Life

Διακοπές εκτός ελέγχου: Ακραίες καλοκαιρινές ιστορίες που έμειναν αξέχαστες

Τροχαία ατυχήματα, λουμπάγκο, χαμένες αεροπορικές πτήσεις, αλλαγές ξενοδοχείων και άλλες αναποδιές

Χρυσάνθη Αρχοντίδου
διακοπές-εκτός-ελέγχου-ακραίες-καλοκ-1179518
Χρυσάνθη Αρχοντίδου

Όλοι ανυπομονούμε για εκείνες τις λίγες ημέρες του χρόνου, που μας βρίσκουν σε ένα ελληνικό νησάκι, σε ένα ξενοδοχείο, ενοικιαζόμενο δωμάτιο ή στο εξοχικό ενός φίλου, κάτω από την ομπρέλα, με τον ήλιο να μαυρίζει το δέρμα μας, την αλμύρα της θάλασσας να φριζάρει τα μαλλιά μας, τα μόνο που φοράμε να είναι τα μαγιό μας, μακριά από κάθε έγνοια και υποχρέωση. 

Συνήθως, οι ημέρες των καλοκαιρινών διακοπών είναι από τις πιο απολαυστικές του χρόνου. Εκτός, από τις φορές που δεν είναι. Όταν κάτι πάει στραβά και μετά εφαρμόζεται ο λεγόμενος «Νόμος του Μέρφυ» – ένα φαινόμενο «ντόμινο» που όλα πάνε από το κακό στο χειρότερο.

Ακολουθούν μερικές ιστορίες καλοκαιρινών διακοπών με… τροχαία ατυχήματα, λουμπάγκο, χαμένες αεροπορικές πτήσεις, αλλαγές ξενοδοχείων και άλλες αναποδιές.

 Άννα: Κατά λάθος στην… Ηγουμενίτσα 

«Το καλοκαίρι του 2021 πήγαμε με την κοριτσοπαρέα μου, διακοπές στους Παξούς – πριν γίνουν δημοφιλείς από το Maestro μάλιστα! 

Για να φτάσουμε στους Παξούς, έπρεπε να πάμε με λεωφορείο από τη Θεσσαλονίκη μέχρι την Ηγουμενίτσα και μετά με πλοίο στο νησί. Είχαμε δει βέβαια, ότι από τη Θεσσαλονίκη υπήρχε μόνο ένα δρομολόγιο ΚΤΕΛ για Ηγουμενίτσα και επίσης μόνο ένα ακτοπλοϊκό δρομολόγιο για το νησί. Αυτό που μας είχε προβληματίσει (αλλά δεν ασχοληθήκαμε ιδιαίτερα), ήταν ότι στην επιστροφή, οι ώρες των δρομολογίων από ΚΤΕΛ και πλοίο συνέπεφταν. Δεν υπήρχε κανένα έξτρα δρομολόγιο και τα δύο δρομολόγια είχαν πέντε λεπτά διαφορά, τα οποία ΠΡΟΦΑΝΩΣ δεν ήταν αρκετά για να μετακινηθούμε από το πλοίο στην στάση των λεωφορείων.

Φτάσαμε στο νησί με επιτυχία και περάσαμε τέσσερις υπέροχες ημέρες εκεί, χωρίς να μας απασχολεί το πώς θα επιστρέψουμε μέχρι να έρθει η τελευταία μέρα. Εκεί που λιαζόμασταν στην πανέμορφη παραλία των Κήπων, θυμηθήκαμε να ρίξουμε ξανά μία ματιά στα δρομολόγια της επόμενης ημέρας. Και τότε μας έπιασε πανικός. Πώς ήμασταν τόσο σίγουρες ότι θα μας φτάσουν πέντε λεπτά για να κατέβουμε από το πλοίο και να πάμε μέχρι τα λεωφορεία; Αν είχε την παραμικρή καθυστέρηση την είχαμε πατήσει. Ζυγίσαμε τις επιλογές μας (αφού πρώτα κοντέψαμε να πάθουμε κρίση πανικού) και αποφασίσαμε να κλείσουμε ένα δωμάτιο στην Ηγουμενίτσα, να μείνουμε εκεί ένα βράδυ και να φύγουμε την επόμενη ημέρα χαλαρές και άνετες με το λεωφορείο.

