Πρόσωπα

«Γεννήθηκα 52 χρονών»

Γνωρίζοντας τη λαϊκή γλύπτρια Μαρίκα Θωΐδου-Αθανασίου μέσα απο το ηχητικό ντοκιμαντέρ της Ελισάβετ Τζίνας Γεωργιάδου

Ανδρέας Νεοκλέους
γεννήθηκα-52-χρονών-1453672
Ανδρέας Νεοκλέους

Μαρίκα Θωίδου – Αθανασίου (1932-2025): γεννήθηκε στο Αρμενοχώρι Φλώρινας. Σπούδασε στην Παιδαγωγική Ακαδημία Φλώρινας, από όπου και αποφοίτησε το 1952. Δίδαξε στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας.

Από το 1980 έως το 2000 έζησε στη Λαμία. Μετά τη συνταξιοδότησή της άρχισε να ασχολείται με τη γλυπτική στα 52 της χρόνια, χωρίς να κάνει σχετικές σπουδές.

Συνέγραψε το βιβλίο «Νεφελοσταγόνα» (2011) με κείμενα για τη ζωή και το έργο της. Παρουσίασε το έργο της σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις.

Ατομικές: 1990 Λαογραφικό Μουσείο Φθιώτιδας, Λαμία. 1991 Αλατζά Ιμαρέτ, Δήμος Θεσσαλονίκης. 1999 Κέντρο Φροντίδας Οικογένειας. Αρμενοχώρι. Ένα παράθυρο στην παράδοση, «Αίθουσα Τέχνης Δαβανέλλος», Λαμία. 2003 Κάτι από μύθο, ΦΣΦ «Ο Αριστοτέλης», Φλώρινα. Ομαδική: 2013 Αυγά μάταια, Δημοτικό Σχολείο Μελίτης, ΤΕΕΤ, ΠΔΜ (Ζωή Γοδόση, 2019)

Σκέφτομαι μια κυρία που θα μπορούσε να είναι και μάνα. Από όσο τη θυμάμαι, από παιδί, πάντα τους έτρεχε. Κατάφερνε να τα βγάζει πέρα, φροντίζοντάς τους – αυτό εξακολουθεί να συμβαίνει μέχρι και σήμερα.

Άρχισα να αντιλαμβάνομαι το πόσο δύσκολο είναι αυτό που κάνει, όταν ξεκίνησα να είμαι υπεύθυνος για όσα εκείνη αναλάμβανε για όλους εμάς. Αυτά νομίζω αρκούν:

Πλύσιμο, μαγείρεμα, σκούπισμα, σιδέρωμα, πήγαινε τα παιδιά σχολείο, φέρε τα από το σχολείο, καθάρισε τα πιάτα, στρώσε το κρεβάτι, στρώσε σωστά το κρεβάτι, άνοιξε τα παράθυρα να αεριστεί το δωμάτιο, κλείσε τα παράθυρα γιατί κάνει κρύο, κάνε τα ψώνια ή κάνε τη λίστα με τα όσα χρειάζεται μια τετραμελής οικογένεια για έναν ολόκληρο μήνα, διαχειρίσου τους λογαριασμούς του σπιτιού, πλήρωσέ τους, πήγαινε δουλειά, επέστρεψε μέσα στον πανζουρλισμό που επικρατεί τις ώρες αιχμής, κοιμήσου – ξύπνα.

Έφυγες.

και ξανά από την αρχή βρες το κουράγιο να επαναλάβεις όλα όσα κάνεις, γιατί αλλιώς, ποιος;

και ξανά από την αρχή. Ποιος από εμάς έχει μάθει να μην φροντίζεται;

Ας πούμε ότι αυτή η κυρία, είναι βαθιά συναισθηματική, πολύ ευαίσθητη και σκληρή συνάμα – δηλαδή εκεί που ανοίγει, που αφήνει περιθώριο στα ερεθίσματα να την περικλύσουν κλείνει απότομα. Συγκρατεί μέσα της συναισθήματα και έτσι δημιουργείται μια αίσθηση όπου τα πράγματα γιγαντώνονται τόσο πολύ που το ενδεχόμενο της εκτόνωσης αυτών, φαντάζει μια μακρινή πλάνη.

Η εκτόνωση στρέφεται προς τα μέσα. Είναι υπεύθυνη για τα όσα συμβαίνουν γύρω της, εκείνη και μόνο. Όπως και για όλα τα άλλα, υπεύθυνη μόνο αυτή.

Χαίρομαι, γιατί το τελευταίο διάστημα ασχολείται και πάλι με τα δικά της καλλιτεχνικά project.

Το ζήτημα δεν είναι ποτέ, ή τουλάχιστον δεν είναι πάντα, η ταύτιση. Παρόλα αυτά, δεν μπορώ να κρύψω την εντύπωση που μου προκάλεσε, τις πρώτες σκέψεις που μου πυροδότησε: η ακρόαση του ηχητικού ντοκιμαντέρ της Τζίνας Γεωργιάδου, για τη λαϊκή γλύπτρια Μαρίκα Θωΐδου-Αθανασίου: «Γεννήθηκα 52 χρονών» (2025)

“Ζωές που τρέχουν χιαστί” (δανειζόμενος τον στίχο του Ρασούλη), κάπου συναντιούνται. Γυναίκες στην προκειμένη, άνθρωποι εν γένει, όπου παραμερίζουν για χρόνια ολόκληρα, ή ακόμα χειρότερα, που δεν αφιερώνουν ποτέ τον χρόνο στο να ποτίσουν τον εσωτερικό κήπο της δημιουργικότητάς τους, έστω να κάνουν κάτι για τον ίδιο τους τον εαυτό.

Υπάρχει και μια άλλη διάσταση, πιο ελπιδοφόρα – την οποία πιο δύσκολο για εμένα να περιγράψω καθώς το νεαρό της ηλικίας δεν μου έχει επιτρέψει τη βιωματική σχέση με μια τέτοια πραγματικότητα. Παρόλα αυτά, η ζωή εκπλήσσει: με την απουσία γνώσης και πάντα σε ανυποψίαστο χρονικό διάστημα.

Το έργο της Τζίνας Γεωργιάδου χαρακτηρίζει από μόνο του την ίδια: αναλαμβάνει πάντα να κάνει τις προσωπογραφίες άλλων ανθρώπων που θαυμάζει στα έργα της. Τους δίνει φωνή και χώρο. Το έκανε στο «Beatbox και αερόφωνα – Νίκος Δημηνάκης» (2017), στο «Προσεγγίζοντας την ψυχή – Αμαλία Ζογλοπίτου» (2018), στο «ο θείος μου ο Αρχιμήδης» (2018) και στο «Γιώργος Χριστιανάκης – Μια διακριτική μουσική παρουσία» (2019).

Στο ηχητικό ντοκιμαντέρ, το οποίο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης το 2026 στο τμήμα Podcast, επέλεξε να μας εισαγάγει και να μας “ξεπροβοδήσει” στο θέμα.

Στο ενδιάμεσο αποσύρθηκε τελείως για να αφήσει τη λαϊκή γλύπτρια —που έφυγε από τη ζωή το 2025— να μας ταξιδέψει με τον ποιητικό της λόγο. Έγινε μια αόρατη γέφυρα ανάμεσα σε εμάς και την κ. Μαρίκα.

Η δημιουργός, μας λέει: 

«Γνώρισα τη Μαρίκα Θωΐδου-Αθανασίου, τον Δεκέμβριο του 2022 – ήταν 90 χρονών και απο τους πιο ζωντανούς ανθρώπους που έχω συναντήσει ποτέ. Ο εγγονός της ο Φοίβος μου μιλούσε συχνά για τη γιαγιά του.

Γλύπτρια και δεινή ποδηλάτισσα. Την επισκέφτηκα στο σπίτι της, στο Αρμενοχώρι Φλώρινας. Ζούσε μόνη της, φρόντιζε το σπίτι, τον κήπο και το μικρό μουσείο που είχε φτιάξει με τον αγαπημένο της Βαγγέλη μπροστά στο σπίτι.

Ένα γυάλινο δωμάτιο για να βλέπουν οι περαστικοί τα γλυπτά της. Γοργόνες, δρυάδες, σειρήνες, μορφές από την αρχαία Ελλάδα, η Ισιδώρα Ντάνκαν, ο Ρούντολφ Νουρέγιεφ, άνθρωποι της οικογένειάς της, τα εγγόνια της, παιδικά παιχνίδια, γύρω γύρω όλοι – το μαντηλάκι πέρασε, περνά περνά η μέλισσα. Φτιαγμένα από πηλό, ξύλο και μάρμαρο.

Κάποια στιγμή μου είπε «ξέρεις;»

«Εγώ, γεννήθηκα 52 χρονών, τότε απέκτησα το κουσούρι της γλυπτικής»

Όταν «Ήμουνα εκτός από εμένα» 

«Μέχρι τα 52 μου ήμουνα μαθήτρια, σπουδάστρια, μάνα, δασκάλα – ήμουνα εκτός από εμένα. Έκανα πράγματα που κάνουν όλοι, χωρίς να σκέφτομαι ότι αυτά τα πράγματα, δεν μιλούσαν στη δική μου την ψυχή.

Αν και δεν μετάνιωσα που έκανα παιδιά, που πήρα αυτόν τον άντρα όπου ο παπάς του χωριού μας είπε: πρέπει να είσαι περήφανη που έχεις έναν τέτοιο άντρα. Ο Βαγγέλης μου ήταν πολύ κύριος. Εγώ έκανα το χατίρι του, κι αυτός έκανε το δικό μου.

Ήταν από τη Λαμία και κληρονομήσαμε ένα χωράφι 42 στρέμματα, το κάναμε φιστικιές. Χίλια δέντρα, ήτανε 3 χιλιόμετρα έξω από όλα τα χωριά. Και ζήσαμε εκεί 2 χρόνια χωρίς νερό, φως και τηλέφωνο. Είχαμε λάμπα. Στην όχθη του Σπερχειού, ανοίγαμε ένα πηγαδάκι – και γεμίζαμε τη στάμνα νερό.

Αλλά ευτυχώς, ο ποιητής λέει αν δεν πιείς νεράκι πηγής, αν δεν ζυμωθείς με τη φύση, αν δεν ενωθείς με τα άστρα – νομίζω ο Δροσίνης το είπε – δεν γίνεσαι καλλιτέχνης. Φαίνεται για αυτό έγινα ότι έγινα…»

«Δώσε μου μια χαρά, μια παιδική χαρά»

«Ήμουνα στην ακρογιαλιά του Σπερχειού, φθινόπωρο, κοκκινοχάλκινα τα φυτά, τα δένδρα, τα φύλλα – η φύση πανέμορφη. Κι εγώ, γέμισα τενεκέδες με κροκάλα γιατί έχτιζα ένα ξηραντήρι με τον άντρα μου. Θέλαμε να τα κάναμε όλα μόνοι μας. Οι άλλοι αγοράσαν έτοιμα ξηραντήρια. Εγώ, όμως, δεν ήθελα την γεωργία και κάποια στιγμή σαν προσευχή σήκωσα τα μάτια μου στον ουρανό και είπα: “Θεέ μου, τι έφταιξα εγώ και είμαι τιμωρημένη; Δώσε μου μια χαρά, μια παιδική χαρά”.

H ιλή του ποταμού, όταν βρέχει πολύ, μαζεύεται στις άκρες των ποταμών. Ο Σπερχειός έχει πολύ καλό πηλό και τον έπαιζα. Εκεί που τον έπαιζα, κάτι σκίρτησε στο χέρι μου. Βγήκε μια ωραία κυρία, την ονόμασα “Σμιλώ”. Και από τότε πετάμε μαζί αγκαλιά. Λουζόμαστε με τις γοργόνες μου στα πέλαγα. Φωνάζουμε, ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος. Με τις Δρυάδες μου. Δίπλα στο χωριό, είναι ένα δέντρο, που αγκαλιάζει μια εκκλησίτσα, δίπλα είναι ένα νεκροταφείο και τρία ποτάμια ενώνονται.

Ό,τι χρειάζεται για όνειρο… Πηγαίναμε εκδρομή με τις δασκάλες, εγώ ήμουν νήπιο. Οι δάσκαλοι, όταν δίνουν ψυχή είναι ό,τι καλύτερο. Η νηπιαγωγός μας, η οποία ήταν νονά του αδερφού μου, μας έβαλε να αγκαλιάσουμε οκτώ παιδάκια ένα δέντρο. Τη βελανιδιά. Την αγκαλιάσαμε. Και μας εξήγησε ότι οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι κάθε δέντρο έχει τις νύμφες του: οι Νύμφες κοιμόνταν μες τα δέντρα και βγαίναν. Και εγώ αναλογιζόμουνα – ποιος τις δίνει το μαντήλι; Ε λοιπόν, ήρθε ο καιρός που τους το δίνω εγώ…»

«[…]πέτρα δεν ήσουν άλαλη, δεν ήσουν αγκωνάρι, σε πήρα και σου χάρισα κάτι από την ψυχή μου»

«[…]Η δικιά μου η ψυχή γεννήθηκε στο Σπερχειό. Δεν είναι εύκολο να γίνεις γλύπτρια, για να πάρεις μια σμίλη που δεν ξέρεις ούτε το όνομά της, και να βγει μια γοργόνα, μια δρυάδα, μια μούσα. […]

Όταν δούλευα μάρμαρο, και πολλές ώρες προσπαθούσα να της δώσω το χαμόγελο, μετά ήταν ζεστή. Νόμιζα ότι ήταν ζωντανή. Τη φιλούσα. Επικοινωνούσα μαζί της. Τι ήταν αυτό που ήρθε στα γεράματα επάνω δεν μπορώ να καταλάβω.

Θυμάμαι αυτό που διάβασα – ο Μάτσας το διέσωσε το λαϊκό – πέτρα δεν ήσουν άλαλη, δεν ήσουν αγκωνάρι, σε πήρα και σου χάρισα κάτι από την ψυχή μου. Και εκείνη τη ψυχή, τη φύλαγα εγώ και μου χαμογελούσε το μάρμαρο.

Είναι πολύ ψυχοβγαλτικό, να το πω; Δεν ξέρω, δεν έχω και τη γλώσσα της γλυπτικής. Δεν την έβλεπα σαν πέτρα, την έβλεπα σαν αφαίρεση του υλικού γύρω από την πέτρα, και μου αποκαλύπτονταν η κόρη. Κάποιος ποιητής είπε:

Κόρη φτιαγμένη από μάρμαρο κάτι θέλησες να πεις και δεν το καταφέρνεις; 

Έφερε ο γιος μου, μάρμαρα από την Πεντέλη, πολλά. Σηκωνόμουν το βράδυ και άνοιγα την κουρτίνα, αναμαλλιασμένη κάθομαι να πιάσω τη μορφή της.

Και την έπιανα, το πρωί έπαιρνα την πέτρα και την ελευθέρωνα. Την έκανα δρυάδα, κοπέλα.

Λοιπόν, πώς να μην πω ότι γεννήθηκα 52 χρονών;»

«Όπου είχε ποτάμι…»

Ο χρόνος και το νερό έχουν την ίδια ιδιότητα, ρέουν ασταμάτητα. Όσο κι αν προσπαθείς να τα σφίξεις μέσα στις χούφτες σου, εκείνα βρίσκουν τρόπο να δραπετεύουν.

Κι όμως, μέσα σε αυτή τη διαρκή ροή, η μνήμη κάνει τα δικά της παιχνίδια. Μπορεί να ξεχάσεις ότι άφησες ένα πιρούνι στο τραπέζι πριν από λίγο, αλλά δεν ξεχνάς ποτέ εκείνο το σκίρτημα της ψυχής που σε έκανε αυτό που είσαι.

Η κυρία Μαρίκα δεν κυνήγησε την τέχνη. Και σίγουρα δεν την εκβίασε. Την άφησε απλώς να αναβλύσει από μέσα της, σαν το νερό του Σπερχειού που τόσο αγαπούσε:

«Όπου είχε ποτάμι, ήθελα να ζω. Αγαπούσα το νερό που ήτανε πολύ δυνατό κι όμως μες τα χέρια σου δεν κρατιότανε. Μέχρι που μου έκανε εντύπωση, το κρατούσα έτσι, και έβλεπα ότι έχει δύναμη. Αλλά δεν κρατιότανε.

Και το θαύμαζα.

Φαίνεται από τότε μ’ άρεζε η μοναξιά, γιατί η τέχνη μόνο με τη μοναξιά δημιουργείται. Μόνο όταν βρίσκεις καιρό να μιλήσεις με τον εαυτό σου.

Το παράξενο είναι ότι τα θυμάμαι όλα σαν σε ταινία. Κάθομαι να φάω και βλέπω 2 πιρούνια, ξεχνάω ότι έφερα ένα ακόμα. Κι όμως, από αυτά δεν ξεχνάω τίποτα.

Η τέχνη μου ανέβλυσε, δεν την έκανα εγώ. Κάποιος θεός ή δαίμων θέλησε να παίξει μαζί μου. Πρώτα δούλεψα με πηλό, έκανα τη Σμιλώ, μετά έκανα τις κόρες μου. Το ξύλο το φοβόμουνα.

Φοβόμουν να το πιάσω, ενώ έκανα μάρμαρο χωρίς να το καταλάβω […]».

«Όταν έγινα γλύπτρια, σκέφτηκα να μείνω ναΐφ ή να προχωρήσω παραπέρα;»

Και κάπου εκεί, η δημιουργία σταματά να είναι απλώς ένα καταφύγιο. Γίνεται αυτό που είσαι. Αλλά μαζί με την ταυτότητα, έρχεται και η αμφιβολία.

Η κυρία Μαρίκα, που τόσα χρόνια δούλευε με το καθαρό, ακατέργαστο ένστικτο, ένιωσε την ανάγκη να δει τι υπάρχει παραπέρα. Να εντρυφήσει στο θεωρητικό κομμάτι της γλυπτικής.

«Και είδα ότι πρέπει να προχωρήσω. Έφτασα σε ένα σημείο, που ήταν όλα όμορφα. Αλλά κάποια στιγμή, σταμάτησαν όλα. Μου βγαίναν κακομούτσουνες οι γυναίκες – μετά διάβασα διάφορα βιβλία ανθρωπολογίας, σχετικά με τη γλυπτική και ξαναήρθε η τέχνη μου.

Κόντεψα να τη χάσω.

Και λέω, τώρα που με λένε όλοι γλύπτρια, να μην είμαι;

Ενώ πριν δεν ήθελα γιατί ήταν παράξενο. Έλεγαν «η γλύπτρια μας» και κοίταζα πίσω να δω για ποιαν λένε.

[…] Όταν κατάλαβα ότι αυτό που κάνω έχει κάποια σημασία, σκέφτηκα να πάω στη σχολή καλών τεχνών σαν επισκέπτρια να ρωτήσω, να δω, να μιλήσω με τους καθηγητές. Μόνο που δεν με γρατζούνισαν – λες και θα τους έπαιρνα τη θέση.

Ένας μόνο, από όλους τους καθηγητές, μου μίλησε πολύ ωραία. Δεν μπορούσα να πάρω τίποτα από αυτούς και σκέφτηκα να μελετήσω την γλυπτική: όλοι μου στέλνανε βιβλία.»

«Η ελληνική τέχνη δίνει χαρά…»

«Είχα μανία με την Αρχαία Ελλάδα. Αφροδίτες, η Λήδα και ο κύκνος, τα κορίτσια του Δία τα περισσότερα τα έβγαλα – να μην έχει παράπονο ο Δίας. Το αντρικό σώμα δεν είναι τόσο όμορφο, το γυναικείο είναι πλαστικό, πλάθεται και εγώ δεν χτύπησα το μάρμαρο. Το μάλαξα με την ψυχή μου και φίλιωσα μαζί του. Μ ‘αρέσει το γυναικείο σώμα.

Η ελληνική τέχνη δίνει χαρά, χαμόγελο ενώ η ξένη τέχνη δεν είναι όμορφη, δεν χαμογελά. Μπορεί να είναι όμορφη. Κατά εμένα. Πήγα στο Ανατολικό Βερολίνο, τα παράθυρα γεμάτα αγγελούδια – όλα κατσούφικα είναι.

Δεν σε προκαλούν να τα δεις, ενώ τα ελληνικά, τα απολαμβάνεις. Η Αθηνά μέσα στο μουσείο, στην Ακρόπολη, θαρρείς και όταν γυρίσεις την πλάτη σου αλλάζει θέση, όψη και ξέρετε γιατί;

Είχα ένα δάσκαλο μικρή και έλεγε ότι ο Ερμής του Πραξιτέλη – από τη μια πλευρά χαμογελάει κι από την άλλη είναι σοβαρός. Και πώς γίνεται αυτό; εγώ έμαθα την τέχνη.

Όταν κοιτάζεις λοξά, και κάνεις αυτό το μέρος εδώ μια γωνίτσα για χαμόγελο – από εδώ φαίνεται χαμογελαστό. Όταν κοιτάζεις ευθεία, δεν κοιτάζεις αυτό γιατί έχει φύγει. Και φαίνεται κανονικός.

Αυτήν την τέχνη έπρεπε να με βάλουν να τη διδάξω. Λυπάμαι που φεύγοντας εγώ θα φύγει αυτό το χαμόγελο από τη μια να χαμογελάει κι από την άλλη να είναι σοβαρός και να μοιάζουν και με αρχαία γλυπτά.

Τα δικά μου, τα γλυπτά αν τα προσέξεις χωρίς να θέλω να παινευτώ έχουνε μια δόση κλασικισμού. Αλλά τι θα γίνουν όταν φύγω; Ο Φοίβος λέει θα τα προσέξει. Ίδωμεν, αλλά μάλλον εγώ δεν θα δω.»

Η ενασχόληση με τις τέχνες – είναι εισιτήριο στη γραμμή της ανθρωπότητας, εκείνης, που αποπειράται να εισέλθει σε έναν χώρο που πλαταίνει εις βάθος τον εσωτερικό μας κόσμο. Αυτό ίσως και να μην συμβαίνει μόνο από τη θέαση στο μεγάλο πανί της ζωής, ίσως η απόπειρα να είναι αρκετή.

Η αναμονή σε μια γραμμή στην προκειμένη περίπτωση, πράξη επαναστατική, αφού απαρτίζεται από άλλους ανθρώπους και κόμη διαγράφει, αν και όπως αναφέρει η κ. Μαρίκα «η τέχνη μόνο με τη μοναξιά δημιουργείται» είναι σημαντικό να μας γνωστοποιούνται αυτές οι μικρές κουκίδες.

Για να τις πλησιάζουμε, έστω και από απόσταση τώρα πια, ώστε να διακρίνουμε το «συμπάσχω». Να αναγνωρίζουμε τον καλλιτέχνη μέσα απο τα έργα του και αυτά να στέκονται αφορμή για γνωριμία με τον άνθρωπο πίσω από το έργο.

Ευτύχημα που η κυρία Μαρίκα είναι ένα τέτοιο παράδειγμα, το οποίο εν σχέσει επικοινωνεί τον τρόπο θέασής της για το έργο και αναπόφευκτα τον δικό της τρόπο πορείας στη ζωή: μια λαϊκή καλλιτέχνιδα, στέκεται μαζί μας.

Η ίδια σε κάποια στιγμή λέει πως δεν κατέχει την γλώσσα της γλυπτικής. Σκέφτομαι την παράξενη ερώτηση που έθετε στον εαυτό της: αφορούσε τη δυσκολία ενός πώς. Πώς γίνεται λοιπόν ένας Ελύτης, με λόγια που φεύγουν (έπεα πτερόεντα) και εκείνη με την σταθερά, τη γλυπτική που κάνει την ιστορία να φαίνεται χειροπιαστή να διδάχθηκε απο το ποίημα τον σκοπό της γλυπτικής;

«και να το νιώσω σαν ήταν αυτός γλύπτης και εγώ ποιήτρια;»

«Η Μαρίκα έλεγε πως γεννήθηκε στα 52 της και ίσως για αυτό δεν έφυγε ποτέ στα αλήθεια. Το 2025, άφησε πίσω της έργα, ιστορίες και έναν καημό: τι θα απογίνουν όταν εκείνη δεν θα είναι πια εδώ.»

«Για αυτό θα γίνω συννεφάκι που κατέβηκε κάτω. Το ποδηλατάκι μου έμεινε ορφανό, άμα μεγαλώσω θα ξανά οδηγήσω – πού θα πάει δεν θα μεγαλώσω;» απαντάει η κυρία Μαρίκα. 

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα