close search results icon
Οι Θεσσαλονικείς: Αντωνία Γεωργιάδου

Θεσσαλονίκη

Οι Θεσσαλονικείς: Αντωνία Γεωργιάδου

Ένα κερδισμένο Λαχείο, ο «Φούρνος της Μαρτίου», ο Κάκτος, η Φαρόλ, η Ρομάνς και μια πόλη που είχε ευκαιρίες, αλλά δεν έκανε βήματα μπροστά

  • ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ
  • fb
  • twi

Κάποιοι έχουν γεννηθεί και μεγαλώσει στην Θεσσαλονίκη. Άλλοι απλά την επέλεξαν ή μετοίκησαν σε αυτήν ως εργασιακοί ή ερωτικοί μετανάστες. Ο καθένας και η καθεμία έχουν και από μια ιστορία ή μια ανάμνηση να αφηγηθούν με φόντο την πόλη. Είναι οι άνθρωποι που είδαν και έζησαν όλες τις αλλαγές της στο πέρασμα των χρόνων. Είναι οι Θεσσαλονικείς.

Αντωνία Γεωργιάδου

Γεννήθηκα στις 5 Μαρτίου του 1980 στη Λητώ μια κλινική που υπήρχε επάνω στην Β. Όλγας που ήταν αποκλειστικά για γεννήσεις. Στα χαρτιά επίσημα είμαι γεννημένη 27 Μαρτίου κάτι που ανακάλυψα όταν χρειάστηκε να βγάλω ταυτότητα. 

Ο πατέρας μου στο δεύτερο παιδί γενικά βαριόταν. Αφού τα έκανε όλα στο πρώτο στον αδελφό μου, μετά σε εμένα είπε ένα φίλο του που πήγαινε στο χωριό να με δηλώσει και του είπε την ημερομηνία αυτός όμως την ξέχασε και τότε δεν είχε κινητά και όταν πήγε να με δηλώσει τους είπε βάλτε 27 και τώρα τα επίσημα χαρτιά λένε 27 αλλά εγώ γιορτάζω τα γενέθλια μου 5 Μαρτίου.

Οι παππούδες μας ήταν από τον Πόντο ήρθαν πρόσφυγες στο Κιλκίς. Οι γονείς μου γνωρίστηκαν στην Θεσσαλονίκη δυο τρία χρόνια αφού ο πατέρας μου γύρισε από τα καράβια και άνοιξε ένα φούρνο στην οδό Χρηστοβασίλη στο Ντεπώ. Το 1967 ξεκίνησε τα ταξίδια από το λιμάνι του Άμστερνταμ στο οποίο βρέθηκε μετά την Γερμανία όπου πήγε για δουλειά στα 18 στον αδελφό του που ήταν ήδη εκεί. 

Παντρεύτηκε έκανε ένα παιδί χώρισε πολύ γρήγορα και επεισοδιακά και έφυγε στο Βέλγιο όπου δούλεψε σε ορυχεία. Μπάρκαρε κάποια στιγμή για Αμερική, Κούβα, Αργεντινή και Ιαπωνία όπου έπαθε και το ναυάγιο για το οποίο έμαθα όταν μια μέρα παρατήρησα ότι δεν είχε τρίχες πουθενά ήταν λείο το δέρμα πιο απαλό και από μωρού και όταν τον ρώτησα μου είπε ότι είναι από ναυάγιο έξω από το Τόκιο. 

Σηκώθηκε ανεμοστρόβιλος και πήρε το καράβι, επέζησαν 7 άτομα από το πλήρωμα μετά από πολλές ώρες μέσα στη θάλασσα. Ήταν παγωμένοι με κρυοπαγήματα και όταν τους φέρανε στην ζέστη πέσανε όλες οι τρίχες από την αλλαγή της θερμοκρασίας και δεν βγήκανε ποτέ. Η ειδικότητα του στα καράβια ήταν μάγειρας. Στο τελευταίο ταξίδι στην Αργεντινή, είχε μαζέψει ήδη χρήματα και με κάτι λαθραία, δεν ξέρω τι μπίζνες κάνανε με τον καπετάνιο αποφασίζει να γυρίσει πίσω στην Ελλάδα. 

Είχε μάθει να κάνει ψωμί στα καράβια και αποφάσισε να ανοίξει το φούρνο. Μετά όλα γίνανε σχετικά γρήγορα. Το 1976 γνώρισε την μητέρα μου και παντρεύτηκαν και το 1977 γεννήθηκε ο αδελφός μου. Η μητέρα μου όταν ήρθε Θεσσαλονίκη έμενε στη γειτονιά του φούρνου οπότε ήταν πελάτισσα του πατέρα μου και δούλευε σε ένα από τα πιο γνωστά εργοστάσια στου Γκαζάζη στο Καλοχώρι που έφτιαχνε κουμπιά.

2.JPG

Η ζωή της οικογένειας αλλάζει όταν ο πατέρας μου αγοράζει ένα Εθνικό λαχείο το οποίο κληρώθηκε στις 20 Οκτωβρίου του 1981 και κέρδιζε 2 εκατομμύρια δραχμές που τότε ήταν πολλά λεφτά. Το λαχείο το έχουμε κρατημένο γιατί όταν κέρδιζες σου δίνανε τη ρέπλικα ένα ψεύτικο που οι περισσότεροι όπως έκανε και η μητέρα μου το κορνιζάριζαν και το κρατούσαν ως ενθύμιο.

 Με τα χρήματα του λαχείου και κάποια χρήματα που είχε, αγόρασε το οίκημα στην Μαρτίου 63 το ονόμασε ο ίδιος “Φούρνο της Μαρτίου” και το δούλεψε μέχρι το 1993 όταν πλέον έγινε πολύ στην μόδα η Χαλκιδική τα ξενοδοχεία τα ενοικιαζόμενα δωμάτια και τα μυαλά του πήρανε αέρα και αποφασίζει να αγοράσει ένα οικόπεδο στον Μαρμαρά και με την βοήθεια κάποιον φίλων και με πολύ κόπο και προσωπική δουλειά έφτιαξε ένα μικρό ξενοδοχείο με ενοικιαζόμενα δωμάτια. Εμείς μεγαλώναμε στην Θεσσαλονίκη και τα καλοκαίρι πηγαίναμε στον Μαρμαρά. 

Περνούσαμε πάρα πολύ ωραία το Ντεπώ ήταν μια πολύ ωραία περιοχή, πεντακάθαρη, πολύ ανοιχτή γιατί δεν είχαν χτιστεί ακόμα όλες αυτές οι πολυκατοικίες, τα στενά ήταν γεμάτα μαγαζάκια με ψιλικά, παντοπωλεία, μανάβικα καθώς και ταβερνάκια και καφενεία. Εμείς μεγαλώσαμε στο πάρκο Κρήτης που για εμάς ήταν αγαπημένο στέκι. Είχε το θεατράκι γινόντουσαν εκδηλώσεις, παραστάσεις, χορευτικά από ομάδες και συλλόγους άλλα και προεκλογικές συγκεντρώσεις κυρίως του Κ.Κ.Ε. 

Έχω δει τον Φλωράκη την Παπαρήγα και κάθε φορά που ερχόταν οι πολιτικοί περνούσαν από την Όλγας ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο Μητσοτάκης και ο κόσμος έβγαινε στο δρόμο σταματούσαν, χαιρετούσαν, τότε τα κομματικά και οι επισκέψεις πολιτικών ήταν μεγάλο γεγονός για μια πόλη.

3.JPG

Νηπιαγωγείο και δημοτικό πήγαμε σε ιδιωτικό γιατί η μητέρα μου άρχισε το 1982 να αρρωσταίνει από σκλήρυνση και θέλανε ένα σχολείο να μας κρατάει πολλές ώρες. Ήταν σαν να ζούσα δύο ζωές. Πήγαινα σε ένα υπερσύγχρονο αυστηρό σχολείο που προωθούσε θέλοντας και μη τον κοινωνικό ρατσισμό ότι εμείς είμαστε κάτι ξεχωριστό, είμαστε προνομιούχοι και επιπλέον μας φορτώνανε πολύ διάβασμα. Στο σχολείο έκανα παρέα με τα παιδιά της τάξης.

Αλλά το κάθε ένα από αυτά έμενε και σε άλλη περιοχή και έτσι τα απογεύματα και τα Σαββατοκύριακα έκανα παρέα με τα παιδιά της γειτονιάς που είχαν πιο χαλαρό διάβασμα, ήταν πιο ανέμελα. Ήταν παρέες δύο ταχυτήτων που έπρεπε να προσαρμοστώ για να είμαι αποδεκτή. Οι μεγάλοι της γειτονιάς φέρνανε τα φορητά κασετόφωνα στο πάρκο ακούγανε μουσική κάποια καπνίζανε και για εμάς ήταν κάτι φοβερό και τους κοιτούσαμε με τις ώρες.

4.JPG

Εκείνη την εποχή μας είχαν στιγματίσει δυο κοινωνικά φαινόμενα το aids και τα ναρκωτικά. 

Μιλούσαν πολύ στη γειτονιά γ αυτά και ήταν πρωτοσέλιδα στις εφημερίδες που έφερνε ο πατέρας μου στο σπίτι. Σοκαριστική ήταν η αποκάλυψη ότι ο Ροκ Χάτσον ήταν φορέας του aids και έπαιζε εκείνη την εποχή στην Δυναστεία που ήταν η δημοφιλέστερη σαπουνόπερα της εποχής. Τότε τα παιδιά ακούγανε τις συζητήσεις των μεγάλων δεν είναι όπως τώρα που θα κλειστούν στο δωμάτιο τους, θα παίξουν με το κινητό και το τάμπλετ. 

Και οι μεγάλοι δεν είχαν το τακτ που έχουν σήμερα να μην μιλήσουμε μπροστά στο παιδί. Ήσουν στο σαλόνι και λέγανε απροκάλυπτα τα πάντα μπροστά σου. Δεν ξέρω αν είναι καλό η κακό. Δεν είχαν όλη αυτή την ενημέρωση που υπάρχει σήμερα. Μεγάλωναν παιδιά με αυτό που εγώ ονομάζω γλυκιά άγνοια. Μας αφήναν να παίζουμε στο πάρκο της γειτονίας από 6 ετών μόνα μας, μας αφήναν να περάσουμε το δρόμο μόνα μας. 

Στα αυτοκίνητα δεν υπήρχαν ζώνες και καρεκλάκια, ανοίγαμε παράθυρα βγάζαμε έξω χέρια, κεφάλια. Εμείς μεγαλώσαμε στην καρότσα του επαγγελματικού αυτοκινήτου. Μας έβαζε επάνω ο πατέρας μου με άλλα 10 πιτσιρίκια να μας πάει βόλτες στην Θεσσαλονίκη και στον Μαρμαρά για μπάνιο. Δεν το θεωρούσαν κάτι επικίνδυνο. Σήμερα αυτά δεν τα κάνει κανένας γονιός τα θεωρεί αδιανόητα. Παρ όλα αυτά επιβιώσαμε. Φυσικά δεν μετρούσανε ούτε πόσο σοκολάτα τρώγαμε, πόσα γλυκά πόσα παγωτά και αν κάναμε καλή διατροφή.

Ένα άλλο σημαντικό γεγονός την εποχή εκείνη ήταν το καλοκαίρι του 1987 με το EuroBasket. Την δεκαετία του 1980 όλοι είχαν αρχίσει να αγοράζουν τηλεοράσεις και τα καλοκαίρια υπήρχε η συνήθεια να τις βγάζουν έξω στα μπαλκόνια και να παρακολουθούν. 

Έβλεπες από τον Ιούνιο μια γειτονιά με κάθε μπαλκόνι να έχει μια τηλεόραση. Βλέπουμε τον αγώνα και με το που κερδίζουμε γίνεται ο χαμός από φωνές και εμάς ο πατέρας μου μας μαζεύει με ότι πιτσιρίκι είχε στην γειτονιά μας βάζει στη καρότσα και μας κατεβάζει στο Λευκό Πύργο. Ο Γκάλης και η γυναίκα του έμεναν τότε στην γειτονιά και ήταν πελάτης στο μαγαζί μας και κάθε φορά τον βλέπαμε με πολύ θαυμασμό.

Γυμνάσιο και Λύκειο πήγα στο 19ο γιατί δεν υπήρχε πλέον νόημα να πηγαίνω στο ιδιωτικό. Είναι ένα εξαιρετικό νεοκλασικό που έχτισε ο Στέφανος Νούκας εθνικός ευεργέτης και ξαφνικά βρέθηκα σε ένα σχολείο δημόσιο που είχαμε βάρδιες δηλαδή μια βδομάδα πρωί μια απόγευμα γιατί στεγαζόταν Γυμνάσιο Λύκειο και από ένα προστατευμένο περιβάλλον πήγα σε ένα σχολείο που κάπνιζαν, φιλιόντουσαν, κάναμε καταλήψεις. Το σχολείο μας πρωτοστατούσε στους μαθητικούς αγώνες. 

 Ξεκινήσαμε και να βγαίνουμε εκείνη τη εποχή ως έφηβοι στις καφετέριες της νέας παραλίας στον Κάκτο, στη Φαρόλ , στην Ρομάνς. Επίσης στη θέση που είναι σήμερα το Μέγαρο Μουσικής ήταν το Λούνα Παρκ και κάποιοι μας λέγανε τυχερούς που έχουμε το Λούνα Παρκ στα πόδια μας. Αυτή ήταν η έξοδος Σαββάτου για εμάς αφού μάζευε όλο τον νεαρόκοσμο. 

Τότε άρχισα να ανακαλύπτω και τον κινηματογράφο με τον οποίο μαγεύτηκα, οπότε πήγαινα συνέχεια να δω ταινίες. Μάλιστα ήθελα να τελειώσει το Λύκειο να σπουδάσω κινηματογράφο. Το μόνο μου πρόβλημα ήταν πως ο αδελφός μου ήδη σπούδαζε εκτός πόλης, ο πατέρας μου έλειπε πάρα πολύ μεγάλα διαστήματα με το ξενοδοχείο στην Χαλκιδική και σκεφτόμουν πως αν φύγω και εγώ για σπουδές θα αφήσω την μάνα μου μόνη καθότι σπουδές κινηματογράφου δεν είχε στην Θεσσαλονίκη. 

Μέχρι που στην τρίτη λυκείου πέφτω πάνω σε ένα φυλλάδιο της σχολής κινηματογράφου και τηλεόρασης Παράλλαξη το οποίο το φυλούσα σαν θησαυρό για να το δείξω στους γονείς μου και τους λέω θέλω να πάω εδώ και τελικά με γράψανε. Εκεί έζησα τα ωραιότερα μου χρόνια γιατί έκανα κάτι που αγαπούσα πολύ, ήμουν με ανθρώπους που γουστάρανε κάτι πολύ συγκεκριμένο, έμαθα πολλά πράγματα και μιλούσαμε μόνο για σινεμά. Ήταν ένας μαγικός κόσμος, ξέφευγα από το αρνητικό κλίμα με την μαμά άρρωστη στο σπίτι, γιατί μετά τη σχολή βγαίναμε, πηγαίναμε στο Flou, στον κινηματογράφο, κάναμε ταινίες, πηγαίναμε στο φεστιβάλ.

