Χωρίς ψευδαισθήσεις
Από την ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο, ελεύθερο και δίκαιο, στον οποίο θα ζούσαμε κι εμείς, τώρα μοιάζει να βαδίζουμε ολοταχώς προς ένα βαθύ μεσαίωνα - Γράφει η Δ. Βώκου
Λέξεις: Δέσποινα Βώκου
Ελευθερία, ειρήνη, δικαιοσύνη, διεθνείς θεσμοί, ανθρώπινη ζωή ως υπέρτατη αξία, σεβασμός του άλλου, προστασία του αδύναμου, αξιοπιστία, φερεγγυότητα, μόρφωση ήταν οι μεγάλες λέξεις, θεμέλια της επιθυμητής κοινωνίας και κάθε ανθρώπου της ξεχωριστά, σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο, στον κόσμο που ήταν οικείος σε εμάς. Σήμερα σε ανυποληψία.
Είχαν προηγηθεί και τα ειλικρίνεια, εντιμότητα, ‘καλός άνθρωπος’, ‘καθαρό μέτωπο’, κλπ, δηλαδή ηθικές αξίες που υποχώρησαν μέχρι που εξαφανίστηκαν όταν έγινε αποδεκτή ως δικαίωμα η υπεράσπιση των ατομικών συμφερόντων με όποιο τρόπο. Έτσι, το ψέμα έγινε απολύτως αποδεκτό και προέκυψαν η προστασία των προσωπικών δεδομένων, πέραν των ευαίσθητων, και παρακλάδια τους που κάνουν πολύ εύκολες μικρές ή μεγάλες παραβάσεις και ανομίες, αφού απαγορεύεται να τις μαθαίνουμε οι άλλοι, εκτός των ελεγκτικών μηχανισμών -εάν υπάρχουν και όποτε λειτουργούν.
Όπως και να έχει, ο δικός μας δυτικός κόσμος άφηνε περιθώριο στο όνειρο: το αύριό μας μπορούσε να γίνει πολύ καλύτερο και τα παιδιά μας θα ζούσαν μια καλύτερη ζωή απ’ ότι εμείς. Ήμασταν ικανοποιημένοι από αυτόν ακόμη κι όταν διαφωνούσαμε πολιτικά, αφού ο άλλος κόσμος δεν έδινε δεκάρα τσακιστή για τις ατομικές ελευθερίες, η ελευθερία του επιχειρείν ήταν σχεδόν μέχρι τελείως ανύπαρκτη και το ατομικό όνειρο μιας καλύτερης ζωής είχε εξαφανιστεί. Εκείνος έσβησε, έμεινε μόνος του ο δικός μας.
Ήρθε και η Ευρωπαϊκή Ένωση, στην απαρχή της μόνο μια μεγάλη αγορά, που δημιούργησε ακόμη μεγαλύτερη ευφορία, καθώς συνδεόταν με ευημερία, δημοκρατία, κοινωνική και οικονομική συνοχή, θεσμικές λειτουργίες, ευκολία μετακίνησης, συνεργασίες και συναποφάσεις, εκπαιδευτικά και ερευνητικά δίκτυα με τεράστιες δυνατότητες και ικανοποιητικούς πόρους, περιβαλλοντική προστασία και πολλά άλλα θετικά.
Πριν τις μεγάλες αλλαγές στη διοίκηση της ΕΕ, που σήμερα επιτρέπουν σε πολιτικούς του ισχνού βεληνεκούς μιας φον ντερ Λάιεν ή μιας Κάλας να ορίζουν τις ζωές μας, προσωπικά πίστευα ότι οι τεχνοκράτες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, χωρίς τον χρονικό ορίζοντα της τετραετίας να τους πιέζει όπως τους αιρετούς, θα μπορούσαν σε κάποιο βαθμό να αντισταθμίσουν τους δεύτερους που λειτουργούν κοντόθωρα, απευθυνόμενοι πρωτίστως στο πολιτικό τους ακροατήριο και με κύριο μέλημα την επανεκλογή τους.
Έτσι ή αλλιώς, για μεγάλο διάστημα, οι περισσότεροι πολίτες της ΕΕ ήταν περήφανοι για αυτή τους την ιδιότητα. Ευρωπαίοι (και μη) εκτός της ήθελαν πάση θυσία να μπουν στην παρέα. Κάποιοι μπήκαν ατομικά (όπως εμείς). Μετά την κατάρρευση και διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, πρώην δημοκρατίες της και χώρες δορυφόροι μπήκαν μαζικά (2004) κουβαλώντας τις δικές τους εμπειρίες και φόβους και αλλάζοντας την φυσιογνωμία της. Αυτή η μεγάλη ομάδα χωρών με διαφορετική αφετηρία και καταβολές προσπαθούσε σιγά σιγά να ομογενοποιηθεί και τα κατάφερνε σε πολλούς τομείς, με περισσότερο η λιγότερο αποδεκτό από τους πολίτες τρόπο, εκτός από τα πεδίο της εξωτερικής πολιτικής και της άμυνας που είχαν αφεθεί για πολύ εκτός της κοινοτικής μέριμνας. Το πρώτο διότι οι χώρες διέφεραν ως προς το δίκτυο των ατομικών σχέσεων τους με άλλες του υπόλοιπου κόσμου, το δεύτερο διότι από το 1948, οπότε δημιουργήθηκε το ΝΑΤΟ, ζούσαν υπό τη στέγη του όπως και των ΗΠΑ.
Τα δύο αυτά, μεταξύ πολλών άλλων, αρχίζουν να αλλάζουν με τη συνθήκη του Μάαστριχτ (1993), οπότε μετατρέπεται η πρώην ΕΟΚ (Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα) σε ΕΕ, δηλαδή αποφασίζεται η υπέρβαση του αρχικού στόχου της ενιαίας αγοράς και η εκκίνηση της διαδικασίας πολιτικής ολοκλήρωσής της που σημαίνει και κοινή εξωτερική πολιτική, άμυνα και ασφάλεια. Όμως, μόνο μετά τη συνθήκη της Λισσαβώνας (2009), τα ζητήματα αυτά άρχισαν να προχωράνε, κυρίως τα της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολύ λιγότερο τα της κοινής άμυνα, που θα απαιτούσαν και μεγάλη ανακατεύθυνση πόρων, αφού θεωρείτο δεδομένη η ατλαντική ομπρέλα. Ο Τραμπ δεν είχε ακόμη εμφανιστεί.
Στην πρώτη μετασοβιετική δεκαετία υπήρξε ένα φλερτ μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ρωσίας. Όμως ποτέ δεν εξελίχθηκε σε κανονική σχέση. Η ΕΕ δεν έβλεπε τη Ρωσία ως διάδοχο της Σοβιετικής Ένωσης και άρα μεγάλη δύναμη στην οποία αναλογούσε ο δέων σεβασμός και οι εσωτερικοί υπερασπιστές της δυτικοποίησης της Ρωσίας, κάτω από τέτοιες συνθήκες, δεν ήταν δυνατό να γίνουν πειστικοί για την σημασία μιας τέτοιας προσπάθειας. Πολλοί λένε ότι ΗΠΑ, ΝΑΤΟ και καθολική εκκλησία έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην αποτυχία του εγχειρήματος προσέγγισης.
Η όποια σχέση κλονίστηκε μετά τον βομβαρδισμό της Γιουγκοσλαβίας (1999), την εισβολή στο Ιράκ (2003), την υποκατάσταση του ΟΗΕ από ΝΑΤΟ και ΕΕ στις παραπάνω ενέργειες, τη μαζική είσοδο χωρών στη σφαίρα επιρροής της πρώην ΕΣΣΔ στην ΕΕ (2004), της επέκτασης του ΝΑΤΟ προς τα ανατολικά που η Ρωσία έβλεπε ως καθαρή πρόκληση, όπως και τη μετάβαση σε ένα παγκόσμιο σύστημα με ένα κέντρο εξουσίας, ισχύος και λήψης αποφάσεων, τις ΗΠΑ. Αυτά τουλάχιστον ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων ο Πούτιν στη διάσκεψη του Μονάχου για την ασφάλεια (2007). Την Κίνα φαίνεται πως δεν την έπαιρνε ούτε αυτός ούτε οι άλλοι μέχρι τότε στα σοβαρά.
Έκτοτε, η στάση της Ρωσίας αλλάζει ριζικά και συνοδεύεται από δυναμικές διεκδικήσεις. Τα στρατεύματά της συγκρούστηκαν με τον στρατό της Γεωργίας και έφθασαν βαθιά στα εδάφη της (2008), παραμένοντας διά παντός στην περιοχή της νότιας Οσετίας παρά την υπογραφή ειρηνευτικού σχεδίου που προέβλεπε απομάκρυνσή τους. Ο επόμενος στόχος ήταν η Ουκρανία που έδειχνε αποφασισμένη να ενταχθεί σε ΕΕ και ΝΑΤΟ. Μετά τις αλλαγές εξουσίας που έφεραν διακοπή αυτής της πορείας, τις εναντίον διαδηλώσεις που ακολούθησαν, τα αιματηρά γεγονότα στην πλατεία Μαϊντάν του Κιέβου και τη φυγή του Ουκρανού προέδρου από τη χώρα του, η Ρωσία απαντά με εισβολή στην Κριμαία (2014) στο όνομα της προστασίας των εκεί Ρώσων.
Τάχιστα, διενεργείται υπό ρωσική κατοχή δημοψήφισμα, με ένα απολύτως εξωπραγματικό αποτέλεσμα, σύμφωνα με το οποίο 97% των πολιτών της Κριμαίας επιθυμούν την ένωση της με τη Ρωσία. Την προσάρτηση της Κριμαίας διαδέχεται οκτώ χρόνια αργότερα ο αιματηρός, πολύχρονος πια πόλεμος με την Ουκρανία. Ο Ζελένσκι δήλωσε πολύ νωρίς έτοιμος για διαπραγματεύσεις αλλά τον σταμάτησαν αμέσως, με δυναμικό εκφραστή αυτής της επιλογής την πράσινη Μπέρμποκ, τότε υπουργό άμυνας της Γερμανίας (σήμερα πρόεδρος της ΓΣ του ΟΗΕ, παρότι με θερμή υποστήριξη στον Νετανιάχου, λογοκλόπος και με ψευδές βιογραφικό). ΗΠΑ και ΕΕ στηρίζουν, χρηματοδοτούν και εξοπλίζουν την Ουκρανία, ενώ οι κυρώσεις που είχαν αρχίσει να επιβάλλονται νωρίτερα στη Ρωσία, λόγω των προηγούμενων εισβολών, τώρα πια έγιναν χιονοστιβάδα. Δεν πτόησαν τη Ρωσία, αλλά έπληξαν σοβαρά την οικονομία και παραγωγικότητα της ΕΕ και αλλοίωσαν τις προτεραιότητές της.
Τότε είδαμε για πρώτη φορά να αίρεται ένα από τα σημαντικότερα γνωρίσματα του δυτικού κόσμου: η ελευθερία στην πληροφόρηση. Η φον ντερ Λάιεν ανακοινώνει την απαγόρευση της μετάδοσης ειδήσεων στην ΕΕ από την άλλη πλευρά. Επιπλέον, εκτός από έμμεσα λόγω των κυρώσεων, τιμωρήθηκαν και άμεσα όλοι οι Ρώσοι πολίτες, μάλλον για την ανοχή τους απέναντι στον Πούτιν: η είσοδος τους στην ΕΕ έγινε από πολύ δύσκολη μέχρι αδύνατη και απαιτήθηκε η διακοπή της συνεργασίας των πολιτών της ΕΕ με ρωσικούς οργανισμούς παρέχοντες ευαίσθητες υπηρεσίες που όμως επεκτάθηκε σε πλήθος άλλους, πχ καλλιτεχνικούς, αλλά και σε άτομα. Οι θεωρούμενοι ως συνεργαζόμενοι με τον Πούτιν και το καθεστώς του υπέστησαν επιπλέον δέσμευση των καταθέσεων τους στις δυτικές τράπεζες, ενώ τα μέτρα επεκτάθηκαν και σε άλλους μη Ρώσους, υπόπτους για συνεργασία, με απαγορεύσεις ακόμη και οποιασδήποτε συναλλαγής των ευρωπαίων πολιτών μαζί τους.
Όλα αυτά ξεκίνησαν με επίσημη αιτιολογία από πλευράς Ρωσίας την προστασία των Ρώσων της Ουκρανίας, από πλευράς Ουκρανίας την εισβολή των Ρώσων στη χώρα τους και την αρπαγή και νέα διεκδίκηση εδαφών της, ενώ από πλευράς ΕΕ την υποστήριξη της Ουκρανίας, με βάση το διεθνές δίκαιο και τις αρχές της ελευθερίας και της δημοκρατίας, ως μέρος της ευρωπαϊκής ηπείρου, σε κρίσιμη θέση και με κρίσιμο ρόλο για την ασφάλεια ολόκληρης της ΕΕ. Ωραία πράγματα από όλες τις πλευρές. Μόνον οι αναλυτές μιλούσαν για άλλα.
Και εμφανίζεται η λαίλαπα Τραμπ. Που θεωρεί την ΕΕ και τους ηγέτες της απολύτως παρακατιανούς (όχι αδίκως για τους σημερινούς). Που δίνει στον Πούτιν την αναγνώριση του ίδιου και της χώρας του ως ισότιμου συνομιλητή, αυτό δηλαδή που πάντα διεκδικούσε. Που αφήνει να εξελίσσεται ανενόχλητη μια νέα γενοκτονία. Που αρπάζει από το κρεβάτι του την ώρα που κοιμόταν τον πρόεδρο μιας χώρας και τη γυναίκα του. Που απειλεί όλες τις χώρες της αμερικανικής ηπείρου που δεν θέλουν να του κάνουν τα χατίρια. Που θέλει να πάρει με όποιο τρόπο τη Γροιλανδία της Δανίας και να αλλάξει τον παγκόσμιο χάρτη. Που στέλνει σε εμάς μια Γκιλφόιλ για πρέσβειρα και κανένα πρέσβη στη Γερμανία. Που πετάει στα σκουπίδια τα ωραία προσχήματα. Ίσως να χορέψει κάποια στιγμή στη αίθουσα του Λευκού Οίκου που ετοιμάζει για τις χοροεσπερίδες το δικό μας ‘είμαι μάγκας και το κέφι μου θα κάνω’.
Με το κουκλουξκλανικής προέλευσης μάγκα του (MAGA=Make America Great Again=Να κάνουμε την Αμερική μεγάλη ξανά) δεν ορρωδεί προς ουδενός, ούτε στην εσωτερική ούτε στην εξωτερική σκηνή. Το διεθνές δίκαιο διαγράφεται και μαζί όλες οι ωραίες λέξεις και πρακτικές με τις οποίες είχαμε διαπαιδαγωγηθεί ή μας τα είχαν πρήξει με αυτές μέχρι τώρα. Το ελεύθερο εμπόριο, αυτή η κορωνίδα της ελευθερίας, πάει περίπατο -δασμοί παντού και τόσο μεγαλύτεροι όσο πιο ασθενικοί οι αντιδρώντες. Πάει η ελευθερία στην ενημέρωση -φίμωση ή απομόνωση των ΜΜΕ που θα ασκήσουν την παραμικρή κριτική.
Πάει κι η ελευθερία στην έκφραση -ανοιχτά δηλωμένη παρακολούθηση των πολιτών μέσα και από τη συμμετοχή τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τιμωρία τους αν δεν αρέσει. Παραδειγματική τιμωρία στις ελίτ που δεν συμφωνούν μαζί του -έληξε η στήριξη και χρηματοδότηση των φιλελεύθερων μεγάλων πανεπιστημίων με καταλυτικό ρόλο στην πρόοδο της χώρας και ευθύβολες οι απειλές σε εχθρούς και φίλους.
Όλοι οι μετανάστες σε μεγάλο κίνδυνο, στα αζήτητα η επιστήμη και οι προβλέψεις της, η αυταρχικότητα ως κυρίαρχη πρακτική διακυβέρνησης, η τιμωρία το συνακόλουθό της κι όλος ο κόσμος που ο Τραμπ αποφάσισε πως οφείλει να ανήκει στις ΗΠΑ να αναστατώνεται. Μαζί με αυτά, η ικανοποίηση των απαιτήσεων και η δικαίωση των επιθέσεων των ισχυρών απέναντι στους αδυνάτους, μόνο και μόνο γιατί είναι ισχυροί. Τι χαρά για τη χώρα μας και κυρίως όταν δεν αντιδρά σε αυτό ο πρωθυπουργός της.
Και πώς αντιδρά η ΕΕ της ακαριαίας αντίδρασης στον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας και της πολύ καθυστερημένης και υποτονικής στις θηριωδίες του Νετανιάχου, τώρα που η απειλή χτυπάει και τη δική της βόρεια πόρτα; Μου σου ξου ψου του. Το ίδιο και οι ηγεσίες των χωρών της με ελάχιστες εξαιρέσεις.
Έχουν μπει στην άκρη όλα αυτά που έκαναν ξεχωριστή την Ευρώπη. Δεν έχει και κανένα Μπους που να λέει πως η ελευθερία είναι το καλύτερο εξαγώγιμο προϊόν της Αμερικής για να πιαστεί επάνω του. Αντίθετα, ο σημερινός μεγάλος πρωταγωνιστής λέει επιτέλους πεντακάθαρα, μην αφήνοντας καμιά δυνατότητα παρερμηνείας, ότι τα πετρέλαια θέλει, τους πόρους θέλει, τους σημερινούς και τους αυριανούς, καμιά ελευθερία, καμιά δημοκρατία. Αλλά αν είναι να ζω σε μια χώρα που δεν μπορεί να παίρνει αποφάσεις για το μέλλον της, παραδομένη στο μεγάλο αφεντικό, έχω κανένα πρόβλημα να είμαι στη σφαίρα επιρροής της Αμερικής -έτσι όπως κατάντησε- της Κίνας ή της Ρωσίας, εγώ που σίγουρα δεν θα ανήκω σε αυτούς για τους οποίους οι πόλεμοι είναι ευκαιρία;
Προετοιμάζει ο Δένδιας εμάς, άλλοι τους άλλους για πολέμους, αυτοθυσίες και υπερηφάνεια στη θέα των καλυμμένων με τη σημαία φερέτρων.
Αλλά ποιος είναι τελικά ο εχθρός; Αλλού κοιτούσαμε και άλλος από αλλού μας τη βγαίνει. Κι ακόμη πιο σημαντικό: υπήρχε τουλάχιστον ένα όραμα παλιά που ενέπνεε και κινητοποιούσε.
Ήταν η ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο, ελεύθερο και δίκαιο, στον οποίο θα ζούσαμε κι εμείς.
Τώρα που μοιάζει να βαδίζουμε ολοταχώς προς ένα βαθύ μεσαίωνα, τι θα κάνουμε χωρίς τις ψευδαισθήσεις;
*Η Δέσποινα Βώκου είναι ομότιμη καθηγήτρια του ΑΠΘ