Το αστείο ήταν ότι μέσα στον πανικό μας, η μία πρότεινε να πάρουμε μέχρι και ταξί από Ηγουμενίτσα για Θεσσαλονίκη! Το επίσης τραγικό της υπόθεσης ήταν ότι παίρναμε τηλέφωνο από το απόγευμα μέχρι το βράδυ, σε όλα σχεδόν τα ξενοδοχεία και ενοικιαζόμενα δωμάτια της Ηγουμενίτσας και για κάποιον περίεργο λόγο ήταν όλα κλεισμένα, δεν βρίσκαμε πουθενά δωμάτιο και σκεφτόμασταν – τι στο καλό έχει πια αυτή η πόλη και είναι γεμάτη με τουρίστες;

Η απάντηση, μετά την ημέρα που περάσαμε εκεί είναι: τίποτα το ιδιαίτερο. Γύρω στις 10 το βράδυ πήραμε τηλέφωνο οριακά στο τελευταίο ξενοδοχείο που βρήκαμε και καταφέραμε να κλείσουμε δωμάτιο για την επόμενη ημέρα. Το πλοίο καθυστέρησε, όπως είχαμε φανταστεί και δεν προλαβαίναμε ούτε με θαύμα το μοναδικό δρομολόγιο που υπήρχε στις 3 το μεσημέρι (ακόμα θυμάμαι την ώρα, τόσο με τραυμάτισε). Κάπως έτσι, ξεμείναμε για μία ημέρα στη μαγευτική Ηγουμενίτσα…».

Φώτης: Ρακέτες με… λουμπάγκο 

«Τις χειρότερες διακοπές μου, δυστυχώς, τις έκανα στην Κρήτη. 

Πήγαμε οικογενειακά για εφτά ημέρες με την γυναίκα μου και την κόρη μου που τότε ήταν κοντά 10 χρονών. Η ιστορία δεν είναι μεγάλη καθώς ξεκινάει την πρώτη μέρα που φτάσαμε στο νησί και τελειώνει εκεί. Αφού φτάσαμε και τακτοποιηθήκαμε στο ξενοδοχείο, καθίσαμε στο κοντινότερο beach bar (που τότε δεν πλήρωνες 100 ευρώ την ξαπλώστρα να τα λέμε και αυτά). 

Το παιδί, 10 χρονών προφανώς, ήθελε να παίξει. “Έλα μπαμπά να παίξουμε ρακέτες” και “Έλα μπαμπά να παίξουμε ρακέτες”. Είχαμε ξεπεράσει τη φάση που χτίζαμε κάστρα στην άμμο. Οπότε τι να κάνω και εγώ, σηκώθηκα να παίξω ρακέτες.

Δεν χρειάστηκε πολύ, κάπου στα πρώτα πέντε λεπτά, μένω με το χέρι στη μέση. Με έπιασε λουμπάγκο. Να μην τα πολυλογώ, κρεβατώθηκα για τις επόμενες ημέρες, δεν μπορούσα ούτε να σηκωθώ από το κρεβάτι και φυσικά ούτε να οδηγήσω, με το ζόρι έβγαινα από το ξενοδοχείο. Αν θυμάμαι καλά, πρέπει κάπου στην τέταρτη ημέρα να ένιωσα καλύτερα και καταφέραμε να γυρίσουμε λιγάκι το νησί.

Από τότε, ακόμα δεν έχω ξαναπάει στην Κρήτη». 

Ραφαήλ: Διακοπές με το αμάξι του γείτονα 

«Δε θυμάμαι ακριβώς χρονιά, θα σας γελάσω, αλλά η εμπειρία αυτή θα μείνει αξέχαστη και ευτυχώς που βγήκαμε ζωντανοί και είμαι σε θέση να τη διηγηθώ.

Στο δρόμο λοιπόν προς Καβάλα για να περάσουμε ακτοπλοϊκώς για Θάσο, στο ύψος του Δερβενίου, οι καλοκαιρινές διακοπές ξεκίνησαν με τον χειρότερο δυνατό τρόπο.

Σταματημένοι στη ΛΕΑ μέχρι να συνεννοηθούμε με το αυτοκίνητο του θείου μου που προπορευόταν για το αν πήγε από τη νέα Εθνική Οδό ή από την παλιά, η κλήση διακόπηκε απότομα.

Ένα δυνατό τράνταγμα και όλα γύρω μας να σκοτεινιάζουν για λίγα δευτερόλεπτα.

Όπως διαπιστώσαμε λίγα δευτερόλεπτα μετά το σοκ, μια νταλίκα έπεσε στην πίσω πλευρά του αυτοκίνητου μας και ευτυχώς που δεν πέρασε από πάνω μας για να μας λιώσει κυριολεκτικά.

Κατεβαίνουμε από το μισοδιαλυμένο αμάξι, καθώς η μία πλευρά ήταν άθικτη και η άλλη σμπαραλιασμένη, και χωριζόμαστε.

Οι δύο αδελφές μου με τον θείο μου συνεχίζουν προς Καβάλα – Θάσο και εγώ με τους γονείς μου πάνω στην οδική με το τρακαρισμένο αμάξι για να επιστρέψουμε πίσω αποδεχόμενοι ότι μάλλον οι διακοπές για φέτος χάθηκαν.

Φτάνουμε στην πυλωτή της οικοδομής αναμένουμε τον πραγματογνώμονα και παράλληλα αρχίζουμε να ξεφορτώνουμε πράγματα.

Και εκεί λοιπόν γίνεται ένα θαύμα ανθρωπιάς.

Δύο γείτονες μας από την απέναντι οικοδομή, ο κ. Γιώργος και η κυρία Μαρία αποφασίζουν να μας δανείσουν (!!!) το αμάξι τους για να πάμε κανονικά τις διακοπές μας.

Ειλικρινά το λέω δεν ξέρω αν θα το έκανα εγώ. Και όμως εκείνοι το έκαναν και με μεγάλη τους χαρά, δε θα ξεχάσω ποτέ τα χαμογελαστά τους πρόσωπα όσο μας έκαναν την παραπάνω πρόταση.

Από την πρωινή «κόλαση» στην απρόσμενη λύτρωση και στην αναχώρηση ξανά για Καβάλα – Θάσο, αυτήν τη φορά χωρίς απρόοπτα για να ζήσουμε οικογενειακές διακοπές που έμειναν μάλιστα και αξέχαστες.

ΥΓ: Μήπως το τζίντζερ τελικά έχει ιδιαίτερη γεύση και δεν είναι για όλους;». 

Θοδωρής: Εφιάλτης στη Σικελία

«Φτάνουμε Σικελία, έχουμε νοικιάσει online αυτοκίνητο από μία εταιρεία τοπική η οποία ήταν μακράν η πιο φθηνή σε σύγκριση με τις γνωστές που ξέρουμε και από την Ελλάδα. Πηγαίνουμε στα γραφεία έξω από το αεροδρόμιο και μπροστά μας είχαμε τουλάχιστον 60 με 70 άτομα να περιμένουν στην ουρά. Κάναμε συνολικά 4 ώρες για να παραλάβουμε το όχημά μας και στο ταμείο, μας ανάγκασαν να ασφαλίσουμε το αυτοκίνητο γιατί αν γινόταν το οτιδήποτε, τα έξοδα θα ήταν εξ’ ολοκλήρου δικά μας.

Αφού λοιπόν καταφέραμε να πάρουμε το αυτοκίνητό μας, οδήγησα -δυστυχώς- στους δρόμους της Κατάνια και κοντέψαμε να τρακάρουμε σίγουρα δύο με τρεις φορές, μιας και οι ντόπιοι οδηγούν σαν μανιακοί.

Με χίλια ζόρια φτάνουμε στο Airbnb, αντί όμως για 5 το απόγευμα που ήταν να γίνει το check in, ήμασταν εκεί στις 9 το βράδυ. Στέλνουμε μήνυμα στον οικοδεσπότη, ο οποίος ήταν εξαφανισμένος. Μηνύματα, τηλέφωνα, τίποτα, δεν μας απαντούσε πουθενά. Δύο ώρες περιμέναμε στην είσοδο της πολυκατοικίας, ενώ στην απέναντι γωνία μας κοιτούσανε κάτι περίεργοι έτοιμοι να μας πάρουν ότι είχαμε και δεν είχαμε. Επικοινωνήσαμε τελικά με την Booking, η οποία με δυσκολία πάντα, μας έστειλε σε ξενοδοχείο – που ευτυχώς ήταν κοντά.

Η δεύτερη μέρα του ταξιδιού κύλησε σχετικά νορμάλ, ώσπου φτάνουμε στην τρίτη ημέρα. Πηγαίνουμε λοιπόν στην πόλη Ραγκούσα, όπου μας υποδέχτηκαν δύο ευγενέστατες γυναίκες στο Airbnb και αφού ξεκουραστήκαμε, ετοιμαστήκαμε για τη απογευματινή μας έξοδο. Η εξωτερική πόρτα ήταν παλιά και έτσι όπως πάω να κλειδώσω, κάπως σκαλώνει το κλειδί στην κλειδαριά. Το ζορίζω λίγο παραπάνω και το κλειδί σπάει μέσα στην κλειδαριά. Σε εκείνο το σημείο, προσπαθούσαμε να καταλάβουμε ποιος μας έχει μουτζώσει. Να σημειώσω ότι οι οικοδεσπότισες είχαν έρθει να μας δώσουν το κλειδί από γειτονική πόλη, που ήταν μία ώρα μακριά. Όταν τις πήρα τηλέφωνο να εξηγήσω τι συνέβη, η απάντηση ήταν: “Oh, shit”. Αναγκάστηκαν τελικά να επιστρέψουν για να μας δώσουν αντικλείδι και φυσικά, έπρεπε να έρθει ένας κλειδαράς για να βγάλει το κλειδί από την πόρτα.

Την επόμενη ημέρα είχαμε πάει σε ένα τύπου Εθνικό Πάρκο για hiking, που όμως είχε δίπλα τη θάλασσα και μπορούσες να κάνεις στάσεις στη διαδρομή για να κάνεις μπάνιο. Το σύνολο της διαδρομής ήταν γύρω στις 3 ώρες και είχαμε πει πως θα την κάνουμε ολόκληρη. Φτάνοντας στην τελευταία παραλία, αποφάσισα να αλλάξω μαγιό και αφήνω το κινητό στην πλαγιά του βουνού. Έχουμε περπατήσει άλλες δύο ώρες προς τα πίσω και σταματάμε για ένα τελευταίο μπάνιο. Τότε διαπιστώνω πως έχω ξεχάσει το κινητό μου στην πλαγιά. Μετά από ένα δεκάλεπτο σκέψης, για κακή μου τύχη, αποφάσισα να γυρίσω πίσω για να βρω το κινητό. Έτρεχα ένα μισάωρο στους γκρεμούς και όλοι με κοιτούσαν λες και ήμουν ο νούμερο ένα περίεργος. Και φυσικά, το κινητό δεν ήταν εκεί».

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα