«Εικόνα σου είμαι, κοινωνία, και σου μοιάζω»
H κοινωνία που θρηνεί, εξοργίζεται και καταδικάζει, είναι συχνά η ίδια κοινωνία που, με μικρές καθημερινές παραχωρήσεις, με σιωπές, με ανοχές, με στρεβλές παιδείες και με εσωτερικό κενό, έχει συμβάλει στη γέννηση του ίδιου του κακού που αποστρέφεται
Λέξεις: π. Ιουστίνος – Ιωάννης Κεφαλούρος
Υπάρχουν στιγμές που η επικαιρότητα παύει να είναι απλώς μια ακολουθία ειδήσεων και γίνεται καθρέφτης. Όχι για να δούμε τι συμβαίνει «εκεί έξω», αλλά για να αντέξουμε, έστω για λίγο, να δούμε το πρόσωπό μας. Και τότε επιστρέφει με σχεδόν αμείλικτο τρόπο ο στίχος της Γαλάτειας Καζαντζάκη: «Εικόνα σου είμαι, κοινωνία, και σού μοιάζω».
Τι άλλο είναι, άραγε, τα τελευταία γεγονότα που μας συγκλόνισαν; Μια γυναικοκτονία. Η δολοφονία ενός 27χρονου από έναν 20χρονο για λόγους ερωτικής αντιζηλίας. Ο θάνατος μιας 19χρονης ύστερα από χρήση ναρκωτικών. Τρία διαφορετικά περιστατικά, τρεις διαφορετικές ιστορίες, που όμως συνομιλούν κάτω από την επιφάνεια. Δεν είναι το ίδιο πράγμα. Δεν έχουν την ίδια φύση, ούτε την ίδια ηθική και ποινική βαρύτητα. Κι όμως φωτίζουν κοινές ρωγμές: βία, ερημία, κτητικότητα, έλλειψη ορίων, συναισθηματική ανωριμότητα, βαθιά κοινωνική αποσύνδεση.
Η βολική οργή
Κάθε φορά που ένα τέτοιο γεγονός ξεσπά στη δημόσια σφαίρα, η κοινωνία αντιδρά σχεδόν τελετουργικά. Σοκάρεται. Θρηνεί. Αγανακτεί. Καταδικάζει. Δείχνει τον ένοχο με το δάχτυλο. Και σωστά τον δείχνει. Η προσωπική ευθύνη δεν σχετικοποιείται. Το έγκλημα παραμένει έγκλημα. Η απώλεια παραμένει τραγωδία.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η καταδίκη γίνεται το τέλος της σκέψης μας και όχι η αρχή της. Όταν η κοινωνία αρκείται στην οργή της, γιατί η οργή την απαλλάσσει από την αυτοκριτική.
Είναι πάντα πιο εύκολο να μιλήσουμε για «τέρατα» παρά για το έδαφος που τα γεννά. Πιο εύκολο να φανταστούμε τον δράστη ως εξαίρεση παρά να αναρωτηθούμε ποια καθημερινότητα τον περιέβαλε, ποια λόγια τον διαμόρφωσαν, ποια πρότυπα τον τροφοδότησαν, ποια σιωπή τον προστάτεψε, ποια κουλτούρα τού έμαθε να συγχέει την επιθυμία με το δικαίωμα. Γιατί αν κάνουμε αυτή τη δεύτερη διαδρομή, τότε το βλέμμα γυρίζει αναγκαστικά και σε εμάς.
Όταν η αγάπη γίνεται κατοχή
Η γυναικοκτονία και η δολοφονία από ερωτική αντιζηλία δεν είναι απλώς «εγκλήματα πάθους», όπως εξακολουθεί συχνά να ψιθυρίζει μια παλιά και επικίνδυνη γλώσσα. Είναι ακραίες εκφράσεις μιας νοοτροπίας που συγχέει την αγάπη με την κατοχή και τον έρωτα με την επιβολή.
Μιας νοοτροπίας που μαθαίνει στους ανθρώπους —και συχνά στους άνδρες από πολύ νωρίς— ότι η απόρριψη είναι ταπείνωση, ότι το «όχι» είναι προσβολή, ότι ο άλλος υπάρχει για να επιβεβαιώνει το εγώ τους. Η βία δεν γεννιέται μόνο τη στιγμή του εγκλήματος. Έχει προηγηθεί. Καλλιεργείται στη γλώσσα, στα αστεία, στα στερεότυπα, στην ανοχή προς τη ζήλια που βαφτίζεται ενδιαφέρον, στον έλεγχο που παρουσιάζεται ως αγάπη, στην επιβολή που περνά για δύναμη.
Κι αν αυτά ακούγονται βαριά, ίσως είναι γιατί μας είναι πολύ πιο οικεία απ’ όσο θα θέλαμε να παραδεχτούμε. Η κοινωνία δεν παράγει μόνο ακραία περιστατικά βίας. Παράγει και τις μικρές καθημερινές της πρόβες. Παράγει σχέσεις κτητικές, λόγο επιθετικό, παιδείες χωρίς συναισθηματικό βάθος, ανδρισμούς που στηρίζονται στην κυριαρχία, θηλυκότητες που μαθαίνουν να φοβούνται. Και μετά σοκάρεται όταν η σκοτεινή λογική αυτών των μικρών πραγμάτων φτάνει στο πιο ακραίο της σημείο.
Η άλλη όψη της βίας
Αλλά η κοινωνική ασχήμια δεν εκδηλώνεται μόνο ως φόνος. Εκδηλώνεται και ως εσωτερική κατάρρευση. Ο θάνατος μιας 19χρονης κοπέλας μετά από χρήση ναρκωτικών δεν είναι απλώς ένα «κακό βράδυ» ή μια «λανθασμένη επιλογή». Είναι και μια εικόνα μιας κοινωνίας που αφήνει τους νέους ανθρώπους μόνους μέσα στο κενό τους.
Μιας κοινωνίας που προσφέρει διαρκή διέγερση αλλά ελάχιστο νόημα. Που υπόσχεται εμπειρίες αλλά δεν διδάσκει αντοχή. Που θεοποιεί την ένταση, τη φυγή, την άμεση ικανοποίηση, αλλά δυσκολεύεται να μιλήσει σοβαρά για όρια, ματαίωση, εσωτερικό στήριγμα.
Δεν είναι όλα τα τραγικά γεγονότα αποτέλεσμα της ίδιας αιτίας. Θα ήταν απλουστευτικό και άδικο να τα ισοπεδώσουμε. Όμως συχνά ανήκουν στο ίδιο ηθικό και πολιτισμικό τοπίο: σε μια κοινωνία που δυσκολεύεται να παράγει ώριμους δεσμούς, να μορφώσει επιθυμίες, να συγκρατήσει ορμές, να δώσει χώρο στην ευαλωτότητα χωρίς να την εγκαταλείπει.
Δεν φταίμε όλοι το ίδιο
Χρειάζεται, βέβαια, προσοχή. Δεν φταίμε όλοι το ίδιο. Άλλο η ποινική ευθύνη του δράστη και άλλο η κοινωνική ευθύνη ενός περιβάλλοντος που αναπαράγει βία, κενό και αδιαφορία. Το «φταίμε όλοι» μπορεί να γίνει ένας βολικός συμψηφισμός που τελικά δεν βαραίνει κανέναν.
Από την άλλη, εξίσου βολικό είναι να λέμε ότι φταίνε πάντα μόνο κάποιοι «άλλοι»: οι διαταραγμένοι, οι περιθωριακοί, οι ξένοι προς εμάς. Η αλήθεια βρίσκεται σε μια δυσκολότερη περιοχή. Δεν έχουμε όλοι την ίδια ευθύνη για ό,τι συμβαίνει. Όλοι όμως ανήκουμε, με κάποιον τρόπο, στο ίδιο κοινωνικό τοπίο που το επιτρέπει να συμβεί.
Και ίσως αυτή να είναι η πιο επώδυνη μορφή κοινωνικής αυτοκριτικής: να αναρωτηθούμε όχι μόνο τι μας εξοργίζει, αλλά και τι ανεχόμαστε. Τι μεγαλώνουμε μέσα στο σπίτι μας. Τι λέμε στα παιδιά μας για την απόρριψη, τη δύναμη, τη γυναίκα, την επιθυμία, την αποτυχία. Τι θεωρούμε φυσιολογικό στον δημόσιο λόγο. Πόση χυδαιότητα αφήνουμε να περνά ως μαγκιά. Πόση συναισθηματική αγραμματοσύνη βαφτίζουμε ως αυθεντικότητα.
Ο καθρέφτης που αποφεύγουμε
Η κοινωνία μας έχει μάθει να κουνάει το δάχτυλο με μεγάλη ευκολία. Έχει μάθει να καταγγέλλει, να φρίττει, να εκτονώνεται και ύστερα να επιστρέφει γρήγορα στην κανονικότητά της. Εκείνο που δεν έχει μάθει είναι να στέκεται αρκετά μπροστά στον καθρέφτη. Γιατί ο καθρέφτης δεν δείχνει μόνο τους ενόχους. Δείχνει και την προσωπική μας ασχήμια, τη δική μας αδράνεια, την αδυναμία μας να αλλάξουμε έστω και λίγο τον κόσμο που συνδιαμορφώνουμε.
Κι όμως, η αλλαγή δεν αρχίζει από τα μεγάλα λόγια. Ούτε από τη βιαστική καταγγελία. Αρχίζει από το μικρό μερίδιο ευθύνης που ο καθένας είναι διατεθειμένος να αναλάβει. Από το πώς μιλά. Από το πώς αγαπά. Από το πώς μεγαλώνει. Από το πώς αντιστέκεται στη χυδαιότητα. Από το πώς δεν επιτρέπει στη βία να μοιάζει φυσική. Από το πώς δεν εγκαταλείπει τον άλλον στην ερημία του.
Τα γεγονότα που μας σοκάρουν δεν είναι μόνο παρεκκλίσεις. Είναι και αποκαλύψεις. Και ίσως αυτό να είναι το πιο δύσκολο που έχουμε να παραδεχτούμε. Ότι η κοινωνία που θρηνεί, εξοργίζεται και καταδικάζει, είναι συχνά η ίδια κοινωνία που, με μικρές καθημερινές παραχωρήσεις, με σιωπές, με ανοχές, με στρεβλές παιδείες και με εσωτερικό κενό, έχει συμβάλει στη γέννηση του ίδιου του κακού που αποστρέφεται.
«Εικόνα σου είμαι, κοινωνία, και σου μοιάζω». Αν αυτός ο στίχος εξακολουθεί να πονά, είναι γιατί μιλά για έναν καθρέφτη που αποφεύγουμε. Και ίσως η μόνη αληθινή αρχή αλλαγής να είναι ακριβώς αυτή: να βρούμε επιτέλους το θάρρος να κοιταχτούμε μέσα του.
*Ο π. Ιουστίνος – Ιωάννης Κεφαλούρος είναι ιερέας

