Από την εποχή του Παπαδάκη, στην εποχή του κυνισμού: Αντίο «Καλημέρα Ελλάδα»

Η σιωπή που αφήνει πίσω του δεν είναι κενό. Είναι μέτρο με το οποίο, είτε το θέλουμε είτε όχι, θα συνεχίσουμε να συγκρίνουμε όσα έρχονται

Μάνος Λαμπράκης
από-την-εποχή-του-παπαδάκη-στην-εποχή-τ-1420439
Μάνος Λαμπράκης

Ο θάνατος του Γιώργου Παπαδάκη κλείνει έναν ιστορικό κύκλο της ελληνικής δημοσιογραφίας, εκείνον όπου η ενημέρωση είχε πρόσωπο, διάρκεια, ρυθμό και κυρίως ευθύνη.

Ο Παπαδάκης ανήκει σε μια εποχή κατά την οποία η τηλεόραση δεν λειτουργούσε ακόμη ως θραυσματικός επιταχυντής εντυπώσεων, αλλά ως καθημερινή τελετουργία κοινωνικής συνομιλίας.

Το πρωινό δεν ήταν απλώς ζώνη τηλεθέασης αλλά σημαντικός χρόνος συγκρότησης του δημόσιου βλέμματος.

Η γενιά του Παπαδάκη διαμόρφωσε τη δημοσιογραφία ως πράξη αντοχής. Τριάντα και πλέον χρόνια στην ίδια ώρα, στο ίδιο πλαίσιο, με την ίδια επιμονή στη ζωντανή ροή, σημαίνουν κάτι περισσότερο από επαγγελματική επιτυχία.

Σημαίνουν πίστη στη συνέχεια. Το «Καλημέρα Ελλάδα» δεν ήταν μόνο εκπομπή. Ήταν ένα σταθερό τραπέζι όπου η κοινωνία καθόταν κάθε πρωί, με τις δημοκρατικές αντιφάσεις, τις εντάσεις, τις αμηχανίες της. Ο δημοσιογράφος εδώ δεν ήταν ο σύγχρονος curator περιεχομένου με μπλοκάκι αποδοχών, αλλά οικοδεσπότης («πατριάρχης» δε ο συγκεκριμένος) του δημόσιου λόγου.

Αυτή η μορφή δημοσιογραφίας προϋπέθετε χρόνο, αφοσίωση, φθορά.

Ο Παπαδάκης κουβαλούσε την εμπειρία του έντυπου Τύπου, του ραδιοφώνου, της χειρωνακτικής εργασίας (την οποία δεν ντρεπόταν ποτέ να αφηγηθεί) , της κοινωνικής επισφάλειας. Η φωνή του δεν ήταν αποστειρωμένη. Είχε στίγμα. Και ακριβώς γι’ αυτό μπορούσε να θεωρηθεί «αντιτηλεοπτικός» σε μια τηλεόραση που ακόμη ανεχόταν την αργή σκέψη, το λάθος, την ένταση χωρίς μοντάζ.

Η δημοσιογραφία του δεν ήταν performance των podcast. Ήταν σχέση.

Η μετάβαση όμως είναι αμείλικτη. Από την εποχή Παπαδάκη περνάμε στην εποχή του «κυνισμού» – μιας αδιάκοπης μετακίνησης εικόνων, ιδιοκτησιών, πλατφορμών, τίτλων. Τα νέα κανάλια δεν επενδύουν στη διάρκεια αλλά στη ροή, όχι στη μνήμη αλλά στην αντικατάσταση.

Οι νέες ιδιοκτησίες των μέσων δεν αναζητούν πρόσωπα-αναφοράς, αλλά πρόσωπα-διεπαφές. Ο δημοσιογράφος γίνεται διαχειριστής ταχύτητας, όχι φορέας ευθύνης.

Το free press, ψηφιακό ή έντυπο, δεν συνομιλεί με τον χρόνο. Απλά τον καταναλώνει. Συχνά με άχρηστα απολύτως υλικά.

Σε αυτό το τοπίο, η απουσία του Παπαδάκη θα γίνει πιο ηχηρή από την παρουσία του. Διότι ο θάνατός του δεν συγκρούεται μόνο με τη βιολογική φθορά, αλλά με μια δομική αδυναμία του παρόντος: την αδυναμία να αντέξει πρόσωπα που επιμένουν.

Σήμερα, η ενημέρωση δεν «κρατιέται» από κάποιον. Κυκλοφορεί. Δεν δεσμεύεται από ηθική συνέχεια αφού μόνο μετριέται σε clicks, shares, engagement. Πολλά δε από αυτά πληρωμένα. Η αυθεντία δεν κατακτάται με χρόνο, αλλά με ορατότητα.

Και όμως, ο Παπαδάκης υπήρξε δάσκαλος πολλών δημοσιογράφων ακριβώς επειδή δεν προσαρμόστηκε πλήρως. Η σχέση του με τους νέους δημοσιογράφους δεν ήταν mentoring με όρους αγοράς, αλλά μαθητεία μέσα στη φθορά του ζωντανού χρόνου.

Η παρουσία του στον ANT1 για δεκαετίες μαρτυρά μια άλλη λογική μέσων: εκείνη όπου το κανάλι δεν απορροφά απλώς πρόσωπα, αλλά τους επιτρέπει να αφήσουν ίχνος.

Ο θάνατός του, λοιπόν, δεν ζητά απλώς συγκίνηση. Ζητά στοχασμό τι σημαίνει ενημέρωση χωρίς πρόσωπα που γερνούν μπροστά μας. Τι σημαίνει δημοσιογραφία χωρίς βιογραφικό βάθος.

Από την εποχή του Παπαδάκη στην εποχή του κυνισμού, αυτό που χάνεται δεν είναι η ποιότητα με αφηρημένο τρόπο, αλλά η δυνατότητα σχέσης. Και ίσως αυτό να είναι το πιο δύσκολο έλλειμμα να αναπληρωθεί.

Ο Γιώργος Παπαδάκης έφυγε όπως έζησε επαγγελματικά: εντός της ροής, αιφνιδίως, χωρίς σκηνοθεσία.

Όμως η σιωπή που αφήνει πίσω του δεν είναι κενό. Είναι μέτρο. Ένα μέτρο με το οποίο, είτε το θέλουμε είτε όχι, θα συνεχίσουμε να συγκρίνουμε όσα έρχονται.

Αντίο «Καλημέρα Ελλάδα»…

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα