close search results icon

Parallax View

Π. Νικηφορίδης: Η Θεσσαλονίκη διαθέτει ένα μοναδικό πλεονέκτημα

Θεσσαλονίκη του χτες, του σήμερα και του αύριο.

Π. Νικηφορίδης: Η Θεσσαλονίκη διαθέτει ένα μοναδικό πλεονέκτημα
  • ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ
  • fb
  • twi
Εικόνα: Γιάννης Τριανταφυλλόπουλος

Πριν από τέσσερα χρόνια σε μία εκδήλωση της Πολιτιστικής Εταιρίας ο Πρόδρομος Νικηφορίδης είπε τις παρακάτω σκέψεις σχετικά με την Θεσσαλονίκη του χτες, του σήμερα και του αύριο. Σήμερα ο αρχιτέκτονας θυμάται τα -επίκαιρα- λόγια του και τα μοιράζεται ξανά σε ανάρτησή του στο facebook. Παρακάτω το κείμενο όπως αναρτήθηκε.

Λέξεις: Πρόδρομος Νικηφορίδης

Η πόλη που κατοικώ βρέχεται από τον Θερμαϊκό εδώ και πολλούς αιώνες, έχει το προνόμιο να είναι γειτόνισσα του Ολύμπου, κατοικεί αυτό το έδαφος τουλάχιστον εκατό γενιές. Άνθρωποι γεννήθηκαν, έζησαν, δημιούργησαν, μεγαλούργησαν, περπάτησαν, έκαναν απογόνους και άφησαν την τελευταία τους πνοή σε αυτή την πόλη.

Η πόλη που κατοικώ αλλάζει ανάλογα με τις εποχές, τον πληθυσμός της, τις συνήθειες, τα ήθη και τα έθιμα, την οργάνωση της κοινωνίας. Κάποτε ήταν ελληνιστική, μετά έγινε ρωμαϊκή, βυζαντινή, οθωμανική για να επαναπροσδιορίσει την ύπαρξη της πολύ πρόσφατα.

Ο ίδιος ουρανός, η ίδια θάλασσα, το ίδιο χώμα, η ίδια ενδοχώρα πλαισιώνουν αυτή την πόλη και τους εκάστοτε κατοίκους της στη πάροδο χιλιάδων χρόνων.

Περπατώ στην Εγνατία οδό και σκέφτομαι ότι σε αυτό το έδαφος, εδώ και πολλούς αιώνες, περπάτησαν πολλές γενιές ανθρώπων. Μπαίνω στο Μπέη Χαμάμ και φαντάζομαι άλλες εποχές με άλλη καθημερινότητα. Στο cryptoporticus της αρχαίας αγοράς ταξιδεύω πολύ μακριά. Στο Επταπύργιο η φαντασία μου βλέπει πολλές και διαφορετικές εικόνες. Η έξοδος από το Παζάρ Χαμάμ είναι μία απερίγραπτη εμπειρία, ξαναβρίσκω έναν άλλο κόσμο. Η οδός Ελένης Ζωγράφου βρίσκεται σε μία άλλη πόλη που είναι όμως η Θεσσαλονίκη.

Η Θεσσαλονίκη διαθέτει ένα μοναδικό πλεονέκτημα: τα ίχνη της πολυποίκιλης ιστορικής της στρωματογραφίας βρίσκονται σε άμεση συνύπαρξη με τον σύγχρονο αστικό ιστό καταγράφοντας μια αδιάλειπτη ιστορική συνέχεια. Οι υπάρχουσες όμως χωρικές σχέσεις της σύγχρονης πόλης με τις αρχαιολογικές “ρωγμές” δεν είναι σχέσεις οικειότητας και αρμονικής συνύπαρξης.

Οι αρχαιολογικοί χώροι κείτονται ανόργανα στον αστικό ιστό της Θεσσαλονίκης, απομονωμένοι από το σύγχρονο περιβάλλον τους. Η ιστορική συνέχεια της πόλης διακόπτεται στη συνείδηση όσων την βιώνουν, είτε ως κάτοικοι είτε ως επισκέπτες.

Οι αρχαιολογικοί τόποι που βρίσκονται μέσα σε μια σύγχρονη και ζωντανή πόλη δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται μόνο υπό το καθεστώς της “προστασίας” αλλά και υπό τη στρατηγική της “ένταξης”.

Το “πρόβλημα” των ιστορικών πόλεων, με τα πολλαπλά επίπεδα ανάπτυξης, που συγκρούονται ή αλληλοαγνοούνται, καθώς διεκδικούν τον παρόντα ρεαλιστικό χώρο και χρόνο της ίδιας πόλης, είναι πολύ κρίσιμο.

Η σπουδαιότητα του αρχαιολογικού αποθέματος βρίσκεται ακριβώς στο γεγονός ότι καταγράφει την πολυμορφία και την αμφισημία μιας πόλης “ενιαίας”, φτιαγμένης από τα ξεχωριστά και ανολοκλήρωτα κομμάτια της. Επιθυμώ η πόλη μου να ενσωματώσει και να ξανακερδίσει αυτά τα ερείπια που “ευθύνονται” για την αποσπασματικότητα του αστικού ιστού.

Αύριο θέλω να ζω σε μία Θεσσαλονίκη που το παρελθόν διασταυρώνεται με το παρόν, που λειτουργεί η μνήμη, όχι εκείνη της ανάμνησης δηλαδή η “αμνήμων” μνήμη, αλλά εκείνη που μπορεί να εγγράφεται στη σύγχρονη ζωή της πόλης.

Η θάλασσα μέσα μου, η ζωή σε μία πόλη που ακουμπάει τη θάλασσα, μία πόλη που ανοίγεται στη θάλασσα, μία πόλη με φυσική προέκταση τη θάλασσα. Δεν ήταν πάντα έτσι αυτή η σχέση, κάποτε η πόλη ήταν επιφυλακτική με τη θάλασσα έως εχθρική και οχυρωμένη, άλλοτε την χρησιμοποιεί ως μέσο φυγής. Σχετικά πρόσφατα, μάλλον συνειδητοποιώ την αξία της θάλασσας κι αυτό οφείλεται στον σύγχρονο τρόπο ζωής. Κάποτε της γυρνούσα τη πλάτη, οι επαύλεις της λεωφόρου των Εξοχών μόλις που την υπολόγιζαν. Τώρα η ύπαρξη της θάλασσας και η θέα της πολλαπλασιάζει τις αξίες κτήσης. Της συμπεριφέρθηκα σαν να ήταν η εγκαταλειμμένη αυλή του γείτονα, μία περιοχή αγνώστου ιδιοκτησίας, με τα γνωστά αποτελέσματα.

Η θαλάσσια γειτνίαση της Θεσσαλονίκης είναι μοναδική, ο ανοιχτός ορίζοντας, ο Όλυμπος, το απέραντο της διαύγειας, το περιορισμένο της ομίχλης, τα πλοία που έρχονται, μένουν για λίγο και φεύγουν, κάποια είναι συχνοί επισκέπτες, τα χρώματα, το ηλιοβασίλεμα, η δύναμη των καιρικών φαινομένων, ο Βαρδάρης.

Το θαλάσσιο φόντο στον κόλπο της Θεσσαλονίκης αποτελεί το εκπληκτικό σκηνικό όπου το εφήμερο και το μεταβλητό είναι τα κυρίαρχα στοιχεία που δημιουργούν μια διαφορετική κάθε φορά ατμόσφαιρα.

Η ανάπλαση της Νέας Παραλίας ήλθε για να μας αποδείξει το ρόλο και τη σημασία αυτής της συνύπαρξης – το στερεό και το υγρό – δεν πρόκειται για τα επάλληλα στρώματα της ίδιας πόλης αλλά για τα δύο σημαντικά της συστατικά. Το θαλάσσιο έδαφος της Θεσσαλονίκης είναι ένας ανεκτίμητος θησαυρός, πρέπει να κάνω κάτι, πρέπει να του δώσω τη σημασία που του αρμόζει.

Η πόλη που κατοικώ απλώνεται πάνω στο δύσκολο και προκλητικό όριο μεταξύ στεριάς και θάλασσας, μεταξύ φυσικού και κατασκευασμένου τοπίου. Το στερεό έδαφος της πόλης μου οφείλει να συνυπάρξει και να συνδιαλλαγεί με το υδάτινο στοιχείο, δηλαδή τη φύση στη πιο ασταθή μορφή της, αυτό που θα την αναζωογονήσει.

Η πόλη που κατοικώ καθρεπτίζεται στο άλλο της μισό, παίρνει το χρώμα του, υπάρχει γιατί υπάρχει αυτό, δεν μπορεί να το ανταγωνιστεί παρά να συνυπάρξει και να κερδίσει λίγη από την ακούραστη αίγλη του.

Η πόλη που κατοικώ έχει να κερδίσει πολλά από το θαλάσσιο έδαφος της. Φανταστείτε ένα καθαρό Θερμαϊκό, φανταστείτε σε ποιά Θεσσαλονίκη θα ζούσα εάν από το Καλοχώρι έως το Αγγελοχώρι υπήρχε αυτή η συνέχεια, φανταστείτε ποιά θα ήταν η ποιότητα ζωής σε ένα τέτοιο περιβάλλον.

Ανυπομονώ να κατοικήσω το θαλάσσιο έδαφος της πόλης μου.

Αύριο θέλω να έλθω πιο κοντά στη θάλασσα, θέλω να την αγκαλιάσω, θέλω τη θάλασσα μέσα μου.

Η πόλη που κατοικώ είναι μία πόλη στεγανή, είναι μία πόλη με κλειστούς πόρους ζωής. Το δέρμα που κατοικώ έχει νεκρώσει. Δεν μπορεί να πάρει ανάσα, ασφυκτιά και αργοπεθαίνει κάτω από συμπαγείς κατασκευές. Προσπαθεί απεγνωσμένα να βρει μερικούς σπόρους χώμα για να φυτρώσει. Σχίζει την άσφαλτο, σηκώνει τις πλάκες των πεζοδρομίων, ψάχνει για αρμούς μεταξύ διάφορων υλικών, έχει μία προτίμηση στα διατηρητέα και μνημεία για να ξεμυτίσει.

Η πόλη που κατοικώ μισεί τη φύση. Ακόμη και το καλοκαίρι επιλέγω να ζήσω μέσα στην αποστειρωμένη δροσιά του κλιματιστικού, άφησα τις γλάστρες να ξεραθούν, δεν κατοικώ πια στα μπαλκόνια.

Η πόλη που κατοικώ μπάζωσε τα ρέματα που εδώ και πολλούς αιώνες έτρεχαν πάνω στο κορμί της, τα μετέτρεψε σε δρόμους ταχείας κυκλοφορίας, εκεί που έτρεχε η ζωή τώρα τρέχουν αυτοκίνητα. Έχει πλέον άσφαλτο. Το ρέμα έγινε αμαξωτός όπως θα έλεγαν στο νησί που γεννήθηκα. Η πόλη που κατοικώ εξόρισε τη φύση.

Η πόλη που κατοικώ μεγαλώνει τα παιδιά της σε φαλακρές αυλές σχολείων. Απαγορευμένο είδος τα δέντρα και τα φυτά στις αυλές. Ντουβάρια, γυμνά σόκορα ύψους 20 μέτρων που συνθλίβουν την ανθρώπινη κλίμακα. Έτσι μεγαλώνουν τα παιδιά, σε μια πόλη και σε σχολεία που έχουν μαλώσει με τη φύση. Μεγαλώνουν, σπουδάζουν, παντρεύονται, κάνουν παιδιά, σπουδάζουν και τα παιδιά τους και ξαφνικά στα όρια της τρίτης ηλικίας μαθαίνουν ότι η κολοκυθιά δεν είναι δέντρο όπως νομίζανε.

Η πόλη που κατοικώ δεν θέλει χώμα. Δεν θέλει τα φθινοπωρινά φύλλα, δεν θέλει το ξερό χορτάρι, δεν θέλει λάσπες, ούτε κουτσουλιές. Θέλει άσφαλτο, πλακόστρωτα – τσιμέντα να γίνουν – θέλει φυτά που παραμένουν ίδια όλο το χρόνο, δεν πέφτουν τα φύλλα τους, δεν έχουν εποχές και δεν λερώνουν.

Οι πλατείες με την πάροδο των χρόνων έγιναν κυκλοφοριακοί κόμβοι, τα πάρκα χώροι στάθμευσης, τα δέντρα κουτσουρεύονται για να φανούν οι όψεις των εμπορικών καταστημάτων, κάποια οικόπεδα του κέντρου οικοδομήθηκαν με κάλυψη 100%, οι ακάλυπτοι στη καλύτερη περίπτωση άβατοι, δηλαδή σκουπιδότοποι.

Μήπως η πόλη που κατοικώ πρέπει να αναλογιστεί που πάει;

Περνάμε μια μεγάλη κρίση, προβληματίζομαι και αναλογίζομαι τί φταίει. Έχω πολλές επιλογές, από την πιο ανώδυνη μέχρι την πιο επώδυνη. Φταίνε οι άλλοι ή φταίω εγώ και οι άλλοι; Ας ξεχάσω ποιος φταίει και ας αποφασίσω ότι αύριο θέλω να ζήσω σε μία άλλη πόλη, θέλω να ζήσω σε μία άλλη Θεσσαλονίκη. Μία πόλη που έχει συμφιλιωθεί με το παρελθόν της, που έχει αγκαλιάσει τη θάλασσά της, που έχει υιοθετήσει τη φύση.

Αυτή είναι η πόλη του δικού μου αύριο.

Η ανάρτηση στο facebook: