Η Vintage Ελληνίδα Μάνα: Ένα έπος σε 35 ατάκες και 5 τραγούδια
Με αφορμή τη Γιορτή της Μητέρας, υποκλινόμαστε στην γυναίκα που μας μεγάλωσε με αγάπη, ενοχές και...μια ζακέτα πάντα κάπου να μας περιμένει
Υπάρχει μια παγκόσμια σταθερά που ξεπερνά τους νόμους της φυσικής και του χρόνου. Η Ελληνίδα μάνα. Αυτό το μοναδικό κράμα υπερπροστατευτικότητας, δραματικής τέχνης και αστείρευτης σοφίας που θαρρείς και μεταδόθηκε από στόμα σε στόμα. Δεν χρειάζεται συστάσεις. Την αναγνωρίζεις από την περπατησιά της, από τις μυρωδιές καθαριότητας του σπιτιού και, κυρίως από το «ευαγγέλιο» των φράσεων κλισέ που έχουν χαραχτεί βαθιά στο DNA μας.
Το πρωινό ξύπνημα και η μάχη της καθαριότητας
Όλα ξεκινούν ένα τυπικό Σαββατοκυριακό. Κάπου βαθιά στον ύπνο σου (κάποτε ημέρα ξεκούρασης) ακούς σχεδόν αχνά από το βάθος «Θα ανοίξω λίγο να αεριστεί το δωμάτιο», λέει με τη φυσικότητα ανθρώπου που κάνει πρωινή γυμναστική, ενώ εσύ προσπαθείς να κρυφτείς κάτω τις κουβέρτες και αναρωτιέσαι «μα γιατί; Είναι ακόμα 7 το πρωί κι έξω έχει -10». Μάταια, αυτός σου ο λυγμός δεν θα συγκινήσει κανέναν άλλον. Το δωμάτιο θα αεριστεί.
Αν κάνεις το λάθος να σηκωθείς, η πρώτη παρατήρηση έρχεται σχεδόν αναπαίσθητα: «Πάλι ξυπόλητος κυκλοφορείς; Φόρα τουλάχιστον τις κάλτσες σου γιατί αύριο γκούχου – γκούχου θα είσαι».
Και φυσικά ο δρόμος προς την κουζίνα δεν είναι πάντα στρωμένος με ροδοπέταλα που πετάχτηκαν για να υποδεχτούν τον κανακάρι του σπιτιού: «Καλά, τώρα βρήκες να περάσεις που έχω σφουγγαρίσει; Παιδί έκανα εγώ; Δεν σέβεσαι λιγάκι τον κόπο μου;». Τον σέβομαι μάνα, αλλά η ανάγκη της καφείνης μετά από ένα τέτοιο βίαιο ξύπνημα, δεν είναι απλώς επιτακτική. Μοιάζει με μάννα εξ ουρανού.
Κι εδώ που τα λέμε αν δεν πας στην κουζίνα, αν δεν μπορείς να πας στο παγωμένο σου δωμάτιο, που μπορείς να πας να κουρνιάσεις με έρπινγκ αν είναι δυνατόν; Αυτό το σπίτι φαίνεται να έχει τους δικούς του ιερούς κανόνες. Κορυφαίος; Αυτό το κλειστό σαλόνι που ανοίγει μόνο σε γιορτές και όταν υπάρχουν επισκέπτες. Λες και είμαστε στο Μέγαρο Μαξίμου και θα υποδεχτούμε τον θείο και τη θεία στην αίθουσα υποδοχής. Ένας χώρος μουσείο, ανέγγιχτος από τον χρόνο και τη σκόνη, ο οποίος στο δικό σου μυαλό είναι μια ερώτηση χωρίς απάντηση: Γιατί τόσα τετραγωνικά μέτρα χαμένα;
Η διατροφή ως ζήτημα επιβίωσης αλλά και…γεωπολιτικής
Το φαγητό για την Ελληνίδα μάνα δεν είναι απόλαυση, είναι ιερό καθήκον. Αν τολμήσεις να αφήσεις έστω και μια μπουκιά, θα επιστρατεύσει την παγκόσμια δικαιοσύνη:
- Φάε το φαγητό σου, τα παιδάκια στην Αφρική δεν έχουν να φάνε!
Κι αν σπάσει ο διάολος το ποδάρι του κι επιμείνεις να μην… πεινάς, θα περάσει στο βαρύ πυροβολικό. «Ειλικρινά φάε κάτι, πετσί και κόκκαλο έχεις μείνει. Σε λίγο θα βάζουμε βότσαλα στην τσέπη σου για να μη σε πάρει ο άερας».
Για τους ανυπάκουους αυτού του κόσμου δε, υπήρχε πάντα η απειλή του μπαμπούλα της εποχής: «Αν δεν φας το φαγητό σου, θα σε μαζέψει ο μπόγιας».
Και βέβαια, η επιστημονική της γνώση για τη διατροφή ξεπερνά κάθε ιατρικό συνέδριο. «Αν καταπιείς τη μαστίχα, θα κολλήσει στο στομάχι σου» ή «αν καταπιείς τα κουκούτσια του κερασιού, θα φυτρώσει δέντρο στην κοιλιά σου».
Για να μην πιεις κόκα – κόλα πηγαίναμε συνήθως σε πιο σπλάτερ καταστάσεις που είχαν να κάνουν με την ανθρώπινη σήψη εν ζωή, αλλά υπήρχε και αυτό το πείραμα που κάποιοι μην έχοντας μια κανονική δουλειά να κάνουν, έριχναν ένα κομμάτι κρέας σε ένα ποτήρι με το επίμαχο αναψυκτικό.
Η αιώνια αγωνία της επιβίωσης
Η καθημερινότητα μαζί της είναι ένας διαρκής αγώνας να αποφευχθεί κάθε είδους θάνατος από τις πιο απίθανες αιτίες:
- Ζακέτα να βάλεις (φράση που αποτελεί την απόλυτη ελληνική εντολή).
- Είσαι με τα καλά σου παιδί μου; Βγήκες έξω με λουσμένο κεφάλι; Τι θέλεις να αρρωστήσεις και μετά να τρέχουμε;
- Και φυσικά ο απόλυτος τρόμος κάθε ελληνικού νοικοκυριού: Ξέχασες το θερμοσίφωνο κι έκανες μπάνιο; Ο θερμοσίφωνας θα εκραγεί, θα μας τινάξεις όλους στον αέρα!
Η κοινωνική ζωή, οι κακές παρέες και η εφηβεία
Όταν πια αρχίζεις να μεγαλώνεις, η μάχη μεταφέρεται εκτός σπιτιού. «Μα καλά πάλι θα βγεις; Δεν κουράστηκες; Αγκάθια έχεις στον κ@@@ σου;» αναρωτιέται με γνήσια απορία. Κι αν οι φίλοι σου κάνουν το λάθος να κάτσουν λίγο παραπάνω στο καθηστικό (όχι στο ιερό σαλόνι φυσικά, γιατί οι φίλοι σου δεν είναι καλεσμένοι) θα ακουστεί ψυθιριστά: «Καλά αυτοί σπίτια δεν έχουν να μαζευτούν;».
Οι συμβουλές για την έξοδο σχεδόν μνημειώδεις:
- Μην παίρνεις ποτέ καραμέλες από αγνώστους και γλυκά από ξένους.
- Να προσέχεις να μη σου ρίξουν κάτι στο ποτό.
- Πήγαινε – πήγαινε, μόνο μην απομακρυνθείς πολύ κάπου εδώ γύρω να είσαι να σε βλέπω (αυτό, ακόμα κι αν είχες πατήσει γεμάτα τα 17).
- Και βέβαια το κλασσικό, που αντηχεί ακόμα στα αυτιά μας: Όταν φτάσεις να με πάρεις τηλέφωνο. Μην τυχόν και το ξεχάσεις! Θα σε πάρει και θα σε σηκώσει…
Αν πάλι αργούσες, η υποδοχή ήταν αντάξια με αρχαία τραγωδία. «Α μπα, βρήκες την πόρτα; Και γιατί γύρισες τέτοια ώρα; Ξενοδοχείο είμαστε εδώ;» οι ερωτήσεις πέφτουν βροχή κι εσύ μοιάζεις με τερματοφύλακα που προσπαθεί να κρατήσει το μηδέν στην εστία του.
Βέβαια, ακόμη κι αν έπαιρνες τηλέφωνο απ’ έξω για να ενημερώσεις, ενώ είχες χάσει πια το τελεσίγραφο της συγκεκριμένης ώρας επιστροφής υπήρχε και αυτό το γεμάτο υποσχέσεις «τι ώρα είχαμε πει; Καλά – καλά, έλα σπίτι και θα τα πούμε…»
Το δράμα, η πειθαρχία και η μεταφυσική της βασκανίας
Η Ελληνίδα μάνα δεν χρησιμοποιεί απλά λόγια, χρησιμοποιεί συνήθως εικόνες.
Όταν για παράδειγμα έχανες τα πράγματά σου και τη ρωτούσες «μαμά που είναι η καινούργια μου μπλούζα;» 9/10 ερχόταν η πληρωμένη απάντηση: «εκεί που την άφησες»! Μετά ακολουθούσε το απειλητικό «τώρα μπροστά στα μάτια σου θα είναι, αλλά πρέπει να σηκωθώ. Κι άμα σηκωθώ εγώ θα την βρω». Και ναι, γαμώτο την έβρισκε, λες και της είχε βάλει gps.
Όταν με τα πολλά την κούραζες, ερχόταν πάντα το υπαρξιακό «τι είμαι εγώ; Η δούλα σας;» ή το προφητικό και συνάμα μακάβριο, που ευχόσουν πάντα να μη συμβεί «να δω τι θα κάνετε, άμα πεθάνω».
Επίσης αν έκανες…αταξίες η πειθαρχία ερχόταν με δόσεις χιούμορ, αλλά και …τρόμου:
- Πέσε γρήγορα να κοιμηθείς και μην ακούσω “κιχ”.
