Δεν θέλω να δουλεύω μέχρι να πεθάνω
«Δεν θα ήθελα να υποπέσω σε αυτήν την πολιτισμική σύγχυση»
Λέξεις: Lopes Luis
Δεν θα ήθελα να πεθάνω επιλέγοντας να δουλεύω μέχρι και στα γεράματά μου. Δεν θα ήθελα να μπερδέψω την ενεργητικότητα με την εργασιακή απληστία. Δεν θα ήθελα να υποπέσω σε αυτήν την πολιτισμική σύγχυση.
Η εργασιακή απληστία που διακρίνει, κυρίως τους πιο επιφανείς και πετυχημένους ανθρώπους, είναι μια ηθική κατασκευή που σχετίζεται με την δομή εξουσίας, μετριέται σε ορατότητα και επιτυχία και ντύνεται με ασυνάρτητες αρετές, όπως την αφοσίωση ή το πάθος. Αντίθετα η ενεργητικότητα στην τρίτη ηλικία συνδέεται με την περιέργεια, την δημιουργία και το παιχνίδι. Δεν απαιτεί μισθό, κοινό ή επιβεβαίωση.
Το πρόβλημα είναι όταν ο πολιτισμός βαφτίζει την εργασία ως ηθική αξία, κάθε παύση αρχίζει να μοιάζει με παραίτηση ή θάνατο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι διάσημοι δεν δουλεύουν, αλλά διατηρούν την ταυτότητά τους. Δηλαδή, η εργασία δεν ισούται με βιοπορισμό, αλλά είναι η κύρια πηγή ταυτότητας και το αντίδοτο στον φόβο τής ασημαντότητας. Η απόσυρση δεν βιώνεται ως ξεκούραση, αλλά ως συμβολική εξαφάνιση. Έτσι, η συνέχιση της εργασίας παρουσιάζεται ως αγάπη για την ζωή, ενώ στην πραγματικότητα είναι φόβος για την σιωπή.
Έρχεται και η κοινωνία που επιβραβεύει την εξάντληση όταν είναι επιτυχημένη. Δεν χειροκροτούμε κάθε γέρο που δουλεύει μέχρι τέλους, χειροκροτούμε τον εργασιομανή με κύρος. Έχουμε κατασκευάσει μια συνείδηση, η οποία έχει καταστήσει την αυτοεξάντληση ηθικά ανώτερη από την απόλαυση και έχει νομιμοποιήσει την ιδέα ότι αν αγαπάς κάτι, δεν το σταματάς ποτέ.
Η τρίτη ηλικία και κυρίως αυτοί που απόλαυσαν την ζωή τους με εργασιακό κύρος έχουν παρεξηγήσει ότι ο ενεργός πολίτης δεν οφείλει να είναι συνεχώς χρήσιμος και παραγωγικός. Επίσης έχει αγνοήσει ότι ένας άνθρωπος είναι ενεργός ακόμα κι όταν δεν εργάζεται.
Το να πεθαίνεις δουλεύοντας δεν είναι νίκη. Είναι μία ηθικολόγηση που συγχέει την αντοχή με το νόημα, την επιμονή με την ζωή και την απασχόληση με την πληρότητα. Όταν κάποιος πεθαίνει δουλεύοντας δεν σημαίνει ότι έζησε μέχρι τέλους, αλλά ότι δεν βρήκε ποτέ τον λόγο να σταματήσει. Και το να μην μπορείς να σταματήσεις δεν είναι ελευθερία, είναι εξάρτηση.
Η νίκη προϋποθέτει επιλογή και όχι αδυναμία παύσης. Νίκη σημαίνει να μπορείς να αποσυρθείς χωρίς φόβο, να αντέχεις την απουσία τού ρόλου και να μην χρειάζεσαι κοινό για να υπάρξεις.
