιαίτερα αυτών ηλικίας 16-34, είχε επιδεινωθεί περισσότερο από τους άντρες, κατά τη διάρκεια της πανδημίας.

Τα προβλήματα ύπνου στα επαγγέλματα της πρώτης γραμμής στην υγεία, την κοινωνική φροντίδα, την εκπαίδευση και την φροντίδα παιδιών – στα οποία οι περισσότερες είναι γυναίκες – αυξήθηκαν από 16.4% σε 28.9% μετά το lockdown. «Μπορούμε να εικάσουμε ότι έχουν περισσότερο άγχος σχετικό με τη δουλειά και δυσανάλογα υψηλότερο ποσοστό μόλυνσης από τον κοροναϊό», είπε η Falkingham.

Η αϋπνία μεταξύ έγχρωμων, Ασιατών και εθνικών μειονοτήτων επίσης αυξήθηκε κατακόρυφα, από 20.7% σε 32% – μια άνοδος του 11.3%.

Η Falkingham είπε: «Πιστεύουμε ότι η αύξηση της απώλειας ύπνου σε αυτές τις ομάδες, αντικατοπτρίζει δυσανάλογα υψηλότερα ποσοστά μόλυνσης από τον κοροναϊό μεταξύ των μελών τους, οδηγώντας σε άγχος που σχετίζεται με την ασθένεια, καθώς και υψηλότερο κίνδυνο για οικονομικές δυσκολίες και μοναξιά».

Πηγή: The Guardian