close search results icon

Θεσσαλονίκη

Όταν οι τοίχοι ψιθυρίζουν ιστορίες

Πολυχώρος Πολιτισμού Ισλαχανέ. Πρώην Σχολή Τεχνών και Επαγγελμάτων Χαμιδιέ

Όταν οι τοίχοι ψιθυρίζουν ιστορίες
  • ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ
  • fb
  • twi

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εισήγηση των Αρετή Κονδυλίδου και Σοφία Χριστοφορίδου γύρω από τον Πολυχώρο Πολιτισμού Ισλαχανέ, που παρουσιάστηκε στο πλαίσιο του συνεδρίου του ΤΕΕ/ΤΚΜ «Τα κάστρα της βιομηχανίας».

Στον Πολυχώρο Πολιτισμού Ισλαχανέ έχουμε την ευτυχή συγκυρία να αναδεικνύουμε ταυτόχρονα ένα oθωμανικό μνημείο πρόνοιας και τεχνικής εκπαίδευσης, ένα δείγμα βιομηχανικής πολιτιστικής κληρονομιάς, μία ρανίδα της μικρασιατικής προσφυγικής εγκατάστασης και, εν τέλει, τη διαδοχική μετεξέλιξη της τοπικής ιστορίας των 100 και πλέον ετών, στην βορειοανατολική παρειά των Τειχών της Θεσσαλονίκης.

1. Τόπος μαθητείας – Τόπος βιομηχανικός

To κτήριο στο οποίο στεγάζεται ο Πολυχώρος Πολιτισμού Ισλαχανέ χρονολογείται από το 1902, όταν, το ήδη υπάρχον, από το 1874, Ισλαχανέ, οθωμανικό ίδρυμα πρόνοιας, ορφανοτροφείο και τεχνικό σχολείο αρρένων παντός θρησκεύματος, αποκτά το τέταρτο κτήριο-παράρτημά του, το μοναδικό εκτός των τειχών κτήριο-εργαστήριο, όπου τα ορφανά αγόρια θα διδάσκονταν την ξυλουργική, την μηχανουργική και τη σιδηρουργία. Το συγκρότημα του Ισλαχανέ στεγαζόταν ήδη σε τρία κτήρια, τα οποία δε σώζονται σήμερα, το κεντρικό τριώροφο που εφάπτονταν στα τείχη, το κτήριο του σχολείου (μετέπειτα Γ΄ Γυμνάσιο Αρρένων, στη θέση του σημερινού 3ου Γυμνασίου-Λυκείου Θεσσαλονίκης) και
το εργαστήριο του τυπογραφείου.

Η σχέση του χώρου με τις τεχνικές, προβιομηχανικές αρχικά, είναι προδήλως εγγενής. Οι τρόφιμοι του Ισλαχανέ, μέσα στο κτήριο του Πολυχώρου, του μόνου που διασώθηκε, εξειδικεύονταν στο ξύλο, στο σίδερο και στη φωτιά, με στόχο να παράγουν σύγχρονα γεωργικά εργαλεία «που είναι η ψυχή των κατοίκων της υπαίθρου», όπως δήλωνε υπερήφανα στα εγκαίνια του κτηρίου ο Αμπντουλά Εφέντης, τότε διευθυντής του ιδρύματος. 

Στην επίσημη τελετή που διοργανώθηκε, παρουσία επισήμων, επαινέθηκε το έργο του Γάλλου μηχανικού Μ. Φλερί, υπευθύνου του νέου παρατήματος των εργαστηρίων, καθώς «η διαρρύθμιση, η άνεση του χώρου» εξασφάλιζε στους μαθητές ασφάλεια και αποφυγή
ατυχημάτων (Yvel, 1902).

To πέρασμα στην αλλαγή χρήσης του κτηρίου από προ-βιομηχανικός χώρος μαθητείας, σε βιομηχανικός χώρος εργοστασίου, συνδέεται με την πρωτοφανή ιστορική απόφαση της Συνθήκης της Λοζάνης (1923) που, ομογενοποιώντας τα νεοσυσταθέντα κράτη, της Ελλάδας και της Τουρκίας, επέβαλε την ανταλλαγή των πληθυσμών. Το γεγονός αυτό στάθηκε ο επίλογος της λειτουργίας του ιδρύματος, το οποίο στεγαζόταν σε βακούφικη γη, υπό την διαχείριση της μουσουλμανικής κοινότητας της πόλης. Ήδη, όμως, από το 1920, είχαν εγκατασταθεί στο εσωτερικό του κτηρίου ιδιώτες μικρο-βιομήχανοι, μια που η Σχολή μίσθωσε τότε το κτήριο λόγω οικονομικής ένδειας. Αυτή με τη σειρά της συνδέεται με την απόφαση της διοίκησης των Νέων Χωρών, τμήμα των οποίων ήταν από το 1912 και η Θεσσαλονίκη, ότι το ορφανοτροφείο-τεχνικό σχολείο θα αποτελούσε πλέον ιδιωτική μουσουλμανική σχολή και άρα θα στερούνταν κρατικής επιχορήγησης. Οι μικρο-βιοτεχνίες αποσύρθηκαν σταδιακά και ο χώρος μετατράπηκε τελικά στην έδρα της Σιδηροβιομηχανίας του Αξυλιθιώτη, ενώ, ένα μικρό τμήμα του, στέγασε την οικία του Θεόφιλου Ζαχαριάδη. Ξυλουργείο, μηχανουργείο, εφαρμοστήριο, δοκιμαστήριο, χυτήριο, καθώς και τα γραφεία της επιχείρησης στεγάστηκαν στο κτήριο, που γνώρισε επεκτάσεις και αλλοιώσεις ως προς την αρχική κτηριακή του διαμόρφωση. Η επιχείρηση, ίσως η μοναδική στην πόλη τότε που εξασφάλιζε μία πλήρη γραμμή παραγωγής υπό την σκέπη της, γνώρισε άνθηση και απασχολούσε μεγάλο αριθμό εργατικού δυναμικού, ειδικευόμενη στην παραγωγή ειδών ύδρευσης μέχρι τη δεκαετία του 1980 (εξοπλισμοί υδροδότησης, φυγόκεντρες αντλίες, πυροσβεστικοί κρουνοί, κ.α.)

islakhane.png

2. Τόπος πολιτισμού

Ήταν το 1992 όταν το Υπουργείο Πολιτισμού, κατόπιν εισήγησης της αρμόδιας Υπηρεσίας, χαρακτήρισε το κτήριο «ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο που χρήζει κρατικής προστασίας» (ΦΕΚ 591/Β/30-09-2992). Στο εγκαταλειμμένο κτήριο, ένα «κουφάρι» με
διάσπαρτο βιομηχανικό εξοπλισμό, καμιά ανάμνηση της πρότερής του χρήσης δεν είχε διατηρηθεί. Η αρχειακή έρευνα επιφύλασσε την ταύτισή του με το λησμονημένο, για την πόλη, ίδρυμα του Ισλαχανέ. Χάρη στην ένταξή του, σε δύο διαφορετικές φάσεις, σε προγράμματα χρηματοδότησης (Πρόγραμμα Πολιτισμός 2004–2009, ΕΣΠΑ 2007–2013) η Υπηρεσία Νεωτέρων Μνημείων & Τεχνικών Έργων Κεντρικής Μακεδονίας, έφερε σε πέρας την πλήρη αποκατάσταση του κτηρίου και τη μετατροπή του σε Πολυχώρο Πολιτισμού το 2015. 

Ένας χώρος πολιτισμού, σε ένα μνημείο, συνδεδεμένο με την ιστορία της κοινωνικής πρόνοιας και της τεχνικής εκπαίδευσης, σε ένα κτήριο της τελευταίας οθωμανικής περιόδου, σε έναν πρώην εργασιακό χώρο, άρρηκτα συνδεδεμένο με τη βιομηχανική ιστορία της πόλης και τέλος, σε μια γειτονιά μπολιασμένη από μετακινήσεις πληθυσμών, καθώς η αναχώρηση των ορφανών παιδιών, εξασφάλισε ταυτόχρονα στέγη σε νέο-αφιχθέντες πρόσφυγες από τη Μικρασία, τον Πόντο, την Καππαδοκία. Στην ανατολική άκρη της πόλης, στις παρειές του Τείχους, ένα τόπος πολλαπλών ταυτοτήτων, στεγάζει σήμερα έναν χώρο που φιλοδοξεί να επαναφέρει τις μνήμες αυτών, των εναλλασσόμενων ταυτοτήτων.

3. Τόπος μνήμης


Ο Γάλλος ιστορικός Πιερ Νορά, ισχυριζόμενος ότι στην εποχή μας η ιστορία έχει ξεχερσώσει τη μνήμη, διαπιστώνει ότι το φαινόμενο αυτό έχει επιβάλλει στις κοινωνίες μας την ανάγκη για δημιουργία «μνημείων» (Nora, 1989). Θεωρώντας ότι η μνήμη αποτελεί ζωντανό οργανισμό μιας κοινωνίας, διαρκώς εξελισσόμενο, ενώ η ιστορία αποτελεί μια ανακατασκευή όσων δεν υπάρχουν πια, έχει υιοθετήσει τον όρο «τόποι μνήμης» («lieux de mémoire»). Η δημιουργία τόπων μνήμης (που μπορεί να ποικίλλουν από αδριάντες, αρχαιολογικούς χώρους, μουσεία, αρχεία ή εθνικές γιορτές) αποτελούν βασικό μέλημα των δυτικών κοινωνιών και συχνά επιλέγονται από κρατικούς φορείς ή οργανωμένες ομάδες. Σπάνια λειτουργεί η bottom-up (από τα κάτω προς τα πάνω) κατεύθυνση επιλογής. Ωστόσο, φορείς όπως η UNESCO, επιχειρούν να καταγράψουν (άρα να δημιουργήσουν με τη σειρά τους τόπους μνήμης) στοιχεία άυλης κληρονομιάς του πολιτισμού, παροτρύνοντας όσους αισθάνονται ότι ένα έθιμο, μια τεχνική, μια μνήμη, τους αφορά, να την καταγράψουν και κατά συνέπεια να καθορίσουν οι ίδιοι τις λίστες μνήμης. 

Πρόκειται για μια προσπάθεια ανάδειξης και προστασίας της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς, από τα «κάτω» (από τους φέροντες) προς τα «πάνω» (τους φορείς). Ο χρόνος της μνήμης, ισχυρίζεται η Κυριακίδου- Νέστορος, είναι ο χρόνος της προφορικής ιστορίας, πράγμα που τη διαχωρίζει από την Ιστορία. Η προφορική ιστορία, άυλη πολιτιστική κληρονομιά, που αποτελεί παράλληλα και μια τεχνική, αυτήν της συνέντευξης, δεν «εκμεταλλεύεται» απλώς τα δεδομένα της, όπως
π.χ. ένα αρχείο, αλλά στην ουσία, τα δημιουργεί (Κυριακίδου-Νέστορος, 1987). Η προφορική ιστορία δημιουργεί άυλους τόπους μνήμης, και είναι τόσοι, όσες οι ιστορίες που οι άνθρωποι έχουν να αφηγηθούν.

islakhane1.png

Ο Πολυχώρος Πολιτισμού Ισλαχανέ αποτελεί θεσμικά έναν τόπο μνήμης, χαρακτηρισμένο ως «μνημείο» σύμφωνα με τον Νόμο (Ν.3028/2002) και τελεί υπό καθεστώς προστασίας. Η πολιτεία μάλιστα επένδυσε στην αποκατάστασή του και προχωρώντας ένα βήμα παραπέρα, το κατέστησε προσιτό και προσβάσιμο στο κοινό, χαρακτηρίζοντάς το ως τόπο πολιτισμού. Έγνοια και πρόθεση μας για το συγκεκριμένο μνημείο είναι να αποτελέσει έναν τόπο μνήμης, και από τα «κάτω» προς τα «πάνω», αυτή τη φορά. Από τους ανθρώπους, τους φέροντες μνήμη, προς τον φορέα. Να αποκατασταθεί, μετά την υλική του υπόσταση και ο χρόνος της
δικής του μνήμης.

4. Τόπος αφηγήσεων

Η μόνιμη έκθεση του χώρου, ως μουσείο του εαυτού του, αφηγείται την ιστορία του με υλικά τεκμήρια, φωτογραφίες και σχέδια. Ωστόσο, σύμφωνα με τις επιταγές της Νέας Μουσειολογίας, επιλέχθηκε μία ανθρωποκεντρική προσέγγιση, με ανάδυση της
κοινωνικής ιστορίας και έμφαση στην έννοια της μνήμης (Νάκου, 2015). Μιας γυναίκα που γεννήθηκε και μεγάλωσε εκεί, αφηγείται την ιστορία του πατέρα της, Θ. Ζαχαριάδη. Αφήγηση για το κτήριο, ως σπίτι. Εννιά εργάτες της σιδηροβιομηχανίας αφηγούνται τις συνθήκες δουλειάς τους, ως τορναδόροι, μηχανουργοί, χύτες.

Το κτήριο ως εργοστάσιο. Οι αφηγήσεις τους παρουσιάζονται ως μουσειακά εκθέματα και καλούν τον επισκέπτη να σταθεί και να ακούσει. Πρόσωπα και φωνές που ανήκαν εδώ, επιστρέφουν στο χώρο. Πρόσωπα δίχως τίτλους ή αξιώματα, γυναίκες και εργάτες,
αυτοί που, μέχρι προσφάτως, δε θα αναφέρονταν σε κανένα βιβλίο Ιστορίας (Thompson, 2002).

Έτσι, αν τα υλικά τεκμήρια του χώρου, ο μηχανολογικός εξοπλισμός και τα παραγόμενα προϊόντα, καταγραμμένα και εκτιθέμενα στο χώρο, παρουσιάζουν τη λειτουργία μιας κερδοφόρας επιχείρησης, οι αφηγήσεις των εργαζομένων, διηγούνται μικρο-ιστορίες, που αφορούν στα ημερομίσθια, στα εργατικά ατυχήματα, στον συνδικαλισμό, στις απεργίες, ή ακόμη, σε προσωπικές ιστορίες και περιστατικά:

«κάθε φορά που βλέπω στον ύπνο μου ότι δουλεύω εδώ, κάτι κακό μου συμβαίνει» εξομολογείται ο κ. Νίκος «αν ήσουν καλός, το αφεντικό σου έδινε κάτι παραπάνω, αλλά… έδινε και στους ποιητές! Αυτούς που έλεγαν το ποίημα…» (που έλεγαν δηλαδή τα πάντα
χαρτί και καλαμάρι), μας ενημερώνει ο κ. Βαγγέλης «μια φορά, τσακώθηκα με κάποιον, του δίνω μια κουτουλιά, μάτωσε το κεφάλι του. Τι να πούμε; Ότι τσακωθήκαμε; Θα μας απέλυε και τους δυο! Εργατικό ατύχημα!» παραδέχεται ο κ. Γιώργος

Η ανθρωποκεντρική αφήγηση, ως προτεινόμενη ερμηνεία της ιστορίας του μνημείου, αποτυπώνεται και στη δραματοποιημένη ταινία τεκμηρίωσης που προβάλλεται σε ξεχωριστό περίκλειστο χώρο του κτηρίου. Δύο ηθοποιοί υποδύονται δύο ανθρώπους που συνδέθηκαν με το κτήριο σε διαφορετικές χρονικές περιόδους.

Ως ταξιδιώτες στο χρόνο, συναντιούνται μπροστά στο κτήριο, το οποίο ταυτίζουν ο καθένας σύμφωνα με ό, τι έχει βιώσει: για τον Ζιγιά είναι σχολείο τεχνών, για τη Σουλτάνα, εργοστάσιο. Ο επισκέπτης, μέσα από τις ιστορίες τους διαπιστώνει τις χρήσεις και αλλαγές στο κτήριο αλλά και στην ευρύτερη γειτονιά. Το σενάριο βασίστηκε σε πηγές και φωτογραφίες, σε αρχεία και διηγήσεις, σε τόπους μνήμης άυλους και υλικούς.

islakhane1.png

5. Τόπος ανθρώπων

Η ιδιαιτερότητα του χώρου, το γεγονός ότι αφηγείται τη δική του ιστορία, επηρεάζει και τον τρόπο με τον οποίο το κοινό προσλαμβάνει και ερμηνεύει τον μουσειακό χώρο. Οι επισκέπτες μας, ενθαρρύνονται από τις ιστορίες του κτηρίου και αφηγούνται τις δικές τους. Όπως τότε, που μία γυναίκα, σιωπηλή στη διάρκεια ξενάγησης, είδε να προβάλλεται μια φωτογραφία, αναγνωρίζοντας τον παιδικό φίλο του πατέρα της. Μια καινούρια αφήγηση/ιστορία/
σχέση επισκέπτη και τόπου είχε γεννηθεί. Ή μιαν επόμενη φορά, όταν, συγκινημένη, μια κυρία μας εκμυστηρεύτηκε την ιστορία του μπαρμπα-Δημητρού, αφού, κατά τη διάρκεια της επίσκεψής της, κατάλαβε ότι η αφήγησή του για το «τούρκικο σχολειό που έμαθε τυπογραφία», επαληθευόταν. Οι άνθρωποι αυτοί, με τις αφηγήσεις τους, συμπληρώνουν τις έως τώρα γνώσεις μας, δημιουργώντας σχέσεις οικειότητας και αλληλοτροφοδότησης με τον χώρο.

Η καταγραφή, λοιπόν, κι άλλων προφορικών αφηγήσεων κατέστη δρόμος ευκολοδιάβατος. Τον Μάϊο του 2019, με αφορμή τη Διεθνή Ημέρα Μουσείων, απευθύναμε ανοιχτό κάλεσμα στο
κοινό «να γίνουν αφηγητές τοπικής ιστορίας για μια μέρα»! Γύρω από ένα μεγάλο τραπέζι μαζευτήκαν κάτοικοι της γειτονιάς, πρώην εργαζόμενοι του μηχανουργείου, παλιοί μαθητές του Γ΄ Γυμνασίου και είπαμε/μάθαμε πολλά: την ιστορία ενός γνωστού καφέ, τρίτης γενιάς προσφύγων, σε πρώην οικόπεδο του Ισλαχανέ, παρωνύμια για δρόμους και σπίτια, εμπνευσμένα από τις ιδιαιτερότητες των παλιών τους κατοίκων, ιστορίες για τον αυστηρό γυμνασιάρχη του παρακείμενου σχολείου, κ.α. Για πρώτη φορά, μας επισκέφτηκαν και δύο κάτοικοι του Ισλαχανέ, του κτηρίου των κοιτώνων του ορφανοτροφείου, το οποίο, αμέσως μετά την αναχώρηση των παιδιών, στέγασε προσφυγικές οικογένειες. Η Γεωργία Σαρηγιαννίδου και ο Τάσος Κεφαλίδης ήταν ανάμεσα στα παιδιά που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στο κτήριο αυτό, «στον Ισλαχανέ», όπως το αποκαλούσαν, μη γνωρίζοντας ούτε τη σημασία της λέξης, ούτε την ιστορία του. Γι’ αυτούς, «ο Ισλαχανές» ήταν το σπίτι τους, ταυτισμένο με τα παιδικά τους χρόνια, τη συμβίωση, στο ίδιο κτήριο, με άλλες προσφυγικές οικογένειες, τις δυσκολίες της φτωχικής ζωής, γεμάτης, όμως, αλληλεγγύης και
σύμπνοιας. Η επίσκεψή τους στο χώρο, ήταν γι’ αυτούς ένα ταξίδι στο παρελθόν, ενώ για μας μια πηγή γνώσεων και συγκίνησης, ένας νέος τόπος μνήμης. Αποσπάσματα της καταγραφής του υλικού αυτού, είναι διαθέσιμα ψηφιακά, σε μορφή σύντομων ταινιών (στην ιστοσελίδα: www.ppxi.gr και στο κανάλι μας στο youtube: Πολυχώρος Πολιτισμού Ισλαχανέ).

Τη δύσκολη περίοδο της πανδημίας, αποπειραθήκαμε ένα ψηφιακό ανοιχτό κάλεσμα, με προϋπόθεση συμμετοχής την αποστολή μιας φωτογραφίας, πάνω στο θέμα [επ]αφή & πανδημία.

Η ανταπόκριση στο κάλεσμα και η ποιότητα των συμμετοχών, μας ενέπνευσε τη δημιουργία μίας ταινίας, με φωτογραφίες αλλά και ποίηση των συμμετεχόντων, σε πρωτότυπη μουσική. Η ταινία είναι διαθέσιμη στο διαδίκτυο και παρουσιάστηκε στο χώρο του μουσείου. Κάθε τύπου ανοιχτό κάλεσμα, συντελεί στην ενεργό δράση του κοινού και ενισχύει τη δημιουργία κοινοτήτων στο πλαίσιο του φορέα. Το μοίρασμα βιωμάτων, προσωπικών ιστοριών ή έργων, καλλιεργεί δεσμούς, γεφυρώνει αποστάσεις, καταρρίπτει το απρόσιτο του φορέα, και καθιστά τον χώρο εμφορούμενο από τους ίδιους τους επισκέπτες.

6. Τόπος μαθητών

Το Ισλαχανέ, καθότι αποτελεί πολυχώρο πολιτισμού, πέρα από τη μόνιμη έκθεσή του και τη συνεχή καταγραφή πληροφοριών και πληροφορητών, διοργανώνει περιοδικές εκθέσεις, πολιτιστικές εκδηλώσεις μουσικής, θεάτρου, λογοτεχνίας, εικαστικά εργαστήρια.

Ιδιαίτερη σημασία, όμως, δίνεται στις οργανωμένες επισκέψεις σχολικών ομάδων, Α/θμιας και Β/θμιας εκπαίδευσης. Οι επισκέψεις μαθητών σ’ έναν μουσειακό χώρο, οφείλουν να συμπληρώνουν και να ενισχύουν την εκπαιδευτική αποστολή του σχολείου, λαμβάνοντας υπόψη την ηλικιακή ομάδα και το γνωστικό τους επίπεδο. Ο σχεδιασμός των εκπαιδευτικών μας προγραμμάτων, βασίζεται κάθε φορά στο θέμα της μόνιμης, είτε της περιοδικής
έκθεσης. Στόχος μας, μία επίσκεψη βιωματική, διαδραστική, έμμεσα γνωσιακή και ταυτόχρονα ψυχαγωγική. Οι μέθοδοι που προτιμώνται, στη δική μας περίπτωση, αντλούν τα εργαλεία τους από την θεατρο-παιδαγωγική. Τόσο το μουσείο, όσο και το θέατρο σχετίζονται άμεσα με αφηγήσεις και παρουσία κοινού. Η διαδικασία πρόσληψης της γνώσης, μέσα από τον ενεργό ρόλο των συμμετεχόντων αφορά πια και τη μουσειοπαιδαγωγική. Ο
συνδυασμός των τεχνικών του θεάτρου σε μουσεία, εκθέσεις και
αρχαιολογικούς χώρους, κερδίζει ολοένα έδαφος, στην Ελλάδα.

Το μουσειακό θέατρο είναι γεγονός (Βενιέρη, 2017). Το 2017, διοργανώσαμε μία έκθεση για τα 100 χρόνια από την πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης, «Το Ισλαχανέ… βλέπει την πόλη
να καίγεται», μία έκθεση φωτογραφίας και πυροσβεστικών μέσων των αρχών του 20ού αι., σε συνεργασία με το Πυροσβεστικό Σώμα της Ελλάδος και τη συνδρομή του γαλλικού Υπουργείου Πολιτισμού. Στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα της έκθεσης, οι μαθητές συναντούσαν την εμψυχώτρια, σε ρόλο Γάλλου αξιωματικού, μέλους των Συμμαχικών Δυνάμεων της Entente. Με «γαλλική» προφορά, περιέγραφε στους μαθητές την εμπειρία που είχε τις μέρες της φωτιάς και ξεναγούσε στις φωτογραφίες που είχε τραβήξει (οι φωτογραφίες ήταν πράγματι ενός Γάλλου φωτογράφου της Στρατιάς της Ανατολής). Η θεατρική συνθήκη εξέπλησσε ευχάριστα τα παιδιά, τα απελευθέρωνε, ώστε, στη συνέχεια, να δραματοποιήσουν οι ίδιοι, ανά ομάδες, μία ορισμένη συνθήκη, εμπνευσμένη από μία φωτογραφία: μέσα σε λίγη ώρα ζωντάνευαν μπροστά μας, πυροσβέστες της εποχής, απελπισμένοι άνθρωποι κουβαλώντας τα υπάρχοντάς τους, εικόνες κτηρίων που κατέρρεαν απ’ τη
φωτιά, πρόχειρα καταλύματα αστέγων, κ.α. 

Η έκθεση γινόταν βίωμα-παιχνίδι και ο χώρος, για τον οποίο συχνά οι εκπαιδευτικοί
συνιστούν προσήλωση και ησυχία, σχεδόν εκκλησιαστική, μετατράπηκε σε χώρο με σκηνή, θεατές και χειροκροτήματα.

Η περιοδική έκθεση-αφιέρωμα στο έργο του γλύπτη Κυριάκου Καμπαδάκη, «Cabadakis: honoris causa», το 2018, είχε οργανωθεί σε δύο χώρους, στον υπαίθριο χώρο με τα γλυπτά και στο εσωτερικό του κτηρίου με την ανασύσταση του εργαστηρίου του
καλλιτέχνη. Το εκπαιδευτικό πρόγραμμα ξεκινούσε στον «κήπο με τ’ αγάλματα», όπου στην αρχή συζητώντας, έπειτα αγγίζοντας και τέλος φωτογραφίζοντας, καταρρίπταμε τα μουσειακά στερεότυπα των απαγορεύσεων, προκειμένου να συμβάλλουμε στην
εξοικείωση με την ιδιαιτερότητα των τρισδιάστατων αυτών έργων τέχνης. Ο ενθουσιασμός, στη selfie με το γλυπτό, περίσσευε.

Ακολουθούσε, η «επίσκεψή» τους στο εργαστήρι του καλλιτέχνη, όπου μέσω της εμψυχώτριας σε ρόλο καλλιτέχνη, είχαν τη δυνατότητα να ρωτήσουν για τις συνθήκες, τις δυσκολίες, τον τρόπο δουλειάς για την κατασκευή ενός γλυπτού έργου. Το πρόγραμμα ολοκληρωνόταν με μια ομαδική δράση, κυκλικού δράματος, έντονης συναισθηματικής φόρτισης. Με τη υποβολή μουσικής και χαμηλού φωτισμού, ο καθένας «δημιουργούσε» ένα φανταστικό έργο, δίνοντάς του ένα όνομα, μια λέξη: η «ελπίδα», τα «φτερά», ο
«απελευθερωμένος», το «πάθος», η «υπομονή», είναι κάποιοι από τους τίτλους που προέκυψαν. Οι μαθητές έφευγαν έχοντας, δει, αγγίξει, νιώσει!

«Ευχαριστώ για την ελπίδα», σημείωσε κάποιος μαθητής στο τετράδιο εντυπώσεων μετά τη συμμετοχή του.

Η έκθεση «Αντώνης Σουρούνης: Μονοπάτια & Θάλασσες», το 2019, για τον συγγραφέα που γεννήθηκε και μεγάλωσε στη γειτονιά της Άνω Πόλης, περιλάμβανε την παρουσίαση προσωπικών αντικειμένων, αρχείων, φωτογραφιών και των βιβλίων που είχε στη συλλογή του ο συγγραφέας. Οι θεατρικές μέθοδοι, αυτή τη φορά, εντάχθηκαν στην έκθεση, με περισσότερους από έναν τρόπο: εκπαιδευτικό πρόγραμμα, λογοτεχνικός περίπατος και θεατρική παράσταση. Οι μαθητές που μας επισκέφθηκαν είχαν τη δυνατότητα να δραματοποιήσουν το βιβλίο του συγγραφέα «Το μπαστούνι», για ένα δέντρο, που έγινε τραπέζι, αλλά δεν βρήκε την προσωπική του πλήρωση, παρά μονάχα όταν κατέληξε μπαστούνι. Μέσα στο χώρο της έκθεσης οι μαθητές ζωντάνευαν τα ξύλινα έπιπλα ενός σπιτιού, μιλούσαν ως βιβλιοθήκες, πολυθρόνες και κρεβάτια! Πώς ήταν η δική τους ζωή;

Μήπως ήθελαν κι αυτοί (έπιπλα ή παιδιά) κάτι ν’ αλλάξουν; Στο κλείσιμο του προγράμματος, ο καθένας έμπαινε στη θέση του δέντρου κι αποφάσιζε τι ήθελε να γίνει: μια βάρκα για να ταξιδεύει, ένα μολύβι για να γράφει ιστορίες, ένα μουσικό όργανο γιατί αγαπά τη μουσική…

Το πρόγραμμα διοργανώθηκε μία φορά και για ενήλικες, με μεγάλη επιτυχία. Οι λογοτεχνικοί περίπατοι, οργανώθηκαν με στόχο τη γνωριμία με τη γειτονιά και το έργο του συγγραφέα, αλλά και την ευρύτερη γειτονιά του Ισλαχανέ. Περπατήσαμε και γνωρίσαμε, διαβάζοντας, εν είδη αναλογίου, αποσπάσματα για συγκεκριμένες γωνιές, σπίτια και δρόμους της Άνω Πόλης. 

Στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του συγγραφέα «Μονοπάτι στη θάλασσα», η περιοχή αυτή έχει εξάλλου την τιμητική της. Αυτός ήταν και ο λόγος που επιλέξαμε να δραματοποιηθεί μέσα στον χώρο της έκθεσης, σε συνεργασία με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος,. Ένα καινούριο θεατρικό έργο γεννήθηκε από μία έκθεση. Η προσέλευση του κόσμου
απέδειξε ότι η απόπειρα στέφθηκε με επιτυχία.

Συμπεράσματα

Οι βιομηχανικοί χώροι είναι μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς, αξία διατήρησης για την αρχιτεκτονική και τον εξοπλισμό τους, αλλά είναι και τόποι που βρίθουν άυλων πολιτιστικών αγαθών.

Είναι τόποι μνήμης, τόποι ανθρώπινων ψυχών, τόποι θορύβου και κούρασης, τόποι εργοδοτών κι εργαζομένων, τόποι ιστοριών που δε θα γράφονταν πιθανόν σε κανένα κεφάλαιο Ιστορίας. Οι ψίθυροι των ιστοριών τους, στην ησυχία των μηχανημάτων που δε λειτουργούν πια, ακούγονται ακόμη, αν αφουγκραστεί κανείς προσεκτικά. Καμιά φορά, είναι χαραγμένες λέξεις πάνω στο ατσάλι ενός τόρνου, ή το όνομα ενός εργαζομένου σ’ ένα βιβλίο μητρώου στο άδειο εργοστάσιο. Άλλοτε, μιαν αφήγηση, μια ιστορία ζωής
που αδημονεί να επιστρέψει στο χώρο.