οι-θεσσαλονικείς-σωκράτης-προβατάς-928000

Θεσσαλονίκη

Οι Θεσσαλονικείς: Σωκράτης Προβατάς

Τα παιδικά χρόνια, τα αξέχαστα στέκια της εφηβείας στη Θεσσαλονίκη, η επιθυμία του να γίνει ηθοποιός και η μεγάλη καριέρα στη νομική. Μια εξομολόγηση ζωής.

Γιώργος Τσιτιρίδης
Γιώργος Τσιτιρίδης

Κάποιοι έχουν γεννηθεί και μεγαλώσει στην Θεσσαλονίκη. Άλλοι απλά την επέλεξαν ή μετοίκησαν σε αυτήν ως εργασιακοί ή ερωτικοί μετανάστες. Ο καθένας και η καθεμία έχουν και από μια ιστορία ή μια ανάμνηση να αφηγηθούν με φόντο την πόλη. Είναι οι άνθρωποι που είδαν και έζησαν όλες τις αλλαγές της στο πέρασμα των χρόνων. Είναι οι Θεσσαλονικείς.

Σωκράτης Προβατάς

Η καταγωγή της οικογένειας μας είναι από τα Ζαγοροχώρια της Ηπείρου. Γεννήθηκα το 1955 στην Θεσσαλονίκη και μεγάλωσα στην πλατεία Άθωνος λίγο πιο κάτω από την Καστριτσίου σε μια τριώροφη οικοδομή που σήμερα έγινε πολυκατοικία. Η νονά μου μια Ηπειρώτισσα πλούσιας οικογενείας που ζούσε στην Αθήνα, ζήτησε από την μητέρα μου να με βαφτίσει δίνοντας μου το όνομα Σωκράτης που ήταν του αδελφού της που πέθανε. Όταν έγινα 3 ετών μετακομίσαμε στο ρετιρέ της Τσιμισκή στην οικοδομή του Σιδηρόπουλου, χτισμένη το 1926. Το κτίριο είναι ένα στολίδι και έχει μέχρι σήμερα τη μεγαλύτερη πόρτα εισόδου οικοδομής της Θεσσαλονίκης.

1-ZMQCB.jpg

Ήμασταν μια οικογένεια η οποία εξέπεμπε πολύ αγάπη ο ένας για τον άλλο. Μια οικογένεια μεσαίας τάξης προς φτωχή αλλά δεν μας έλειψε τίποτα. Βέβαια οι ανάγκες δεν ήταν όπως οι σημερινές. Τα παιδικά μου χρόνια ήταν δύσκολα γιατί όταν ήμουν πέντε ετών και ο αδελφός μου δεκαπέντε έπειτα από μια ερωτική απογοήτευση αυτοκτόνησε και ο πρώτος που τον βρήκε ήμουν εγώ. Κατόπιν αυτού υπήρξαν αρκετά χρόνια για να το ξεπεράσει η οικογένεια μας με αποτέλεσμα τα παιδικά μου χρόνια να είναι στη θεία, στην νονά παρά στο σπίτι και αυτό για να μην ζω μέσα σε αυτό το στενάχωρο περιβάλλον. 

Η μητέρα μου το πρώτο διάστημα κοιμόταν επάνω στον τάφο του αδελφού μου, αρνιόταν να φύγει. Οι φύλακες του κοιμητηρίου της Ευαγγελίστριας την κλειδώνανε μέσα και κοιμότανε εκεί. Μετά κλείστηκε σε ένα δωμάτιο και σιγά σιγά πιστεύω χάριν εμού έκανε προσπάθεια να το ξεπεράσει. Δεν ξεπερνιέται, απλά έκαναν μια προσπάθεια. Ο πατέρας μου σταμάτησε να δουλεύει για να βγει σε πρόωρη σύνταξη. Θυμάμαι πολύ καθαρά τον αδελφό μου. Ήταν πολύ ευαίσθητος και καλόγουστός. Πήγαινε στην μητέρα μου και τη ρωτούσε αν είναι σωστά χτενισμένη η χωρίστρα στα μαλλιά του.

Δεν είχαμε τεράστιο κύκλο γνωριμιών και γ΄ αυτό οι γονείς μου διαφωνούσαν να δικηγορήσω, πιστεύοντας ότι υπάρχει μεγάλος ανταγωνισμός και επειδή δεν ήμουν από γνωστή οικογένεια δικηγόρων πίστευαν ότι θα χαθώ μέσα στο πλήθος των δικηγόρων. Παρ όλα αυτά επέμενα και από την πρώτη στιγμή ξεκίνησα με δικό μου γραφείο και σιγά σιγά φτάσαμε να είμαστε ένα γραφείο με είκοσι δικηγόρους.

Ο πατέρας μου ήταν δημόσιος υπάλληλος είχε φτάσει να γίνει διευθυντής στο δημόσιο ταμείο. Ο πρώτος του διορισμός ήταν στο δημόσιο ταμείο Δράμας και από το παράθυρο του έβλεπε την αυλή του Γυμνασίου στο οποίο φοιτούσε η μητέρα μου. Την ερωτεύτηκε και όταν παντρεύτηκαν μετακόμισαν στην Θεσσαλονίκη. 

2-CD6qn.JPG

  Οι πρώτες μου μνήμες είναι από το σπίτι στην Τσιμισκή. Δημοτικό πήγα στα Μακεδονικά εκπαιδευτήρια στην Πυλαία. Ήταν το πιο ακριβό σχολείο της Θεσσαλονίκης αλλά ποτέ τα παιδιά αυτά που τα λατρεύω μέχρι σήμερα δεν με ξεχώρισαν επειδή ήμουν φτωχότερος η χαμηλότερης κοινωνικής τάξης. Δεν υπήρχαν αυτά εκείνη την εποχή. Ήταν όλα τα παιδιά αγνά. Μας καλούσαν σε γενέθλια και ονομαστικές εορτές στα σπίτια τους που ήταν πολύ ωραία και μεγάλα με μεγάλους μπουφέδες, είχανε οικονομική άνεση αλλά ποτέ δεν μας ξεχώρισαν με την συμπεριφορά τους, δεν μας έκαναν να νιώθουμε άσχημα. Εγώ δεν τόλμησα να κάνω ποτέ γενέθλια γιατί ντρεπόμουν για το σπίτι που μέναμε.

3-rKn5o.JPG

Όταν ήμουν μαθητής στο δημοτικό γράφτηκα στο γυμναστήριο του Μαυροσκούφη στην Αγίας Θεοδώρας γωνία με Αγίας Σοφίας στο νεοκλασικό κτήριο για να μάθω κολύμπι. Μας πήγαινε ο Μαυροσκούφης με το πλοίο Αργώ στην Αγία Τριάδα και Περαία και μας μάθαινε να κολυμπάμε στην θάλασσα. Μετά το μπάνιο μας άφηνε μια ώρα να φάμε κάτι και να επιστρέψουμε και πάλι με το καραβάκι. Όλα τα παιδιά παραγγέλναμε πατάτες τηγανιτές. Δεν έχω φάει ωραιότερες πατάτες τηγανιτές από εκείνες. Ως φοιτητής λάτρευα την πλαζ της Αγίας Τριάδας.

Γυμνάσιο πηγαίνω στου Δημητριάδη στην Γεωργική Σχολή απέναντι από το Διαβαλκανικό. Στο δημοτικό φορούσαμε μια καφέ ποδιά με κουμπιά στη δεξιά πλευρά δεν ήταν η παραδοσιακή μπλε ποδιά. Στο Γυμνάσιο είχε πλέον καταργηθεί. Οι αναμνήσεις είναι πολύ θετικές τόσο από τους συμμαθητές όσο και από τους καθηγητές. Τότε το πρόβλημα στα σχολεία ήταν τα μακριά μαλλιά και το τσιγάρο. Ήταν η εποχή που στην μόδα ήταν τα μακριά μαλλιά αλλά το σχολείο ήθελε να είναι κοντά. Για να μην μας κουρεύουν βάζαμε ζελέ και τα πατούσαμε για να μην φαίνονται πολλά. 

Για να μπορέσουμε να καπνίσουμε πηγαίναμε στην παραλία μπροστά στην θάλασσα η στα αποδυτήρια. Ένα πρωί μας πιάσανε συνολικά 6 άτομα να καπνίζουμε. Ρωτούσε ο Λυκειάρχης κάπνιζες η δεν κάπνιζες. Οποίος έλεγε δεν κάπνιζα έπαιρνε δυο ημέρες αποβολή, όποιος έλεγε κάπνιζα μια ημέρα αποβολή. Φτάνει η σειρά μου με ρωτάει Κάπνιζες; και λέω μια ρουφηξιά και μου λέει μια ημέρα αποβολή και στο σπίτι σου. Όταν τρώγαμε ξύλο με τη βέργα, τρώγαμε αποβολές, μας έβαζαν τιμωρίες, οι γονείς μου δεν ρωτούσαν τι έγινε μου έλεγαν κάτι έκανες οπότε καλά σου έκαναν. Ήτανε σίγουροι ότι έκανα κάτι και δικαίως πήρα αποβολή. Ήμουν ένας κανονικός μαθητής. Ούτε πολύ καλός, ούτε κακός. Στο πανεπιστήμιο αργότερα πήρα υψηλούς βαθμούς.

Στο Γυμνάσιο πηγαίναμε στο Τάφο ένα μπιλιαρδάδικο επί της Παλαιών Πατρών Γερμανού που ήταν το στέκι όλης της νεολαίας. Μετά στην Ωραία για παγωτό. Ήταν το σημείο των ραντεβού. Εκείνη την εποχή ο Τάφος ήταν το κακόφημο μαγαζί γιατί ήταν υπόγειο. Είχε ποδοσφαιράκια και παίζανε και χαρτιά. Όχι με χρήματα άντε καμία ξερή. Η μάνα μου έλεγε να μην πηγαίνουμε σ αυτό το καταγώγιο ενώ η γιαγιά μου της απαντούσε δεν έχει σημασία σε τι βάθος είναι και τι παιχνίδια έχει αλλά τι άτομα συχνάζουν. Πηγαίναμε στις καφετέριες της Χρυσοστόμου Σμύρνης. Τσιμισκή με Αγίας Σοφίας ήταν ο Φλόκας που θεωρούνταν πολυτελείας. Μετά άρχισαν να ανοίγουνε οι Ντίσκο. Η πρώτη που πήγα ήταν η Spot λίγο πιο επάνω από το Berlin. Όσο αυξανόταν οι Ντίσκο αυξανόταν η πόρτα. Ήταν άθλος να μπεις στα μαγαζιά. Όταν μας άφηναν να μπούμε νιώθαμε ικανοποίηση, ήταν μια κατάκτηση για εμάς.

Από μικρός ήθελα να γίνω ηθοποιός. Οι γονείς μου το ξεκαθάρισαν ότι αν επιμείνω δεν θα με στηρίξουν γιατί δεν θέλανε να πεθάνω στη ψάθα. Οπότε έμεινε στο ερασιτεχνικό κομμάτι όταν έπαιζα με την θεατρική ομάδα του σχολείου η οποία έλλειψη χώρου νοίκιαζε το Θέατρο Χατζώκου στον 5ο όροφο του Ολύμπιον και το Στρατιωτικό θέατρο που βρισκόταν στο σημερινό δημαρχείο, για τις πρόβες και τις παραστάσεις.

Την νομική την επέλεξα μετά από παρότρυνση ενός φίλου του πατέρα μου που έλεγε ότι έχω ωραίο λόγο και θα είχα ταλέντο ως δικηγόρος. Σε ένα παλαιοπωλείο στην οδό Καστριτσίου από το οποίο αγοράζαμε τις μεταφράσεις των αρχαίων και περνούσαν όλα τα Γυμνασιόπαιδα της πόλης, πήρα ένα βιβλίο που ανέλυε τα θετικά και αρνητικά του επαγγέλματος ενός δικηγόρου. Το αγόρασα το διάβασα και με ενθουσίασε τόσο πολύ που πήρα την απόφαση να ολοκληρώσω την νομική.

4-wLjmn.JPG

Δεν μπορώ να πω ότι έζησα φοιτητική ζωή. Δεν έφυγα εκτός πόλης, δεν άλλαξα σπίτι, δεν άλλαξα παρέες, στέκια. Όπως ήταν η ζωή μου συνέχισε να είναι και στην συνέχεια. Εκείνα τα χρόνια τα πέρασα στην πλατεία Ναυαρίνου που ήταν γεμάτη από καφέ και μπαρ. Γ αυτό και επέλεξα σε αυτή την περιοχή που έχω τις ωραιότερες αναμνήσεις να στήσω το σπιτικό μου. Μπορώ να βγαίνω στο μπαλκόνι και να βλέπω την πλατεία. Αυτό με γαληνεύει και με γεμίζει αναμνήσεις. Να βλέπω τα παιδιά να παίζουν τάβλι και να θυμάμαι ότι και εγώ εκεί έπαιζα τάβλι.

Την περίοδο της Χούντας ήμασταν μαθητές και δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε την αλλαγή που είχε επέλθει. Θυμάμαι μόνο τους στρατιώτες να σταματάνε το σχολικό λεωφορείο να μας κατεβάζουν και να γυρνάμε στα σπίτια μας. Επίσης τον πατέρα μου που πήγαινε στο καφέ Ίλιον με την μητέρα μου και στις παρέες μιλούσε πολύ δυνατά εκφράζοντας την άποψη του εναντίον του καθεστώτος. Η μητέρα μου κάθε φορά που ανέβαζε τους τόνους του έλεγε Μανώλη πιο σιγά θα μας πιάσουν αλλά ο πατέρας μου δεν φοβόταν τίποτα.

Πέφτει η Χούντα ενώ είμαι στο πανεπιστήμιο. Όπως είναι φυσικό από αντίδραση και λόγο της αλλαγής του καθεστώτος το 80- 85% των φοιτητών ήταν Κομμουνιστές ή Αριστεροί. Πολλά χρόνια μετά κατάφεραν άλλες παρατάξεις να ανεβάσουν τα ποσοστά τους. Ήταν και η μόδα με τα αμπέχονα, με τα μακριά φουστάνια, το κίνημα των χίπις. Τα ζούσα εντός του Α.Π.Θ αλλά χωρίς να έχω καμία συμμετοχή. Πήγαινα, παρακολουθούσα μαθήματα, έδινα εξετάσεις και έφευγα. Ποτέ δεν εντάχθηκα σε καμία ομάδα αλλά και ποτέ μέχρι σήμερα δεν είχα και δεν έχω κανένα πρόβλημα και προκατάληψη για την πολιτική, θρησκευτική η ερωτική επιλογή του άλλου. Σημασία για μένα έχει ο άνθρωπος ότι και αν πιστεύει ότι και θέλει να κάνει. Ποτέ δεν χαράμισα ένα λεπτό για το τι λέει ο καθένας, τι πιστεύει ο καθένας.

Στον μεγάλο σεισμό του 1978 ήμουν στην Τούμπα σε ένα μπαράκι. Μαθαίνω ότι έπεσε η οικοδομή της Ιπποδρομίου, τρέχω να βρω τους δικούς μου. Το πρώτο μέρος που σκέφτομαι να ψάξω είναι η πλατεία Αριστοτέλους που είχε γεμίσει με εκατοντάδες ανθρώπους. Με πολύ κόπο τους βρίσκω. Στον πανικό τους δεν πήρανε μαζί τους τίποτα. Αποφασίζω να γυρίσω στο σπίτι για να φέρω κουβέρτες. Ανεβαίνω μαζεύω κουβέρτες και κάποια προσωπικά είδη. Από το άγχος μου να τελειώσω γρήγορα χωρίς να το σκεφτώ ανεβαίνω στο ασανσέρ. Μεταξύ πρώτου ορόφου και ισογείου σπάει το καλώδιο. Παρά τριάντα εκατοστά μαγκώνει και δεν σκάει κάτω γιατί δεν θα ζούσα αυτή τη στιγμή. Φωνάζω βοήθεια και ευτυχώς με άκουσε ένα παιδάκι που ήταν με τη μάνα του και ήρθε η πυροσβεστική και με έβγαλε. Οι γονείς μου έμειναν Αριστοτέλους και εγώ με τους φίλους μου στο Πεδίο του Άρεως απέναντι από την ΕΡΤ3. Από την μια πλευρά ήταν ωραίο όλο αυτό που ζούσαμε γιατί ήμασταν όλοι οι άνθρωποι μαζί στα πάρκα και ζούσαμε νομαδικά. Ένα μήνα αργότερα γυρίσαμε στο σπίτι της Τσιμισκή το οποίο δεν έπαθε τίποτα.

5-75tHm.JPG

Όταν τελείωσα την σχολή εργάστηκα ως ασκούμενος σε έναν γνωστό μου δικηγόρο και επειδή δεν είχα χρήματα συμπληρωματικά δούλευα στην Νεράιδα ως διοργανωτής παιδικών χορών. Μετά την άσκηση άνοιξα το δικό μου γραφείο στην οδό Κομνηνών. Δύο μέτρα πλάτος δύο μήκος δεν χωρούσε παραπάνω από ένας άνθρωπος. Όταν ορκίστηκα θυμάμαι να λέω στην μητέρα μου ότι αρκετά ταλαιπωρήθηκα θα πάω 4 ημέρες στην Αθήνα για ξεκούραση. Εκεί γνώρισα συμπτωματικά τον Λυκουρέζο που μου έδωσε 3-4 συμβουλές που ακολούθησα τυφλά και με βοήθησαν πάρα πολύ. Τον θεωρώ αξιοπρεπή και αξιόλογο. Για εμένα στην δικηγορία δεν μετράνε οι γνώσεις, αλλά η εμπειρία και πάνω από όλα η αξιοπρέπεια. Κάποια στιγμή βρεθήκαμε και σε αντιδικία και συμφωνήσαμε σε εξωδικαστική τακτοποίηση. Αυτό είναι το μεγαλείο των δικηγόρων. Όταν είπα του Λυκουρέζου ότι θέλω να ασχοληθώ με το Ποινικό δίκαιο μου είπε τα τρία πρώτα χρόνια κάνε Αστικό, Διοικητικό, Εμπορικό γιατί θα σου χρειαστούν όλες αυτές οι γνώσεις η εμπειρία για να γίνεις καλός Ποινικολόγος και αυτό έκανα.

Η πορεία μου δεν μπορώ να πω ότι ήταν εύκολη, ήταν αναμφισβήτητα δύσκολη. Στο ξεκίνημα δεν είχα χρήματα για κάρτες και αποφάσισα να βγάλω φωτοτυπίες και για να μην έχω το κόστος της πλαστικοποίησης αγόρασα το μηχάνημα και τις πλαστικοποιούσα μόνος μου. Δεν με ήξερε κανείς έπρεπε κάπως να με μάθουν. Έκανα 200 κάρτες και πήγαινα κάθε ημέρα σε 2-3 μπαρ και μοίραζα κάρτες. Δεν σημαίνει ότι είχα λεφτά για 3 ποτά. Πλήρωνα το πρώτο και στα άλλα μαγαζιά έλεγα δεν θα καθίσω, σε λίγο θα φύγω, γιατί δεν έβγαινε. Όταν έγινα δικηγόρος ξεκίνησε η έκρηξη των μπαρ, κλάμπ μπουζουκιών στην Θεσσαλονίκη. Ήταν τόσο πολλά δεν ήξερες που να πας. Από όλη την Ελλάδα ερχόταν κόσμος για να διασκεδάσει στην Θεσσαλονίκη. Η διαφορά με τα μαγαζιά των Αθηνών ήταν ότι οι επιχειρηματίες εδώ ρίχνανε λεφτά στα μαγαζιά που έφτιαχναν. Έμπαινες και ένιωθες μια υπερπολυτέλεια. Ήμουν κάθε βράδυ σε διαφορετικό μαγαζί. Με χαλάρωνε, έφευγε το βάρος και η ένταση της ημέρας. 

 Η νύχτα με ανέβασε, με βοήθησε να κάνω τα πρώτα βήματα στα σκαλοπάτια της καριέρας μου. Ξεκίνησα να δικηγορώ σε επιχειρηματίες και ανθρώπους της νύχτας. Έπιανα τουσ μπάρμαν και τους σερβιτόρους, έδινα την κάρτα μου και τους έλεγα αν χρειαστείς κάτι αν κάποιος από τον κύκλο σου χρειαστεί δικηγόρο πάρε με τηλέφωνο. Μετά από αυτό μεταπήδησα και έγινα δικηγόρος σε σήριαλ και ηθοποιούς. Πίστευα και πιστεύω πολύ στις γνωριμίες, στις φιλίες και στον άνθρωπο. Οι γνωριμίες είναι η μεγαλύτερη περιουσία όσα χρήματα και να έχεις.

6-JxJXr.JPG

Στην ζωή μου είχαν την τύχη να είμαι δικηγόρος διάσημων προσώπων. Για αυτό μου έδωσαν και τον τίτλο ο δικηγόρος των επωνύμων. Είχα πελάτες την Βουγιουκλάκη, τον Αλέξανδρο Ρήγα, το Ζαχαράτο, τον Λαζόπουλο. Τον πρώτο που γνώρισα και τον οποίο μέχρι σήμερα δεν τον θεωρώ απλά φίλο αλλά αδελφό μου ήταν ο Αλέξανδρος Ρήγας. Αν με πάρει τηλέφωνο και μου πει ότι αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα θα πάρω το επόμενο αεροπλάνο για να τον συναντήσω. Μέσω του Ρήγα και του Λαζόπουλου γνώρισα πάρα πολύ κόσμο. Εκείνος που με λάτρευε και είχαμε μια ιδιαίτερη σχέση ήταν ο Κώστας Καράς που με αγαπούσε πάρα πολύ. Ερχόταν στην Θεσσαλονίκη για να πάμε στο Ακρόαμα στην Αγγελάκη για να διασκεδάσουμε.

Ίσως η αγάπη μου για την ηθοποιία να βοήθησε και στην μετέπειτα εργασία μου. Τα δύο επαγγέλματα έχουν αρκετά κοινά. Παράσταση λέμε και στο θέατρο παράσταση λέμε και στο δικαστήριο. Κάθε φορά που αντιπροσωπεύω έναν πελάτη και τις κατηγορίες που μπορεί να κουβαλάει γίνομαι εγώ ο κατηγορούμενος και φροντίζω να πείσω τον δικαστή ως εκπρόσωπος του να δοθεί δικαίωση. Ουσιαστικά ενσωματώνομαι με τον κατηγορούμενο και αυτό ενέχει στοιχεία υποκριτικής.

Μετά από 5-6 χρόνια αφήνω το γραφείο στην Κομνηνών και πηγαίνω στην Τσιμισκή

Αργότερα στην Λ. Νίκης σε ένα διατηρητέο κτήριο. Όταν έφτασε το ενοίκιο σε υπερβολικά υψηλές τιμές βρήκα και πάλι ένα διατηρητέο στην Μητροπόλεως και έκανα μια αντιγραφή ενός δικηγορικού γραφείου της Νέας Υόρκης. Πηγαίνω αρκετά συχνά και μια ημέρα από τις διακοπές μου την αφιερώνω για να επισκέπτομαι δικηγορικά γραφεία να δω πως δουλεύουν πως είναι η διακόσμηση τους. Ένα συγκεκριμένο με ενθουσίασε τόσο πολύ που είπα ότι θα κάνω ακριβώς το ίδιο στην Θεσσαλονίκη. Είναι το γραφείο στο οποίο βρισκόμαστε μέχρι και σήμερα. 

Στις τελευταίες εξετάσεις ασκούμενων με όρισε ο Δικηγορικός σύλλογος εξεταστή στο ποινικό και στην ποινική δικονομία. Ήταν μεγάλη αυτή η τιμή για εμένα. Τα παιδιά μπήκανε στην αίθουσα και τρέμανε. Τους είπα πως σαν δικηγόροι θα γνωρίσουν χαρές, λύπες, άγχη. Τους είπα ότι δεν έχουν νόημα αυτές οι εξετάσεις οι πραγματικές εξετάσεις είναι από αύριο στις αίθουσες. Εκείνες είναι οι πραγματικές εξετάσεις. 

Δεν μου αρέσει η έπαρση. Έπαρση δικαιούται να έχει μόνο η σημαία. Αν κάτι αξίζει ο καθένας από εμάς, αυτό θα το αποφασίσει ο κόσμος γύρω του και ο χρόνος. Αν σκεφτούμε ότι αυτή τη στιγμή υπάρχουν κορυφαίοι δικηγόροι στο κόσμο, κορυφαίοι νομικοί στην Αμερική εμείς δεν είμαστε τίποτα. Με πολύ κόπο και προσπάθεια κάτι καταφέραμε και εμείς. Για εμένα η ψυχή του γραφείου είναι οι συνεργάτες. Υπάρχουν νέοι δικηγόροι με εξαιρετικές γνώσεις, υπάρχουν δικηγόροι πολύ αξιόλογοι, καλύτεροι από εμένα. 

Παρατηρούμε τα τελευταία χρόνια μια μεγάλη αυστηριοποίηση των ποινών. Είμαι αντίθετος με την αυστηρή ποινή. Είμαι υπέρ της λογικής ποινής. Δεν μπορείς να κλέβεις ένα ψωμί, ένα κινητό και να καταδικάζεται σε 10 χρόνια φυλακή. Η ποινή δεν αποτρέπει από την τέλεση της πράξης και αυτό συμβαίνει γιατί την ώρα που κάποιος κάνει ένα έγκλημα είτε το έχει προσχεδιασμένο είτε εν βρασμό ψυχικής ορμής ποτέ δεν σκέφτεται ποια θα είναι η καταδίκη του σε περίπτωση που τον συλλάβουν. Δεν θα ανοίξει τον ποινικό κώδικα για να δει τις επιπτώσεις. Εκ τον υστέρων αφού συλληφθεί μπαίνει στην διαδικασία αυτή. Οπότε η αυστηροποίηση δεν οδηγεί στον φόβο άρα στην αποτροπή και πρόληψη αδικημάτων άρα και στην μείωση της εγκληματικότητας. Δεν είναι αυτός ο τρόπος που ως κοινωνία θα απαλλαγούμε από τα εγκλήματα.

Όταν τελείωσα την Νομική το πρώτο όνειρό μου ήταν να φύγω Νέα Υόρκη η σε διαφορετική περίπτωση στην Αθήνα. Όταν ήρθε η ώρα να αποφασίσω η μάνα μου ήταν άρρωστη. Προβληματίστηκα αν θα έπρεπε να διαλέξω το μέλλον μου η την μάνα. . Και είπα δεν με νοιάζει το μέλλον θα μείνω δίπλα στην μάνα μου. Ήταν μια γυναίκα σκληρή, διαφωνούσαμε αλλά υπήρξε μεταξύ μας έρωτας. Ήταν η απόλυτη αγάπη. Είναι μεγάλο το βάρος που κουβαλάω μετά την απώλεια της. Έφυγε στα 92 πλήρης ημερών. Δεν υπάρχει πιο κορυφαίο στοιχείο στον άντρα από την μάνα. Είμαι περήφανος για την απόφαση μου να μείνω στην Θεσσαλονίκη και να μην φύγω στην Αθήνα. 

 Η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη που δεν θα την άλλαζα ποτέ. Αυτοί που μένουν στην Θεσσαλονίκη την λατρεύουν. Κανείς δεν μένει από υποχρέωση. Διαφωνώ με τον προσδιορισμό ερωτική. Οι άνθρωποι κάνουν τον ερωτισμό όχι η πόλη. Ζούμε σε μια εποχή που λόγω άγχους αβεβαιότητας, ανασφάλειας δεν υπάρχει έρωτας. Γ αυτό και επικρατεί το σέξ δηλαδή να κάνω την πράξη και να φύγω , όχι να μείνω και να εισπράξω όλα τα αισθήματα. Με ενοχλούν οι υποσχέσεις των δημάρχων που δεν υλοποιήθηκαν ποτέ. Η πόλη έχει τεράστιες δυνατότητες. Μακάρι να βρεθεί ένας νεαρός, μια νεαρή να αναλάβουν και να αλλάξουν την πόλη. Εγώ δεν πίστεψα ποτέ τους πολιτικούς, τους τοπικούς άρχοντες και τους παπάδες. Πιστεύω στον θεό αλλά δεν εμπιστεύομαι τους ιερείς.

Θέλω να συνεχίσω να δουλεύω μέχρι να πεθάνω. Η δικηγορία είναι η μεγάλη μου αγάπη και αν στην ζωή σου βρεις την αγάπη δεν την αφήνεις. Θα παραμείνω στο γραφείο όσα χρόνια και αν περάσουν αλλά αν καταλάβω ότι ξεχνάω θα σταματήσω να δικηγορώ και θα ασχολούμαι με άλλα ζητήματα του γραφείου.

Δεν υπάρχει δικηγόρος που δεν έχει χάσει υπόθεση. Ούτε ένας. Οι λόγοι για τους οποίους μπορείς να χάσεις μια υπόθεση είναι δύο. Είτε γιατί δεν προετοιμάστηκες άρα θα πρέπει να νιώθεις ενοχές είτε την προετοίμασες καλά αλλά ξεκαθάρισες στον πελάτη ότι κατά ένα πολύ μεγάλο ποσοστό δεν θα κερδηθεί. Αν ο πελάτης αποδεχτεί την ειλικρίνεια σου κοιμάσαι ήσυχος. Αν δεν προετοιμαστείς και χάσεις την δίκη δεν πρέπει να κοιμάσαι. Άρα η δεν προετοιμάζεσαι η ξέρεις εξ αρχής ότι πας σε χαμένη δίκη.

Οι νέοι δικηγόροι πρέπει να αγωνιστούν, να δώσουν τα πάντα για το όνειρό τους, με πάθος και μεράκι, να ξεκινήσουν από νωρίς την άσκηση της δικηγορίας, να χτίσουν σχέσεις εμπιστοσύνης και σιγά σιγά να φτάσουν προς την επιτυχία. Αυτό που θα φτάσει κάποιον στην καταξίωση είναι η ίδια του η δουλεία και η εμπειρία του από τα έδρανα των δικαστηρίων.

img-e0218.JPG
Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα