Κι ούτε κανείς με αναζήτησε…
Μιλάνε για 57 νεκρούς στο τραίνο… λάθος, 58, ήμουν κι εγώ εκεί αλλά κανείς δεν με αναζήτησε
τί δέ τις; τί δ’ ού τις; σκιάς όναρ άνθρωπος. Πίνδαρος
… ακούω τόση ώρα να παραπονιέσαι… γυμνός… αταυτο… πώς το είπες; αυτό τέλος πάντων, ούτε που ξέρω τι θα πει, άγνωστος και άκλαφτος… αλλά υπάρχουν και χειρότερα, φίλε, στο λέω εγώ, εγώ που χάθηκα, εγώ που έγινα
καπνός, που σκόρπισα στον αέρα… κανείς δεν έμαθε για μένα, το όνομά μου δεν είναι στον κατάλογο των νεκρών… ανέβηκα στο τραίνο χωρίς εισιτήριο, λαθραίος πάντα και παντού… στο βαγόνι δύο βρέθηκα για ένα μπουκάλι νερό, διψούσα… άλλοι έτρωγαν εκεί, άλλοι έπιναν καφέ, ακούγαν μουσική, γελούσαν, στέλναν μηνύματα… εγώ μόνο ένα μπουκάλι νερό… στην Αμαλιάδα δούλευα στις φράουλες για πενταροδεκάρες… το ‘σκασα στην Αθήνα σε μια καρότσα φορτηγού… μετά σαλτάρησα στο τραίνο από την πίσω μεριά… κρύφτηκα στις αποσκευές διπλωμένος στα δύο να μοιάζω με σάκο… όταν μούδιαζε το κορμί μου χωνόμουνα στις τουαλέτες για να αποφύγω τους ελεγκτές… ακόμα και με εισιτήριο στην τσέπη το σκούρο μου χρώμα, τα βρόμικα ρούχα με κάναν ύποπτο… δεν θέλω μπλεξίματα, δεν έχω χαρτιά… δεν έχω όνομα παρά μόνο αυτό που μ’ έδωσε η μάνα μου όταν γεννήθηκα… ζωντανός χωρίς να υπάρχω για κανένα… οι δικοί μου στην πατρίδα με ξέγραψαν, δεν μ’ έψαξαν ποτέ, τους ξέγραψα κι εγώ… στη βόρεια χώρα έμαθα ζητούν εργάτες για τα δέντρα… πληρώνουν καλύτερα, σε λογαριάζουν κάπως για άνθρωπο κει πέρα… δεν πρόλαβα, έγινα καπνός, φωτιά μέσα στη φωτιά… το σώμα μου διαλύθηκε στην πυρά χωρίς τις επικήδειες φροντίδες που έχουν οι νεκροί στην πατρίδα μου… κατ’ ευθείαν από τη ζωή στον αέρα, στο τίποτα… έτοιμος να ξαναγεννηθώ κάποτε, να βρω ένα σώμα καινούργιο, σε κάποιο δένδρο; σε πουλί; σε κάποιο άνθρωπο πάλι;… μιλάνε για 57 νεκρούς στο τραίνο… λάθος, 58, ήμουν κι εγώ εκεί αλλά κανείς δεν με αναζήτησε…
Διήγημα από την υπό έκδοση σειρά «Παρκούρ στα σύννεφα»
