close search results icon

Όταν τα Ψάρια Βγήκαν στη Στεριά – μια παρεξηγημένη ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη

Μια ιδιαίτερη ταινία – παρεξηγημένη αλλά αρκετά τολμηρή – από τη φιλμογραφία του Μιχάλη Κακογιάννη.

Όταν τα Ψάρια Βγήκαν στη Στεριά – μια παρεξηγημένη ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη
  • ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ
  • fb
  • twi

Λέξεις: Γιάννης Γκροσδάνης

Μια ιδιαίτερη ταινία – παρεξηγημένη αλλά αρκετά τολμηρή – από τη φιλμογραφία του Μιχάλη Κακογιάννη προβάλλει απόψε η Ταινιοθήκη του Φεστιβάλ στην αίθουσα Στ. Τορνές. Το Όταν τα Ψάρια Βγήκαν στη Στεριά έκανε την πρεμιέρα του το 1967 αλλά προβλήθηκε στην Ελλάδα λόγω της χουντικής λογοκρισίας– όπως πολλές άλλες ταινίες – μετά την μεταπολίτευση. Κάποια στιγμή μέσα στη δεκαετία του ΄80 υπήρξε και μια και μοναδική τηλεοπτική προβολή από την ΕΡΤ ενώ το 1997 στο πλαίσιο μιας ειδικής ρετροσπεκτίβας που έκανε το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης προς τιμήν του Κακογιάννη την πρόβαλε μαζί με το σύνολο της φιλμογραφίας του. Όλα όμως ξεκίνησαν πολύ νωρίτερα.

Τον Ιανουάριο του 1966 μια είδηση που γίνεται πρωτοσέλιδο στις αμερικάνικες εφημερίδες κεντρίζει την προσοχή του Μιχάλη Κακογιάννη: Ένα βομβαρδιστικό Β-52 που κουβαλάει τέσσερις βόμβες υδρογόνου συντρίβεται, μετά από δυστύχημα την ώρα του εναέριου ανεφοδιασμού του, κοντά στο Παλομάρες, ένα ψαροχώρι στην Αλμερία της Ισπανίας. Οι τρεις από τις τέσσερις βόμβες εντοπίστηκαν την επομένη του δυστυχήματος σε ένα χωράφι με τομάτες και απομακρύνθηκαν αμέσως. Πυρηνικές εκρήξεις δεν υπήρξαν, ωστόσο σε δύο περιπτώσεις υπήρξαν φθορές στο εξωτερικό κέλυφος και πυροδοτήθηκε το πρωτεύον πυρηνικό φορτίο που ενεργοποιεί την κύρια πυρηνική κεφαλή με αποτέλεσμα να μολυνθεί το έδαφος της περιοχής. Οι Αμερικανοί – σε συνεργασία με το καθεστώς Φράνκο που διαμαρτυρήθηκε με έντονο τρόπο για το συμβάν απαγορεύοντας στο εξής τις πτήσεις νατοϊκών αεροπλάνων με πυρηνικά πάνω από την Ισπανία – φόρτωσαν 2.000 τόνους ραδιενεργού χώματος σε 8.000 βαρέλια και τα απομάκρυναν από τη χώρα. Στο μεταξύ η τέταρτη βόμβα παρέμενε άφαντη. Πάνω από 2.000 Αμερικανοί στρατιωτικοί και ειδικοί επιστήμονες αναζητούσαν τη χαμένη βόμβα επί 80 ολόκληρες ημέρες. Την εντόπισαν τελικά μέσα στα νερά της Μεσογείου, σε βάθος 870 μέτρων, και την ανέσυραν ισχυριζόμενοι ότι δεν σημειώθηκε διαρροή ραδιενέργειας. 

