Does Jesus only love a man who loses?
Ιχνηλατώντας το επώνυμο Πάθος μέσα από τη βλάβη: Απόπειρες αποφυγής των γενικοτήτων για τη Μεγάλη Εβδομάδα μέσω της τέχνης.
Οι γενικότητες, αποτελούν έναν άλλο τρόπο αποφυγής των ζητημάτων αυτών, που θα μπορούσαν να μας τοποθετούν κάλλιστα σε μια δύσκολη θέση. Προκειμένου να αποφευχθούν τα διλήμματα, η δυσβάσταχτη θέση αυτή της επιλογής στο μεταξύ, στρεφόμαστε στην ομπρέλα των γενικοτήτων. Και κάπως έτσι, επιβιώνουμε.
Λέμε, «η θρησκεία», «η πολιτική», «η παιδεία» κοκ.
Ίσως κάπως έτσι να αποφεύγουμε την ίδια τη ζωή. Γιατί μέσα από τις γενικότητες κάνουμε την πραγματικότητα ιδέες και νοήματα.
Λέει ο Χρήστος Γιανναράς: «Αυτό που λέμε πόλη, είναι αυτό το πλήθος, αυτές οι σφηκοφωλιές – οι απέραντες, ατέλειωτες μικρές φωλιές σε όλα αυτά τα τσιμεντένια διαμερίσματα. Που μέσα εκεί κάποιοι άνθρωποι πονάνε, χαίρονται, ερωτεύονται, αγαπάνε, παλεύουν. Και που αυτός ο πόνος, ο έρωτας, ο αγώνας – δεν έχει να κάνει τίποτα με τις γενικότητες.
Φοβάμαι λοιπόν ότι ακόμα κι αυτό που λέμε η Μεγάλη εβδομάδα κινδυνεύει να είναι μια γενικότητα».
Τι θα πει Μεγάλη εβδομάδα;
Για πολλούς «το Πάσχα» σηματοδοτεί περίοδο διακοπών, αναδρομή στις παιδικές αναμνήσεις, αλλοτινών χρόνων έθιμα τσουγκρίσματος με κόκκινα αυγά της γιαγιάς, κάποιο φολκλορικό στοιχείο, οι θύμησες της θλιβερότητας από τις καμπάνες που ηχούν τη Μεγάλη Παρασκευή, τη μεταλαμπάδευση της φωτιάς από κερί σε κερί στο χέρι και μετά κάποιο καλό φαγητό, η παραδοσιακή μαγειρίτσα.
Τι σημαίνουν όμως όλα αυτά για τη ζωή και το θάνατο;
Για τον μοναχικό άνθρωπο που κατοικεί σ’ ένα δωμάτιο από όλες αυτές τις χιλιάδες τσιμεντένιες τρύπες που μας κυκλώνουν;
Βέβαια το να πούμε ότι ο άνθρωπος κατοικεί πάνω στη γη είναι σαν να λέμε το αυτονόητο.
Το κατοικείν, έτσι κι αλλιώς, «σημαίνει ήδη τη διαμονή του ανθρώπου πάνω στη γη, πάνω σ ‘’αυτήν’’ τη γη, στην οποία κάθε θνητός εμπιστεύεται και εκθέτει τον εαυτό του» (M. Heidegger, 1994 «…Ποιητικά κατοικεί ο άνθρωπος…»).
Το να πούμε, όμως ότι το κατοικείν των θνητών ανθρώπων είναι ποιητικό, δημιουργεί αμφίσημες ρωγμές στη βεβαιότητα των δεδομένων μας. (Χρ. Α. Σταμούλης, 2021).
Όλα κυλάνε αισίως, προχωράμε αμέριμνοι καθημερινά έως ότου φτάσει εκείνη η στιγμή. Μια στιγμή που ενδεχομένως μικρή να βαφτίζεται καθώς αφορά κάποιον άλλο – μια μεγάλη που αφορά, επί προσωπικού εμάς.
Και τότε από τη θέαση του μακρινού κάτι, της απροσπέλαστης εγγύτητας – προκύπτει κάποια βλάβη έσωθεν.
Η βλάβη ως άλλη αποκάλυψη, η αποκάλυψη ως άλλη βλάβη.
Μια αρρώστια, ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα, κάτι.
Κάπως έτσι, όλα ανατρέπονται κι από την επιβίωση από την φαινομενολογία της πραγματικότητας – περνάς για πρώτη φορά στη ζωή.
Ίσως με αυτό τον τρόπο να τεθεί αυτό το ερώτημα: Τι είναι η ζωή και τι είναι ο θάνατος;
Σε αυτή τη διαδικασία, ο κινηματογράφος προσφέρει ένα μοναδικό κλειδί κατανόησης. Ο André Bazin, ο πνευματικός πατέρας της Nouvelle Vague, έβλεπε στο κινηματογραφικό έργο όχι τη δημιουργία ενός εναλλακτικού φανταστικού κόσμου, αλλά την ίδια την αποκάλυψη της πραγματικότητας.
Σε έναν διάλογο του ρεαλισμού με το φανταστικό —όχι ως ψέμα, αλλά ως δημιουργία μιας πραγματικότητας που υπερβαίνει το ορατό— η τέχνη λειτουργεί ως ένας “διπλασιασμός του κόσμου”.
Όπως σημειώνει ο Bert Cardullo ερμηνεύοντας τον Bazin, η κινηματογραφική εικόνα είναι μια «αντανάκλαση που έχει απολιθωθεί στον χρόνο και επιστρέφει στη ζωή με την κινηματογραφική διεργασία» (B. Cardullo, 1997).
Αν, λοιπόν, η εικόνα είναι μια αντανάκλαση που επιστρέφει στη ζωή, τότε ίσως η τέχνη να είναι ένας από τους τρόπους ώστε να διασώσουμε την όποια λέξη, στην προκειμένη “Θεός” από τη φθορά της γενικότητας. Γιατί, ας αναλογιστούμε: πώς μπήκε αυτή η λέξη στη ζωή μας; Τελείως μηχανικά, αυτονόητα, ασυνείδητα;
Σε αυτό το σημείο μου έρχεται στο μυαλό το έργο του Wim Wenders «Wings of Desire» (1987), όπου προσφέρει μια συγκλονιστική οπτικοποίηση αυτού του περάσματος από τον ιδεατό κόσμο στην εμπειρία. Το έργο εκκινεί με μια ασπρόμαυρη διαδοχή εικόνων, έναν κόσμο ιδωμένο μέσα από τα μάτια των αγγέλων.

Ο άγγελος Ντάμιελ στέκεται πάνω από την πόλη, ως ένας αιώνιος μάρτυρας που ακούει τη μουσικότητα του κτιστού: σκέψεις καλές, σκέψεις κακές, σκέψεις συγκεχυμένες.
Οι εσωτερικές φωνές των ανθρώπων, απομονωμένες στις «σφηκοφωλιές» τους, σε ένα λεωφορείο, σε μια καρέκλα γραφείου, ενώνονται σε έναν υπερβατικό ψίθυρο που περιγράφει την ανθρώπινη περιπέτεια. Νομίζω πώς εδώ αναδύεται στον τρόπο του ένα παράδοξο: η αθανασία στερείται εκείνης της βαρύτητας που δίνει νόημα στη ζωή.
Τι είναι μια ζωή στην αιωνιότητα χωρίς φθορά;
Όμως, ο Ντάμιελ επιλέγει να εκπέσει. Επιλέγει να εγκαταλείψει την ασφάλεια του ασπρόμαυρου πνεύματος για τη «βλάβη» του χρώματος, για την ικανότητα της έκπληξης, για τη σωματική επαφή και την ευαλωτότητα που συνεπάγεται η διαμονή μέσα στην κλεψύδρα του χρόνου.
Ο Wenders μοιάζει να υποστηρίζει πως το να ζεις πραγματικά σημαίνει να συμμετέχεις στην ιστορία και όχι απλώς να είσαι μάρτυρας αυτής.
Αυτή η ανάγκη του αγγέλου να «αισθανθεί», να αγγίξει και να αγγιχτεί, να μετατρέψει την πνευματική βεβαιότητα σε σωματική αμφιβολία, με οδηγεί από το κινηματογραφικό πανί στον καμβά του Caravaggio («The Incredulity of Saint Thomas», 1602).

Αν ο Ντάμιελ αναζητά το βάρος της ύπαρξης μέσα από την πτώση στη γη, ο «άπιστος Θωμάς», ο «δύσπιστος Θωμάς» αναζητά την επιβεβαίωση της ζωής μέσα από την ίδια τη σάρκα.
Εδώ, ο Caravaggio δεν ζωγραφίζει απλώς μια θρησκευτική σκηνή, αποτυπώνει μια ριζική αλλαγή στον τρόπο που ο άνθρωπος πιστοποιεί την πραγματικότητα.
Για αιώνες, οι ιστορίες μεταδίδονταν μέσω της προφορικότητας και της αυθεντίας του Λόγου: «Μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες» (Ιω 20,29).
Ίσως δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η στροφή προς μια πιο «αντικειμενική» πιστοποίηση συμπίπτει ιστορικά με την επικράτηση της τυπογραφίας του Γουτεμβέργιου. Ο Θωμάς του Caravaggio είναι ένας μοντέρνος άνθρωπος. Δεν αρκείται στην προφορική διαβεβαίωση των υπολοίπων μαθητών.
Απαιτεί μια χειροπιαστή απόδειξη. Η κίνηση του δακτύλου του, που εισχωρεί κυριολεκτικά μέσα στη σάρκα, στην ανοιχτή πληγή του Χριστού, είναι η απόλυτη κατάργηση της απόστασης. Με έναν ωμό ρεαλισμό αποτυπώνει τα βρώμικα νύχια του Θωμά, τις ρυτίδες στο μέτωπο, το τραχύ άγγιγμα.
Άπιστοι απέναντι στις ιδέες που μας ναρκώνουν, σημαίνει να τολμήσουμε να βάλουμε το δάχτυλο «επί τον τύπον των ήλων» της δικής μας καθημερινότητας.
Να αναζητήσουμε στην ευάλωτη σάρκα της ύπαρξης.
Αυτή η ανάγκη για χειροπιαστή απόδειξη, που ξεκινά από το δάχτυλο του Θωμά, βρίσκει την απόλυτη και ίσως την πιο επώδυνη ενσάρκωσή της στη λογοτεχνία μέσα από το έργο του Νίκου Καζαντζάκη, «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται» (1948).

Στη Λυκόβρυση του Καζαντζάκη, οι κάτοικοι ετοιμάζονται να αναπαραστήσουν το Θείο Πάθος. Επιλέγουν τους ρόλους τους: ο Μανολιός θα είναι ο Χριστός, ο Γιαννακός ο Πέτρος, ο Παναγιώταρος ο Ιούδας. Όλα ξεκινούν ως μια «γενικότητα», ένα θρησκευτικό έθιμο που σκοπό έχει να επιβεβαιώσει την κοινωνική ισορροπία του χωριού. Όμως, η “εισβολή” των κυνηγημένων προσφύγων μετατρέπει το «θέατρο» σε πραγματικότητα.
Είναι η ιστορία της δικής μας άρνησης. Όταν οι πρόσφυγες του παπα-Φώτη καταφθάνουν πεινασμένοι και κυνηγημένοι, η «Μεγάλη Εβδομάδα» παύει να είναι μια αναπαράσταση και γίνεται δίλημμα.
Αντίθετα, ο Μανολιός, ο βοσκός που επιλέχθηκε να υποδυθεί τον Χριστό, αρχίζει να παθαίνει τον ρόλο του. Η «βλάβη» του άλλου, η πείνα του πρόσφυγα, εισχωρεί μέσα του.
Ίσως ο Καζαντζάκης να μας δείχνει ότι η όποια πίστη έγκειται στην επώδυνη ταύτιση με τον πόνο του πλησίον. Η αναπαράσταση ξεφεύγει από τον έλεγχο.
Ο Μανολιός δεν υποδύεται πια τον Χριστό, γίνεται ο Χριστός, και γι’ αυτό πρέπει να σταυρωθεί από εκείνους που προτιμούν την ησυχία της γενικότητας από την ταραχή της αγάπης.
«Αυτή η εβδομάδα των Θεό τον κάμνει επώνυμο. Φεύγει το νόημα, το ιδεολόγημα και πρόκειται για ένα πρόσωπο. Το πρόσωπο αυτό έχει όνομα – είναι Χριστός Ιησούς. Και αυτό το επώνυμο πρόσωπο εικονίζεται σε αυτή την εβδομάδα: η σχέση του με εμένα, με τον κάθε άνθρωπο. […]
[…] Αυτές οι πράξεις, αυτή την σχέση, δεν την πλησιάζεις ποτέ με ιδεολογήματα. Ούτε με νοήματα. Την πλησιάζεις από άλλο δρόμο, όπως πλησιάζεις ένα πρόσωπο. […]
Και η σχέση έχει μια πρακτική, μια αμεσότητα. Δεν είναι θεωρία. Λοιπόν, αυτή η εβδομάδα από μέρα σε μέρα δηλώνει και δείχνει την πρακτική αυτής της σχέσης.» (Χρήστος Γιανναράς)
Θ’ απαρνηθείς την ήττα;
Η ήττα είναι παράδοση
μιλιέται από σώμα σε σώμα διαιωνίζεται.
Είδες ποτέ κανένα όνειρο
μεταμοντέρνας νίκης να διαρκεί;
Αν δεν τρωθείς
που θα σε βρει η αγάπη.
Το βέλος θα την οδηγήσει στην πληγή σου.
Κική Δημουλά, Χλόη θερμοκηπίου