5.JPG


6.JPG

Ξεκίνησα να δουλεύω όταν ήμουν δευτεροετής σε τηλεταινίες στην ΕΡΤ 3 και το 1999 έρχεται η πρόταση να δουλέψω σε ταινία μεγάλου μήκους στο “Κυνήγι του λαγού” το οποίο ήταν κάτι πολύ σπουδαίο μιας και θα πρωταγωνιστούσαν ονόματα της εποχής.

Έπαιζε ο Ψαράς, ο Συσοβίτης, ο Ιατρόπουλος, η Σάσα Καστούρα που έκαναν τότε καριέρα και πολλοί ηθοποιοί της πόλης. Η ταινία βγήκε τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς στο Φεστιβάλ. Μετά η μια δουλειά έφερε την άλλη και στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση και το θέατρο. Δούλεψα με τον Δαμιανό Κωνσταντινίδη και τον Παύλο Δανελάτο στην Λύκη Βυθού.

Ανεβάσαμε πολύ ωραίες παραστάσεις στο θεατράκι studio Κουίντα - Θέατρο Λύκη Βυθού στο στενάκι στην Αποστόλου Παύλου 13 στην Ροτόντα. Από εκεί φύγαμε και δουλέψαμε για 8 χρόνια στο Στρατόπεδο Κόδρα και παράλληλα δούλευα σε εξωτερικές παραγωγές της ΕΡΤ.

Το 2005 αποφασίζουμε να δουλέψουμε τον Φούρνο. Ο πατέρας μου έλεγε κάνε παράλληλα ότι θέλεις με τα καλλιτεχνικά αλλά δουλέψτε και τον Φούρνο γιατί θα έχεις πάντα δουλειά το ψωμί δεν πέφτει ποτέ. Πάρε το φούρνο και κάνε και θέατρο και κινηματογράφο και ότι άλλο θέλεις και είχε πολύ δίκιο. Από τότε λειτουργούμε εμείς τον Φούρνο μιας και οι γονείς μας έφυγαν από την ζωή.


Την εποχή του 1980-1990 ήταν εποχή νεοπλουτισμού στην Χαλκιδική η εποχή της αίγλης του Πόρτο Καρράς που ήταν το Μονακό της Χαλκιδικής. Θυμάμαι τον Καραμανλή να έρχεται για γκόλφ, την θαλαμηγό του Λάτση να φέρνει τον βασιλιά. Για εμάς ήταν ατραξιόν να πηγαίνουμε στην μαρίνα του Καρά και να χαζεύουμε τους πλούσιους.

Αυτό που χάθηκε από την γειτονία είναι πολλά από τα νεοκλασικά, το ότι η κάθε εκκλησία έκανε τα δικά της μικρά πανηγυράκια και στις γιορτές Χριστούγεννα και Πάσχα στους δρόμους επικρατούσε πραγματικό γιορτινό κλίμα.

Για εμάς η Θεσσαλονίκη ήταν το Ντεπώ ήταν ο μαγικός μικρόκοσμος μας που είχε τα πάντα μαγαζιά σινεμά, καφέ καφενεία, ζαχαροπλαστεία. Μετά τα 16 -17 βγήκαμε από την γειτονιά μας για να ανακαλύψουμε την υπόλοιπη Θεσσαλονίκη. Έχω ωραίες αναμνήσεις αλλά δεν είμαι τοπικίστρια για να πω ότι η Θεσσαλονίκη είναι η ωραιότερη πόλη και φταίμε και εμείς γ αυτό που δε σεβόμαστε την ιστορία, τα μνημεία της.

Δεν μπορώ να πω ότι έγιναν πολλά βήματα εξέλιξης θα μπορούσε να είναι πανέμορφη η Θεσσαλονίκη και κατά καιρούς είχε την ευκαιρία όπως με την Πολιτιστική πρωτεύουσα. Είχε και έχει ευκαιρίες σαν πόλη αλλά δεν κάνει βήματα μπροστά.