- Λάαααααακη βάλε μια φωνή. (Λάκης ήταν ο μπαμπάς).
- Κάτσε να γυρίσει ο πατέρας σου από τη δουλειά και να σε αναλάβει εκείνος. Δεν μπορώ να τα κάνω όλα μόνη μου…
- Κοίταξε, θα φας καμιά ανάποδη και θα δεις τον ουρανό σφοντύλι.
- Ή το γεμάτο μυστήριο: Δες τι γράφει εδώ… (δείχνοντας σου την ανοιχτή της παλάμη, έτοιμη να φας τη φάπα που ποτέ δεν έφαγες, γιατί αν την είχες φάααααει…)
- Φρόντισε να χτυπήσεις, να δεις τι έχεις να πάθεις… (ίσως η μοναδική ατάκα απειλής με τιμωρία αν τολμούσες να πονέσεις!).
- Άμα όμως συμβεί, ουαί κι αλίμονό σου
Και για το τέλος, η μεταφυσική προστασία: Το ξεμάτιασμα με αυτό το ελαφρύ φτύσιμο (φτου να μη σε ματιάσω), γιατί ο κακός οφθαλμός με την αρνητική ενέργεια παραμονεύει παντού και πάντα.
Η αιώνια δικαιοσύνη
Μεγαλώνοντας συνειδητοποιείς πως ό,τι κι αν έκανες, εκείνη είχε πάντα δίκιο. Ακόμα κι όταν γκρίνιαζε για το διάβασμα: «Να σπουδάσεις, να πάρεις ένα χαρτί να το ΄χεις για ώρα ανάγκης». Ή όταν σε έβλεπε να δυσκολεύεσαι στο φροντιστήριο Αγγλικών: «Ήθελα να ‘ξερα γιατί πας Αγγλικά, παιδί μου. Αφού τούβλο πας, τούβλο γυρίζεις. Αντί να μάθεις μια ξένη γλώσσα που σε λίγα χρόνια θα είναι προαπαιτούμενο για να βρεις δουλειά…».
Όταν σε έβλεπε να φοράς ακουστικά και να κουνάς το κεφάλι σου στον ρυθμό της μουσικής που η ίδια δεν άκουγε μετά το all time classic, τς τς τς θα ακολουθούσε η φράση «Πάλι αυτά τα μπλιμπλίκια ακούς; Αυτό παιδί μου δεν είναι μουσική. Εμείς μεγαλώσαμε με ωραία τραγούδια. Κάναμε πάρτι στο σπίτι και δεν σταματούσαμε να χορεύουμε. Όχι αυτά τα κλαμπατσίμπαλα…»
Και τελικά όταν έκανες το δικό σου λάθος, ερχόταν η γλυκόπικρη δικαίωση: «Κάτι έχεις εσύ, δε με γελάς. Εγώ σε έχω γεννήσει και στα έλεγα, αλλά εσύυυυυ… που να ακούσεις».
Όλα αυτά όμως…
Σήμερα, χρόνια μετά, εκείνες οι φωνές που κάποτε ηχούσαν στα αυτιά μας ως υπερβολικές, έχουν γίνει κομμάτι της μνήμης μας. Γιατί πίσω από κάθε «ζακέτα», πίσω από κάθε «πάρε όταν φτάσεις» και κάθε «να δω τι θα κάνετε αν πεθάνω», δεν κρυβόταν τίποτα άλλο παρά ένας απέραντος, σχεδόν τρομακτικός φόβος μην πάθουμε κακό. Και μαζί, μια αγάπη τόσο μεγάλη, που δεν χωρούσε απλά να ειπωθεί ως λέξη, αλλά έπρεπε να “ντυθεί” με πιο καθημερινές, με πιο γήινες λέξεις.
H vintage Ελληνίδα μάνα είναι η δική μας σταθερά σε έναν κόσμο που αλλάζει πολύ γρήγορα. Είναι η μυρωδιά του καθαρού σεντονιού, του πιάτο που γεμίζει πριν προλάβεις να πεινάσεις, το χέρι που θα σου χαϊδέψει το μέτωπο αν έχεις πυρετό, ακόμα κι αν είσαι 45 χρονών. Ας μην θεωρηθεί ότι όλα αυτά λέγονται σήμερα ως στεροτυπικά, ξύλινα λόγια. Είναι περισσότερο νοσταλγία για μια νιότη που δυστυχώς δεν θα γυρίσω πίσω ποτέ ξανά.
Μάνα είχες δίκιο τελικά. Είδαμε, νιώσαμε και καταλάβαμε. Και σήμερα χρωστάμε ένα ευχαριστώ. Για όλα.
Χρόνια πολλά σε όλες τις μανούλες του κόσμου…
Και πέντε τραγούδια έτσι ως soundtrack…
Τάνια Τσανακλίδου – Μαμά γερνάω
Φοίβος Δεληβοριάς – Εκείνη
Pink Floyd – Mother
Rammstein – Mutter
Ozzy Osbourne – Mama I’ m coming home

