Parallax View

Από τα σκάνδαλα στην κοινωνική πλειοψηφία: η χαμένη γλώσσα της πολιτικής

Ζώντας την πολιτική σε δύο κόσμους

Parallaxi
από-τα-σκάνδαλα-στην-κοινωνική-πλειοψ-1464347
Parallaxi

Λέξεις: ΔΑ 

Από το 2015 και μετά, η αμερικανική αριστερά, όταν άρχισε να ανασυγκροτείται ως συλλογικό υποκείμενο, μιλά μια διαφορετική πολιτική γλώσσα από την ελληνική. Μια γλώσσα πιο άμεση, πιο υλική, πιο “καθημερινή”: μισθοί, υγεία ως καθολικό δικαίωμα, ενοίκια, χρέη, κόστος ζωής. Αντίθετα, στην Ελλάδα, η αντιπολιτευτική ρητορική εξακολουθεί να περιστρέφεται σε μεγάλο βαθμό γύρω από το κοινοβουλευτικό παιχνίδι, τα άφθονα σκάνδαλα, τις θεσμικές παρεκκλίσεις. Σημαντικά όλα αυτά, αλλά όχι επαρκή για να συγκροτήσουν πλειοψηφικό ρεύμα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η μία πλευρά «νοιάζεται για τον κόσμο» και η άλλη όχι. Σημαίνει ότι η ιεράρχηση των ζητημάτων είναι διαφορετική. Δεν λείπουν τα σκάνδαλα στην αμερικανική σκηνή. Υπάρχουν και είναι διαρκή. Τελευταία, οι επαναλαμβανόμενες καταγγελίες για insider trading εντός του Λευκού Οίκου, κατηγορίες για συγκρούσεις συμφερόντων, ενώ κάθε μέρα ο Πρόεδρος Τραμπ φροντίζει να τροφοδοτεί με υλικό: από τις ανακρίβειες και ψέμματα μέχρι τη γελοιογραφική αυτοπαρουσίαση ως «σωτήρα» και Ιησού. (Η Washington Post στην πρώτη του θητεία είχε καταγράψει πάνω από 30.000 ψευδείς ή παραπλανητικές δηλώσεις)

Κι όμως, αυτά δεν αποτελούν τον βασικό άξονα πάνω στον οποίο συγκροτείται η πολιτική στρατηγική της αριστεράς ή των προοδευτικών Δημοκρατικών στις αμφιταλαντεύομενες περιφέρειες. Δεν είναι το πεδίο πάνω στο οποίο προσπαθούν να κερδίσουν εκλογές. Γιατί πολύ απλά με αυτόν τον τρόπο, όπως δείχνουν και έρευνες, δεν φτιάχνεις πλειοψηφία. Η πολιτική, όταν θέλει να γίνει νικηφόρα, επιστρέφει πειθαρχημένα στο ίδιο σημείο: στο πώς ζει ο κόσμος.

Στην Ελλάδα, συμβαίνει σχεδόν το αντίθετο. Η αναγκαία αντιπολίτευση στα σκάνδαλα: Predator, ΟΠΕΚΕΠΕ, η υπόθεση Λαζαρίδη δημιουργεί ένταση στο πολιτικό σύστημα, αλλά δεν μεταφράζεται σε κοινωνική μετατόπιση. Ο Μητσοτάκης μπορεί να φθείρεται σε επίπεδο εικόνας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι χάνει την εκλογική του βάση. Και αυτό γιατί η ψήφος δεν καθορίζεται πρωτίστως από την ηθική αξιολόγηση, αλλά από την υλική εμπειρία.

Αυτό φαίνεται καθαρά και στα δεδομένα από τις ελληνικές δημοσκοπήσεις. Ένα πολύ μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων της ΝΔ δηλώνει ότι τα βγάζει πέρα, άνετα ή έστω οριακά, ενώ στα υπόλοιπα κόμματα κυριαρχεί η αίσθηση οικονομικής ανασφάλειας. Δεν πρόκειται για μια απλοϊκή ταξική διαίρεση, αλλά για μια σαφή ένδειξη ότι η ψήφος παραμένει βαθιά συνδεδεμένη με την οικονομική εμπειρία. Η κυβέρνηση αντλεί στήριξη από όσους νιώθουν ότι, παρά τις δυσκολίες, «κρατιούνται». Η δυσαρέσκεια υπάρχει, αλλά δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε πλειοψηφικό ρεύμα.

Σε αυτό το πλαίσιο, η αντίσταση στα σκάνδαλα λειτουργεί συχνά ως υποκατάστατο πολιτικής. Παράγει αγανάκτηση, αλλά όχι προοπτική. Ενισχύει την αίσθηση ότι «κάτι δεν πάει καλά», αλλά δεν απαντά στο βασικό ερώτημα: τι θα πάει καλύτερα;

Ένα μέρος αυτού του προβλήματος σχετίζεται με την ηγεσία της σημερινής αριστεράς, που σε σημαντικό βαθμό προερχόμενη από πιο μορφωμένα, «βραχμανικά» στρώματα με μεταπτυχιακό ή/και διδακτορικό, τείνει να μιλά μια γλώσσα που γνωρίζει με όρους θεσμικούς και νομικούς: παραβίαση κανόνων, εκτροπή, λογοδοσία. Όλα αυτά είναι σωστά, αλλά δεν είναι η γλώσσα της καθημερινής εμπειρίας. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν βιώνουν την πολιτική ως «θεσμικό πρόβλημα», αλλά ως οικονομική πίεση.

Η εμπειρία της αμερικανικής αριστεράς δείχνει μια διαφορετική πειθαρχημένη απάντηση. Όχι περισσότερα θέματα, αλλά λιγότερα και πιο επαναλαμβανόμενα. Όχι περισσότερη καταγγελία, αλλά περισσότερη επιμονή. Ο Μπέρνι Σάντερς έχει πιέσει ως πρός αυτό σε σημείο ναυτίας. Όπως έλεγε αστειευόμενος ο Βίβεκ Τσίμπερ:

Ρώτα τον Σάντερς ο,τιδήποτε: Τι χρώμα είναι ο ουρανός σήμερα;» Θα πει: «Το 60% των Αμερικανών δεν τα βγάζει πέρα από μισθό σε μισθό.» Ρώτα τον Μπέρνι Σάντερς: «Ποια μέρα γεννήθηκες;» Θα πει: «Λοιπόν, αποδεικνύεται ότι η καθολική υγειονομική περίθαλψη είναι η μόνη λύση σε αυτό, εκείνο και το άλλο.» Δεν υπήρξε ποτέ κανείς τόσο μονότονα στοχευμένος όσο ο Μπέρνι Σάντερς.

Και στις πιο πρόσφατες περιπτώσεις του Ζόραν Μαμντάνι αλλά και του Τζέιμς Ταλάρικο στο Τέξας που έχει την απίθανη αποστολή να φάει την έδρα στη Γερουσία από τους Ρεπουμπλικάνους, η πολιτική διεύρυνση περνά μέσα από μια σταθερή εστίαση στην οικονομική καθημερινότητα. Και, όπως θα έλεγε η Arlie Russell Hochschild, αυτό αποκτά δύναμη μόνο όταν εντάσσεται σε μια “βαθιά ιστορία” που βγάζει νόημα πέρα από την καθημερινή πολιτική ειδησεογραφία, για το πώς οι άνθρωποι τοποθετούνται στον κόσμο.

Ίσως λοιπόν το ζητούμενο να μην είναι απλώς η αντίθεση στα σκάνδαλα, αλλά μια διαφορετική ιεράρχηση. Ίσως το ζητούμενο δεν είναι απλώς «περισσότερη καταγγελία», αλλά να μετακινηθεί το κέντρο της πολιτικής από το σκάνδαλο στην καθημερινή ζωή, και από την ηθική αγανάκτηση σε μια πειστική υπόσχεση υλικής βελτίωσης. Να υπάρξει, με άλλα λόγια, μια γλώσσα που να συνδέει την ακρίβεια, τους μισθούς, τη στέγαση, το άγχος για επιβίωση και την ανασφάλεια για το μέλλον με ένα συνολικό σχέδιο και ταυτόχρονα με μια “βαθιά ιστορία” που να βγάζει νόημα για τους πολλούς.

Γιατί στο τέλος της ημέρας, οι εκλογές κρίνονται και από το ποιος πείθει ότι μπορεί να κάνει τη ζωή πιο ασφαλή, πιο προβλέψιμη, πιο βιώσιμη για τους πολλούς. Ο κόσμος χρειάζεται μια αριστερά που να πείθει ότι μπορεί να κάνει τη ζωή καλύτερη, μια ζωή όπου ο μισθός φτάνει, και δεν τελειώνει το πρώτο εικοσαήμερο του μήνα.

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα