Χωρίς βύσσινα, αλλά με καρπούς θεατρικούς
Ο Σάββας Πατσαλίδης γράφει για την παράσταση «Πώς να προσποιείστε ότι θα έρθουν καλύτερες μέρες: Στον Βυσσινόκηπο του Τσέχωφ» της Δήμητρα Χουμέτη
Σήμερα η ελευθερία μοιάζει δεδομένη, αλλά συχνά λειτουργεί μόνο στην επιφάνεια.
Κάτω από το περίβλημα της φαινομενικής ανοχής και της πολλαπλότητας, ενεργοποιούνται μηχανισμοί κανονικοποίησης που δεσμεύουν την ίδια την άσκησή της. Δεν πρόκειται τόσο για άμεσες απαγορεύσεις όσο για ένα πλέγμα «πειθαρχικών» πρακτικών που, όπως θα έλεγε ο Foucault, ρυθμίζουν εκ των προτέρων το πεδίο του δυνατού: τι μπορεί να ειπωθεί, πώς, από ποιον και με ποιες συνέπειες. Έτσι, η ελευθερία δεν καταργείται· διοχετεύεται, επιτηρείται και τελικά εσωτερικεύεται, και μετατρέπεται σε μια ελευθερία υπό όρους.
Μέσα σε αυτή την επιτηρούμενη πραγματικότητα, που ευνοεί το ασφαλές, το trendy, το άμεσα αναγνωρίσιμο και το γρήγορα καταναλώσιμο, το θέατρο, ως πράξη σε ανοιχτό διάλογο με την κοινωνία, ωθείται ολοένα και περισσότερο σε στενά, προβλέψιμα μονοπάτια.
Το θέατρο μπορεί να μη λογοκρίνεται ευθέως, ωστόσο «εκπαιδεύεται», συχνά υπόγεια, να αυτολογοκρίνεται. Γιατί πάνω από αυτό πλανάται το φάντασμα του, κατά Foucault, «πανοπτικού»: μια μόνιμη κατάσταση εποπτείας, με πολλά «μάτια εξουσίας» που εκ των πραγμάτων επηρεάζουν το καλλιτεχνικό σώμα. Προτάσεις, λύσεις, θέσεις που αποκλίνουν από την ατζέντα ομάδων πίεσης, λόμπι ποικίλων ιδεολογικών και κομματικών αποχρώσεων ή αυτο-οριζόμενων θεματοφυλάκων της ηθικής και της πολιτικής ορθότητας, καθίστανται εκ των προτέρων προβληματικοί, αν όχι «ύποπτοι».
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες το θέατρο στερείται σταδιακά τη δυνατότητα να κατοικεί, εφόσον το επιλέξει, σε μια «επικίνδυνη ζώνη», εκεί όπου θα μπορούσε να (μιλά, χωρίς να απολογείται, μια άλλη γλώσσα, να αρθρώνει έναν λόγο που δεν υπακούει σε έτοιμους ή κοινωνικά αποδεκτούς κώδικες. Έναν λόγο αβεβαιότητας και ρίσκου, απαλλαγμένο από τη μόνιμη αγωνία της αποδοχής, των αριθμών, των εισιτηρίων, των δημοσιογραφικών κέντρων, και της ευκολίας.
Αρκεί μια ματιά στη συνολική εικόνα του θεάτρου μας σήμερα. Από άποψη όγκου παραγωγής παραμένει εντυπωσιακά πλούσιο, από τα πλουσιότερα στην Ευρώπη. Από άποψη αισθητικών υπερβάσεων, ωστόσο, η εικόνα δεν είναι αυτή που θα περίμενε κανείς. Παρά το εμφανές ταλέντο πολλών δημιουργών, οι περισσότερες παραστάσεις, στην προσπάθειά τους να είναι «επίκαιρες» και αρεστές, αντλούν βιαστικά από την ίδια δεξαμενή θεμάτων και μορφών, συχνά κάτω από τη γενική ετικέτα της «διαφορετικότητας» ή του «πολιτικά ορθού λόγου». Το αποτέλεσμα είναι μια παράδοξη ομοιομορφία: κοινά αισθητικά υλικά, παρόμοιοι τρόποι λόγου, ίδιες στρατηγικές πρόσληψης, μια διαφορετικότητα τόσο προσεκτικά συσκευασμένη ώστε να μην ενοχλεί κανέναν.
Τα θέατρο μπορεί να είναι μέρος της κοινωνίας, όμως η δουλειά του δεν είναι να (ανα)παράγει την επικαιρότητα ούτε να μιμείται μια πραγματικότητα της οποίας όλοι γνωρίζουμε ήδη τα πρωτοσέλιδα. Υπάρχει για να δημιουργεί ρωγμές. Το ερώτημα βέβαια είναι αν —και πώς— μπορεί ακόμη να το κάνει αυτό μέσα στις συνθήκες που το περιβάλλουν.
Περί ομάδας
Μέσα σε αυτό το δύσκολο τοπίο, αποκτά ιδιαίτερη σημασία η σταθερή παρουσία ομάδων που επιλέγουν συνειδητά την απόσταση από την κανονικοποίηση. Ομάδων που δεν φοβούνται να ρισκάρουν, να εκτεθούν, ακόμη και να αποτύχουν, προκειμένου να υπερασπιστούν το δικαίωμα του θεάτρου στον πλουραλισμό των μορφών, των γλωσσών και των τρόπων. Ομάδων που δεν συγχέουν τη διαφορετικότητα με το ύφος ή το στιλ, αλλά τη βιώνουν ως άποψη περί δημιουργικής ελευθερίας.
Σε μια πραγματικότητα που, όπως είπαμε, ωθεί το θέατρο σε μοναχικές διαδρομές και βραχύβια «δρομολόγια», χωρίς συνέχεια και μνήμη, η επιλογή της συλλογικής λειτουργίας αποκτά αναπόφευκτα και πολιτικό βάρος. Αρκεί μια ματιά στον θεατρικό μας χάρτη: πόσες σταθερές ομάδες μπορούμε πράγματι να εντοπίσουμε; Πολύ λίγες. Στον χώρο κυριαρχούν κυρίως μεμονωμένες μονάδες, καλλιτέχνες free lancers που αναζητούν διαρκώς και εναγωνίως μια πρόσκαιρη στέγη, καλλιτέχνες που δεν έχουν την πολυτέλεια να κάνουν όσα ονειρεύονται, γιατί τρέχουν να προλάβουν τον χρόνο και το επόμενο μεροκάματο.
Η εποχή δεν ευνοεί την καθυστέρηση κι όμως, αυτό ακριβώς έχει ανάγκη μια ομάδα: χρόνο για να καλλιεργηθούν σχέσεις, εμπιστοσύνη, κοινή άποψη για τους στόχους και την αισθητική, ακόμη και άμυνες απέναντι στην αποτυχία ως οργανικό μέρος της διαδικασίας.
Οι σταθερές ομάδες σπανίζουν σήμερα, γιατί οι ίδιες οι συνθήκες παραγωγής και χρηματοδότησης δεν τις ενθαρρύνουν. Η οικονομική αβεβαιότητα, η έλλειψη συστηματικής κρατικής στήριξης, σε συνδυασμό με την κυριαρχία του ατομικισμού, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια επιβίωσης. Στον επιταχυνόμενο ρυθμό της σύγχρονης παραγωγής, όπου κάθε παράσταση μοιάζει με εκκίνηση από το μηδέν, η σταθερή ομάδα φαντάζει πολυτέλεια. Κι όμως, είναι ακριβώς αυτή η διάρκεια που επιτρέπει στο θέατρο να αναπτυχθεί ουσιαστικά: να πειραματιστεί, να κάνει λάθη, να τα διορθώσει, να ξανακάνει λάθη, μέχρι να αποκτήσει αναγνωρίσιμο ύφος που θα αφήσει κάποιο ίχνος στη μνήμη του κοινού.
Η ομάδα Γκραν Γκινιόλ
Η Γκραν Γκινιόλ είναι μια τέτοια ομάδα. Δεν ισχυρίζομαι ότι όλα όσα κάνει μου αρέσουν. Έχω δει και δουλειές της που δεν με έπεισαν. Όμως το γεγονός ότι υπάρχει, και επιμένει να υπάρχει, ως ένα σύνολο που δοκιμάζει διαρκώς τα όριά του και τις αντοχές του με γοητεύει. Από αυτή την ανάγκη προκύπτει και το παρόν κείμενο: για να υπογραμμίσω τη σημασία της ομαδικής δουλειάς και του πειραματισμού στο σημερινό θέατρο, ανεξάρτητα από το όποιο τελικό αποτέλεσμα.
Δεν μπορώ να γνωρίζω αν θα αντέξουν τα μέλη της ομάδας στον χρόνο ή αν θα καταφέρουν να συγκροτήσουν ένα απολύτως διακριτό ύφος.
Προς το παρόν, όμως, δείχνουν να επιμένουν στη διάρκεια και, κυρίως, στην ίδια σύνθεση— στοιχείο καθόλου αυτονόητο στις σημερινές συνθήκες.
Η ομάδα δεν αντιμετωπίζεται εδώ ως συγκυρία, αλλά ως μέθοδος και ως στάση ζωής. Αυτό γίνεται ορατό στο αποτέλεσμα της δουλειάς τους: στη συνοχή, στη σκηνική ακρίβεια, στην κοινή αίσθηση του χιούμορ και της παρωδίας, στον τρόπο προσέγγισης των κλασικών κειμένων. Οι ιδέες δεν ανήκουν σε έναν· κυκλοφορούν, δοκιμάζονται, μοιράζονται και μετασχηματίζονται συλλογικά. Δεν πρόκειται απλώς για συνεργασία, αλλά για μια σταθερή συνύπαρξη που παράγει θεατρική γλώσσα, τη δική της. Το αν αρέσει αυτή η γλώσσα ή όχι είναι θέμα προσωπικής εκτίμησης του κάθε θεατή.
Ομάδα και χώρος
Καθοριστικό στοιχείο της φυσιογνωμίας της ομάδας είναι η σχέση της με τον χώρο. Από τα πρώτα της βήματα, η Γκραν Γκινιόλ, σαν ένας σύγχρονος νομάς, αναζητούσε κάθε φορά προσωρινές στέγες, λύσεις προσαρμοσμένες στις εκάστοτε επιτελεστικές συνθήκες. Ο χώρος δεν αντιμετωπιζόταν ούτε ως δεδομένο ούτε ως εμπόδιο, αλλά ως συνομιλητής.
Σήμερα, στην Τούμπα, στον δικό της μικρό χώρο, εντελώς έξω από τη θεατρική πιάτσα της Θεσσαλονίκης, αυτή η σχέση δοκιμής και δοκιμασίας κορυφώνεται. Ο χωρικός περιορισμός, αντί να αποτρέπει, λειτουργεί ως καταλύτης φαντασίας. Όταν οι εύκολες λύσεις αποκλείονται εκ των πραγμάτων, προκύπτουν οι ευρηματικές, οι χειροποίητες, οι μη προβλέψιμες. Το είδαμε πέρυσι με τον Μπέκετ και φέτος με τον Τσέχωφ: η απεραντοσύνη της σκέψης των δύο κορυφαίων δημιουργών συμπυκνωμένη, όχι συρρικνωμένη, σε ένα τόσο δα δωμάτιο, με απεριόριστες δυνατότητες. Και στις δύο περιπτώσεις, και σε κάθε ανάλογη περίπτωση, τη διαφορά στη διαχείριση του κάθε χώρου την κάνει η ματιά. Η ματιά της φαντασίας.
Κοιτώντας τον Βυσσινόκηπο αλλιώς
Όλη η άποψη της ομάδας περί θεάτρου επενδύεται με χαρακτηριστικό τρόπο στη φετινή της παραγωγή, με τον απολαυστικά περιπαιχτικό τίτλο Πώς να προσποιείστε ότι θα έρθουν καλύτερες μέρες: Στον Βυσσινόκηπο του Τσέχωφ, σκηνοθετημένη έξυπνα από τη Δήμητρα Χουμέτη.
Πρόκειται για μια οξυδερκή και καλά στοχευμένη σύγχρονη κωμωδία, που υπογράφει ο Κωνσταντίνος Μαυρόπουλος, ο οποίος, ως απάντηση στον «πολυπαιγμένο» Τσέχωφ, κάνει έναν «πονηρό» συγγραφικό ελιγμό και σταθμεύει τα δρώμενά του στις παρυφές του τσεχωφικού μικρόκοσμου, εκεί όπου υπάρχει ένας «άλλος» Βυσσινόκηπος, χωρίς βύσσινα και χωρίς κήπο, αλλά με άφθονους καρπούς καλού θεάτρου. Σε αυτό το «μετα-κείμενο» το φάντασμα του Τσέχωφ πλανάται πάνω από κάθε σκηνή, όχι όμως ως αυθεντία, αλλά ως ζωντανό σημείο αναφοράς, πηγή έμπνευσης και δημιουργικής αποδόμησης.
Στον χώρο που διαμόρφωσε με τρόπο λειτουργικό κα με μπόλικη φαντασία η Μαρία Καβαλιώτη, οι πρωταγωνιστές —Στάθης Μαυρόπουλος, Διονύσης Καραθανάσης, Ιωάννα Λαμνή, Ιωάννα Σιδηροπούλου και Σάββας Τραπεζάνογλου—προετοιμάζονται να ανεβάσουν το κλασικό έργο του Ρώσου συγγραφέα. Εξαρχής διαλύουν κάθε δυνατότητα σκηνικής ψευδαίσθησης. Μας συστήνονται με τα μικρά τους ονόματα, επιδιώκοντας οικειότητα και την επιτελεστική συνθήκη του «εδώ και τώρα».
Είναι προφανές πως η σκηνοθεσία θέλει τους θεατές σε ρόλο «μαρτύρων» στη διαδικασία της πρόβας, μόνο που πρόβα δεν βλέπουμε, γιατί όλο και παρεισφρέουν άσχετα βιογραφικά θραύσματα, διακειμενικές αναφορές, σατιρικές σφήνες, μεταμφιέσεις και σχόλια για τις επιδοτήσεις, την παραγωγή, τα τηλεοπτικά σόου και την πολιτική επικαιρότητα, «παρεκτροπές» που αναστέλλουν διαρκώς την κανονική, τη γραμμική εξέλιξη της πρόβας. Κάπως έτσι το όλο θέαμα μετατρέπεται σε παρασκηνιακό work in progress, ένα ποτ πουρί εικόνων και διαλόγων που παιγνιωδώς κλείνει το μάτι σε διάφορα θεατρικά είδη: επιθεώρηση, commedia, slapstick, βουκολικό δράμα, θέατρο ντοκουμέντο. Δράσεις υπό διαμόρφωση, που ποτέ δεν καταλήγουν σε κάποιον κήπο, γιατί στην πορεία διαλύονται. Πουθενά τα βύσσινα.
Μόνο στο τέλος, με έναν σχεδόν διστακτικό ψίθυρο, ακούγεται λίγος Τσέχωφ.
Η δυναμική της κωμωδίας
Η κωμωδία είναι ίσως το θεατρικό είδος που δοκιμάζεται περισσότερο τα τελευταία χρόνια. Όχι επειδή εξαντλήθηκε, αλλά επειδή άλλαξε ριζικά ο τρόπος δημιουργίας και πρόσληψής της. Γλώσσες που κάποτε λειτουργούσαν απελευθερωτικά σήμερα συχνά εκλαμβάνονται ως προβληματικές, και το αστείο που στηριζόταν στη σύγκρουση ή την υπερβολή μοιάζει να έχει χάσει τη δυναμική του.
Η κωμωδία αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε φάση ανασύνταξης, και ο «Βυσσινόκηπος» της Γκραν Γκινιόλ εντάσσεται ακριβώς σε αυτή την αναζήτηση. Είναι μια κωμωδία των καιρών μας: υβριδική, αμήχανη, παιχνιδιάρα, κιτς, θεότρελη, απρόβλεπτη, αιχμηρή, όπου η διαδικασία της πρόβας εκτίθεται και μετατρέπεται σε οργανικό μέρος της παράστασης. Μέσα από αυτή την έκθεση προκύπτει μια αργή, σχεδόν ανεπαίσθητη ταύτιση των ηθοποιών με τους τσεχωφικούς χαρακτήρες, όχι με όρους αναπαράστασης, αλλά αναγνώρισης. Οι ήρωες του
Τσέχωφ δεν είναι μακρινές φιγούρες, αλλά συγγενείς υπάρξεις, παγιδευμένες στη δυσκολία της μετάβασης και της απώλειας. Υπ’ αυτή την έννοια, ο «Βυσσινόκηπος» που είδαμε δεν λειτουργεί συμβολικά μόνο ως αφήγημα για κάτι που χάνεται, αλλά και ως σχόλιο πάνω στη δυσκολία μας να προσαρμοστούμε σε έναν κόσμο που αλλάζει με ρυθμούς που μας ξεπερνούν. Η παράσταση κοιτά αυτή την αδυναμία κατάματα, με ειρωνεία και χιούμορ, αναγνωρίζοντας ότι το παράλογο της πραγματικότητας έχει γίνει η πιο σταθερή της συνθήκη.
Με δυο λόγια: Η ομάδα Γκραν Γκινιόλ μοιράστηκε μαζί μας μια κωμωδία που σέβεται το είδος της, που ακροβατεί επάνω σε εύφλεκτο υλικό, συνδέοντας οργανικά κωμικές, σατιρικές, πολιτικές και κοινωνικές καταστάσεις.
Μια κωμωδία που τίμησε αυτό ακριβώς που υπόσχεται ο τίτλος της: όπως δεν πρόκειται να έρθουν καλύτερες μέρες, έτσι δεν πρόκειται να έρθει και ο Τσέχωφ (….Γκοντό;). Όλα ήταν/είναι ένα παίγνιο, ένα ψέμα (για να περνά η ώρα, καθώς περιμένουμε ως σύγχρονοι Vladimir/ Estragon;).
Ένα θέατρο παράλογο, αλλά και τόσο αληθινό. Και αυτό το ανεπίδοτο της υπόσχεσης είναι που μας κάνει να συνεχίζουμε να ελπίζουμε (και να μην αυτοκτονούμε). Εκεί ακριβώς μας άφησε και ο Μπέκετ που είχε προηγηθεί στον ίδιο χώρο: με την υπόσχεση του ανοιχτού τέλους. Ότι δηλαδή υπάρχει και η επόμενη παράσταση. Και η επόμενη. Παρ’ όλο που ξέρουμε ότι και πάλι ο κήπος δεν θα βγάλει βύσσινα, όπως και το δέντρο των δύο λακέδων του Μπέκετ δεν θα βγάλει άλλα φύλλα. Δύο είχε στην αρχή. Δύο και στο τέλος.