Καλοκαίρι του 1966. Έχουν ήδη προηγηθεί δύο σπουδαίες ταινίες με θριαμβευτική υποδοχή σε όλο τον κόσμο. Ο Μιχάλης Κακογιάννης έχει ξεπεράσει προ πολλού τα κινηματογραφικά όρια της μικρής Ελλάδας. Στην πραγματικότητα η εξαιρετική κινηματογραφική διασκευή της Ηλέκτρας (1962) – με την Ειρήνη Παπά σε μια εκπληκτική ερμηνεία – και το συρτάκι στο ρυθμό του Αλέξη Ζορμπά (1965) έχουν ανοίξει τις πόρτες του Χόλυγουντ διάπλατα για τον Κακογιάννη. Όντας ένας δημιουργός που αισθάνεται τις αγωνίες και τις νευρώσεις της εποχής του αναζητά στην επικαιρότητα το θέμα της επόμενης ταινίας του. Και το βρίσκει στο περιστατικό του Παλομάρες. Είναι χαρακτηριστική η φωναχτή σκέψη που κάνει καθώς προετοιμάζει την ταινία : αυτή τη φορά η ανθρωπότητα γλύτωσε από ένα καταστροφικό δυστύχημα. Τι θα γίνει όμως την επόμενη φορά; Παίρνει την απόφαση αστραπιαία. Γράφει το σενάριο σχεδόν αμέσως και αναλαμβάνει την παραγωγή της ταινίας. Στόχος του να μεταφέρει το παρόν του Παλομάρες σε ένα απροσδιόριστο κοντινό αλλά ενοχλητικό μέλλον με βάση της ιστορίας του την Ελλάδα.

Στην αρχή σκέφτεται να γυρίσει την ταινία με Έλληνες ηθοποιούς – είχε ήδη κάνει μια πρώτη προεργασία σε σχέση με το καστινγκ επιλέγοντας κάποια πρόσωπα – όμως η 20th Century Fox, που έχει αναλάβει την χρηματοδότηση αλλά και τα δικαιώματα διανομής, τον προσανατολίζει τελικά σε ένα διεθνές καστ. Πρωταγωνίστρια του είναι η εκθαμβωτική Κάντις Μπέργκεν ενώ ανάμεσα σε όσους συμμετέχουν ξεχωρίζει ο Τομ Κουρτεναϊ (πρόσφατη η επιτυχία του στον Δρ Ζιβάγκο) και ο Κόλιν Μπλαϊκλι (από τους πρωταγωνιστές του Εθνικού Θεάτρου της Αγγλίας την δεκαετία του ‘60). Όσο για την τοποθεσία των γυρισμάτων αυτή τελικά θα είναι το γραφικό Γαλαξίδι, το οποίο ο σκηνογράφος Σπύρος Βασιλείου, που ξέρει την περιοχή απ’ έξω και ανακατωτά, το μεταμορφώνει καθώς βάφει τις εξωτερικές προσόψεις κάθε κτιρίου στην προκυμαία με φανταχτερά χρώματα και τις γέμισε με έντονες τουριστικές ταμπέλες. 

Για να προστατέψει την ταινία από διάφορες δυσάρεστες καταστάσεις αλλά και για να κρατήσει το στοιχείο της έκπληξης των θεατών ο Κακογιάννης απέκρυψε την ιστορία του σεναρίου του. Ελάχιστοι από τους συντελεστές ήξεραν το σενάριο ενώ οι ηθοποιοί έπαιρναν τις πληροφορίες με το σταγονόμετρο και ανάλογα με τις σκηνές που γύριζαν με σκοπό να μην διαρρεύσει τίποτα στον Τύπο. Έτσι οι δημοσιογράφοι μπερδεμένοι από τη μυστικοπάθεια του Κακογιάννη άρχισαν να γράφουν στα ρεπορτάζ τους αντιφατικές πληροφορίες σε σχέση με το περιεχόμενο της ταινίας το οποίο είχε να κάνει με αστροναύτες και το λαϊφσταιλ του τουρισμού. Δύο πιλότοι που ρίχνουν μια βόμβα στα χωράφια της σεναριακά επινοημένης Κάρου, μια αγέλη πρακτόρων που προσπαθούν να ανακτήσουν το πυρηνικό φορτίο, ένα νησάκι που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε αυτό που ήταν και στην φρενίτιδα της τουριστικής ανάπτυξης, μια γοητευτική και δυναμική αρχαιολόγος, μια αγέλη ανέμελων τουριστών και χίπηδων που φτάνουν σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις, ένας βοσκός που θεωρεί ότι βρήκε στο χωράφι του κάποιον θησαυρό (αλλά αποκαλύπτει άθελα του το τέλος του κόσμου) είναι τα στοιχεία της ταινίας.

Παρά τις φιλοδοξίες τους τα Ψάρια που Βγήκαν στη Στεριά είναι μια ταινία παρεξηγημένη ακόμα και με τα δεδομένα του σήμερα. Στην εποχή τους δεν έλαβαν την υποδοχή που θα τους άξιζε κυρίως γιατί μπέρδεψαν τους πάντες τόσο με το γκροτέσκο ύφος όσο και την υπερφίαλη κινηματογράφιση που στηρίζονται σε δύο σημαντικές επιλογές που κάνει εξ αρχής ο Κακογιάννης: επιλέγει να γυρίσει την ταινία σε έγχρωμο φιλμ (είναι η πρώτη έγχρωμη ταινία του) ενώ αποφασίζει να επιμεληθεί ο ίδιος τα απολύτως ποπ, σουρεαλιστικά και υπερμοντέρνα κουστούμια. 

Κάποιοι θεώρησαν ότι βλέπουν μια ταινία επιστημονικής φαντασίας ενώ ο ίδιος ο Κακογιάννης επέμενε ότι κάνει μια φουτουριστική σάτιρα για το ενοχλητικό παρόν. Με την απόσταση του χρόνου να αποκαθιστά τα γεγονότα η αλήθεια είναι πως τα Ψάρια είναι μια ευφάνταστη μαύρη κωμωδία (με στοιχεία φαντασίας) για τα ηθικά αδιέξοδα του μεταπολεμικού κόσμου. 

Είναι σαφές πως σταδιακά μέσα στη δεκαετία του ’60 η ένταση που αναπτύσσεται στο ψυχροπολεμικό περιβάλλον δίνει το έναυσμα σε αρκετούς δημιουργούς να εκφράσουν τους προβληματισμούς τους και να ασκήσουν κριτική τόσο στο συγκρουσιακό κλίμα ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις της εποχής όσο και στην φρενίτιδα των εξοπλισμών και της ανάπτυξης πυρηνικών. Δύο πολύ χαρακτηριστικές στιγμές αυτής της κριτικής είναι φυσικά το SOS Πεντάγωνο καλεί Μόσχα του Στάνλεϊ Κιούμπρικ αλλά και το Έρχονται Οι Ρώσοι του Νόρμαν Τζούσον. Και στις δύο ταινίες το κωμικό – σατιρικό στοιχείο είναι εμφανές.  

Ωστόσο η ουσιαστικότερη προσφορά που κάνει ο Κακογιάννης με τα Ψάρια που βγήκαν στη Στεριά δεν έχει να κάνει μόνο με την κριτική στην ψυχροπολεμική αντιπαράθεση ή στην έκφραση αντιαμερικανικών αισθημάτων ή ακόμα και στην υπερβολή που κρύβει η τουριστική ανάπτυξη της εποχής. Έχοντας μελετήσει διεξοδικά στο έργο του το θέμα της ελευθερίας και της διαθεσιμότητας του ανθρώπου, τη δύναμη του πεπρωμένου, τα όρια που έχει η ανθρώπινη δράση μέσα στον κόσμο ο Κακογιάννης εδώ εκφράζει με σατιρική διάθεση αλλά και απαισιοδοξία την προδιαγεγραμμένη εξέλιξη του ανθρώπου όταν ζει χωρίς σεβασμό για το φυσικό περιβάλλον. Θέλησε λοιπόν να κάνει ξεκάθαρη την προβληματική του μέσα από την οπτική υπερβολή και τα αντιθετικά εκφραστικά σχήματα που του έδιναν το σενάριο (που υποβάλλει τους θεατές σε διαρκές παιχνίδι αντιθέσεων ακόμα και με τα παγιωμένα κοινωνικά στερεότυπα της εποχής), η έγχρωμη εικόνα, τα χρωματιστά σκηνικά αλλά και τα ποπ κουστούμια. Και σε αυτό το σουρεαλιστικό και υπερφίαλο σχήμα είχε την υποστήριξη με εξαιρετικό τρόπο από τον φωτογράφο Γουόλτερ Λάσαλι, τον συνθέτη της ταινίας Μίκη Θεοδωράκη (που συνθέτει μια εκπληκτική μουσική παίζοντας τόσο με το ελληνικό ηχόχρωμα όσο και με το ψυχεδελικό ροκ των 60s) και τον σκηνογράφο Σπύρο Βασιλείου. Σχηματικά εδώ έχει επίσης την υποστήριξη των ηθοποιών της ταινίας οι οποίοι φλερτάρουν με την υπερβολή, το κωμικό, το ένστικτο. 

Η προβολή της ταινίας υπήρξε ένα τεράστιο σκάνδαλο παρεξηγήσεων. Αρκετοί κριτικοί ενοχλήθηκαν ή παρερμηνεύσαν όσα προσπαθούσε να πει ο Κακογιάννης στα Ψάρια. Η κριτική που του ασκήθηκε ωστόσο ήταν έντονη και απαξιωτική. Αλλά και η υποδοχή του κόσμου ήταν απογοητευτική. Υπήρξαν ευτυχώς και κάποιοι που κατάλαβαν ότι είχαν μπροστά τους μια αρκετά έξυπνη και τολμηρή ταινία που εξέφραζε με χιούμορ τις ανησυχίες του δημιουργού της για το μέλλον. 

Συμπτωματικά η πρεμιέρα της ταινίας συνέπεσε με το χουντικό πραξικόπημα της 21η Απριλίου 1967. Αυτό πρόσφερε στην ταινία μια επιπλέον αλληγορική πολιτική χροιά (για τα δεινά της Ελλάδας κατά την επταετία). Τα Ψάρια πρόσφεραν και μια διπλή αυτοεξορία για τον Κακογιάννη : από τη μια δεν μπορούσε να επιστρέψει στην Ελλάδα αλλά από την άλλη η εμπορική αποτυχία της ταινίας ήταν τέτοια που τον ανάγκασε να πάρει μια απόσταση από το σινεμά – σε αυτό το μεσοδιάστημα δίνει μια σειρά από σκηνοθεσίες για θεατρικά έργα και όπερες σε σκηνές της Ευρώπης και της Αμερικής – μέχρι το 1971 οπότε ξαναγύρισε με την δεύτερη διασκευή του πάνω στον Ευριπίδη με τις Τρωάδες.  

Δυστυχώς η οξύτητα και ο τρόπος που ασκεί την κριτική του και εκφράζει την ανησυχία του για τις υπερβολές και τις συνέπειες του σύγχρονου τρόπου ζωής των ανθρώπων (για τον χώρο της μόδας, τα κοινωνικά στερεότυπα των φύλων, την ρύπανση του περιβάλλοντος, την αρνητική ανάπτυξη του τουρισμού, για την κατάχρηση εξουσίας, τον μιλιταρισμό και την ένταση των πυρηνικών εξοπλισμών) παρεξηγήθηκε. Στόχος του ήταν να αφυπνίσει τους θεατές για όσα θα έρθουν. 

Σημειώνει ο ίδιος ο Κακογιάννης σε μια συνέντευξη του σχετικά με την προσέγγιση του στο θέμα της ταινίας: «Υπάρχουν ορισμένα θέματα που η σοβαρότητα τους αποδίδεται καλύτερα μέσα από την χιουμοριστική ή σατιρική προσέγγιση. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα όταν κανείς χειρίζεται τρέχοντα ζητήματα με αρκετή ευρύτητα. Διαφορετικά τείνουν να υποβαθμίζουν το στόχο τους με το να γίνονται βαριά ή απλά βαρετά. Δάσκαλος αυτής της προσέγγισης είναι φυσικά ο Αριστοφάνης που διερχόταν όλα τα πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα χρησιμοποιώντας το γέλιο με τρομακτικά αποτελέσματα […]».

Ίσως το πρόβλημα τελικά να ήταν αυτό. Ότι ο Κακογιάννης είχε την ικανότητα να μιλήσει για τα πιο σοβαρά θέματα όχι με σοβαροφάνεια αλλά με χιούμορ. Για να καταλήξει σε μια αληθινή τραγωδία. Και μάλλον αυτό να αρκεί για να ανακαλύψουμε εκ νέου αυτή την ταινία και να της δώσουμε την αναγνώριση που της αξίζει.

***

ΙNFO

Χώρος: Αίθουσα Σταύρος Τορνές (Αποθήκη 1, Λιμάνι Θεσσαλονίκης)

Τιμές εισιτηρίων: 4€ (γενική είσοδος), 3€ (κάτοχοι CineΚάρταF), δωρεάν (κάτοχοι CineΚάρταF Gold)

Περισσότερες πληροφορίες εδώ