Έλεγος και παραμυθία
Ο Θωμά Κοροβίνης γράφει για τον Παντελή Μπουκάλα, το Σπύρο, το «Είκοσι»
Και τι δε μαγειρεύει ο νους του ανθρώπου, τι κόλπα δεν ξετρυπώνει η ψυχή του, τι σαλτανάτια δε σκαρώνει το κορμί του, να περάσει, όσο γίνεται με ενέσεις ψευδαισθήσεων ζωτικών, με γελαστούρια, αυτά τα γλυκόπικρα, όσης διάρκειας, ισόβια, που τα λένε ζωή, όπου ανερώτητα μας μπάζουν, στο έρμα της μας δένουν μα αθέλητα, όποιαν ώρα και στιγμή, στέλνουν «άρμα δρεπανηφόρο» και μας θερίζουν, εκτός αν οι ίδιοι μας στραφούμε σε εθελουσία έξοδο αλλά και πάλι, δεν είναι καθαρή επιλογή, τραβάμε γι’ αλλού, για πού, ποιός ξέρει, σε λειμώνες χλοερούς ή στων αβύσσων την άβυσσο, «πήγε με τους πολλούς» θα λένε οι άλλοι, οι έτι ζώντες οι περιλειπόμενοι, και για την παραμύθα μα και για προσγείωση του νοός «χορταίνει ο Άδης κόκκαλα» όσοι, λίγοι ακόμη, ασπάζονται τον λόγο τον ελληνικό, τον παροιμιακό, θα πουν, γι’ αυτό, θωρώντας χερουβικούς νεανίες, τυχαία ή επί σκοπόν, των είκοσι και λίγο πάνω, των είκοσι και λίγο κάτω, μυχίως μέλπω και πασιφανώς ευφραίνομαι, και μειδιώ για την πάμπλουτη χάρη της αλκής, στοχάζομαι για το μακρινό, είθε, άφευκτο όμως εν τινι χρόνω τέλος τους, με ψυχή τρεμάμενη, πόθων περιφλεγής, άμα δε περιορισμένος, άλλοτε σε διακριτικό οφθαλμόλουτρο αρκούμενος, άλλοτε ευθαρσώς ζυγώνοντας μπας κι ανθιστώ εκ του σύνεγγυς κάτι απ’ το θαύμα, προσωρινό μεν αλλά των θαυμάτων θαύμα, συνομιλώντας ή και αγγίζοντας, αν είναι η ώρα μου και μου πέσει το λαχείο, κι όταν αλαργεύω, βυθίζομαι στα ενύπνιά μου, ηδονικά και στοργικά, αισθησιακά και πατρικά, να ζήσω στα γεμάτα μες στην ονειροφαντασιά μου και ν’ απολαύσω τα μπερεκέτια αυτού του ρόλου το μεικτού και του διπλού, του αξεχώριστου, κι έτσι κάπως ξεχνιέμαι απ’ τη ρουτίνα, τα άλυτα τα δικά μου και του τόπου μας, τα πένθη μου τ’ αρχαία και τ’ ασήκωτα, τους μέσα κι έξω πόνους, μου το ’χε πει πολλές φορές ο Μάνος Ελευθερίου «όσο μεγαλώνεις, αγοράκι μου, θα πονάς και πιο πολύ», λες και δεν το ’ξερα, άλλο αν κάνουμε το κορόιδο, το νιώθουμε πως βράζουμε όλοι μαζί και χώρια στον πάτο ενός κατραμισμένου καζανιού, και πως τα ντέρτια συν τω χρόνω όλο και πληθαίνουν κι ο Πικροχάροντας κάνει τη δουλειά του κάθε στιγμή κατά το κέφι του, ο βαθύς ο πόνος είναι αδάμαστος, κι ο χρόνος δεν είναι πάντα πανδαμάτωρ, παντού τα πάντα, και «φτωχή καρδιά, νταγιάντα», το λέει συνοπτικά κι ο Παντελής, στο «Είκοσι», μα εκείνος το ’χει διδαχθεί από νωρίς, σοφός γαρ εγένετο, ως παρατηρητής, ως αναγνώστης, ως σπουδαστής κι αναλυτής επιτυμβίων και ως πολλάκις παθών, «λες κι έχει ιθαγένεια ο πόνος και πατρίδα ο θάνατος», λέει, αλλά ο πόνος είναι πόνος, κι «ο πόνος λόγια δεν έχει», όμως λόγια γεννάει και θρήνους ανεβάζει απ’ τα σώψυχα και τραγούδια σκαρώνει, να φτάσει ο αχός τους ως τα ύψη τα αθέατα, μήπως ακούσουνε και δείξουν έλεος οι επουράνιοι ηγεμόνες, μήπως μας σπλαχνιστούν οι Μοίρες, και δε σκορπίζουν κάθε τόσο λύπη αγιάτρευτη σε γονιών καρδιές, ναι, «οι λέξεις είναι θηλυκές, γεννάνε κι άλλες λέξεις» λέει ο λαός μας, χώρια οι μη καταγεγραμμένες, χώρια τα λεξικά μας και τα στρώματα της γλώσσας μας όπου σκύβουμε, χώρια όσες πλάθει ο νους μας, όσες γεννιούνται κάθε λεπτό, όσες εξορίζονται προσωρινά κι όσες καταβαραθρώνονται, κι όσες νεόπλαστες και εχθρικές, ξένα σώματα, πολιτογραφούνται και χωνεύονται, και πάει λέγοντας, ατίμητο καταφύγιο το θησαυροφυλάκιο της γλώσσας μας, προφορικής και γραπτής, «Και στήνουν ξόβεργες/παγίδες/βρόχια/δίχτυα, σαγήνες στήνουν. Οι λέξεις. Και πέφτω μέσα τους θέλω δε θέλω» ομολογεί ο Παντελής, και πώς αλλιώς, αφού έτσι είναι μαθημένος, με τη σπουδή και με την ποίηση εθίστηκε να τρέφει το πνεύμα του και να μας κάνει κοινωνούς του κι εμάς, κι αφού καλά το ξέρει, εσύ μπορεί να τις προδώσεις, εκείνες ποτέ, μόνο καμιά φορά, όταν παρεξηγείς το νόημά τους ή τους δίνεις εσύ το νόημα που σου πάει, πάντως η «μεγαλοαποσύνη» του αθώρητου Πλάστη, η έννοια της «φτιαχτής» -απ’ τον Παντελή- ιδιότητάς του, αν υπάρχει ο Δημιουργός, είναι εύλογα προσλήψιμη και αντιλήψιμη απ’ όλους και προπαντός απ’ όσους του τα ’χουν μαζεμένα για παράπονα και βάσανα προσωπικά ή αδικίες συσσωρευμένες ανά τους αιώνες, και μεταφράζεται μέσα τους αμετάκλητα ο κατά τας γραφάς Πανοικτίρμων ως άσπλαχνος, έτσι καθώς διάβαζα και διπλοδιάβαζα το «Είκοσι», καθισμένος σ’ ένα παγκάκι σκιερό, στο Γκιουλχανέ της Πόλης, της Πόλης μας, των χαινόντων για μας ιστορικών τρώσεων και των ανυπέρβλητων θαυμάτων, δίπλα στο άγαλμα του τυφλού «ασίκη των ασίκηδων» Βεϊσέλ, βάλθηκα ν’ απαγγέλω πάλι και πάλι εκείνο το συνταρακτικό του ποίημα «Καρά τοπράκ», το «Μαύρο χώμα» του, κι αθέλητά μου βρέθηκα πέρα στ’ άραχλα, σε μιαν όχθη της Αχερουσίας, εκεί στο ψυχοστάσι, κι έπιασε ένα μπαγλαμαδάκι το παλικαράκι και του’ λεγα τραγούδια του χαμού, των «παιδιών της άλλης όχθης», του Χάρου του άχαρου που κλέβει τη χαρά, του Άδη, του ψυχοπομπού, του μαύρου καβαλάρη, κι έριξα μια βλαστήμια στους γονιούς του, όπως τους έπλασε η Μυθολογία, το Έρεβος και τη Νύχτα, και στ’ αδέρφια του, τη Στύγα, τον Ύπνο και τον Θάνατο, «Ψεύτικος είναι ο ντουνιάς» του Μάρκου, «Βγήκε ο Χάρος να ψαρέψει με τ’ αγκίστρι του ψυχές» του Παπαϊωάννου, «Ο Χάρος ήπιε δυο κρασιά» του Ροβερτάκη, τέλος το πιο βαρύ που μιλάει για τον γδικιωμό τον ανεκδίκιωτο του ανελέητα λαβωμένου θνητού απ’ τον πορθμέα του Άδη, «Να είχε ο Χάρος δυο παιδιά θα του ΄παιρνα το ένα» του Παγιουμτζή, παιδί δεν αξιώθηκα, μα τον «πιάνω» όσο να πεις τον άφατο καημό κι ας μη τον φτάνω, δυο φορές έγραψα λίγα λόγια αγάπης, τόλμησα, σε γονιό που «ορφάνεψε», τι ορφάνεψε, δε θα γεννηθεί λεξικό να καταγράψει τέτοιο ρήμα στο ντουνιά, η φόρτισή του ξεπερνάει τον όποιο ορισμό, τη μια στην κυρά-Ουρανία Ξυλούρη, όταν έχασε το γιο, ως αδερφός προς αδερφή μεγαλύτερη, και την άλλη στον Παντελή μου, ως αδερφός προς αδερφό λίγο μικρότερο, τότε που τους βρήκε το κακό, πάντα έχω στην ψυχή μου κι αυτή την υπέροχη μάνα, μα δε μπορώ να ξέρω αν βοήθησα, αν παρηγόρησα, όμως δεν ήταν η παρηγοριά ο στόχος, μα ν’ ακουμπήσω τον δικό μου, ελάχιστο, μακρινό πόνο, μηδαμινό μα όχι ψεύτικο, πάνω στον πόνο του, να τραβήξω επάνω μου μια στάλα απ’ τον δικό του, σα να του’ λεγα ότι «είμαι εδώ για σένα, είναι κάπως και δικό μου παιδί», κι ας μη τον γνώρισα ποτέ, ας μην τον έζησα, «εικοσαράκι μου γλυκό» τον λες, «σαράκι μου», εκτός αν μέλλεται να ανταμωθούμε κάποτε, γνώριμοι και μη, κάπου, άγνωστο, να λύσουμε ανεξόφλητους λογαριασμούς, να κλείσουμε κύκλους μισοβιωμένης αγάπης, να πιούμε ως τον πάτο ερωτικά πιοτά που αφήσαμε μισοτελειωμένα, να γνωριστούμε με όσους δεν έλαχε και τακιμιάσουμε, μήπως βρεθώ μ’ αυτό το παιδί που το αγάπησα χωρίς να το αντικρίσω, μα γίνονται αυτά, δεν ξέρω, εκτός αν μας τύχει μια εκ βάθρων ανατροπή του παντός, μια κοσμογονική αλλαγή που θα μεταβάλλει άρδην την τάξη του ορατού σε μας σύμπαντος και μας συμβεί μια συνάντηση άλλης τάξεως, μα ως τότε, όσο να τελειώσει η ιστορία μας, πάλι η γη θα γυρίζει, τα ποτάμια, όσο κι αν αλλάζουν δρομολόγιο, θα χύνονται στο αλμυρό νερό, τα βουνά, παρά που η ανθρώπινη απληστία θα τα πετσοκόβει και θα πλιατσικολογεί στο κορμί τους, θα στέκουν το ύψος τους, οι βρωτοί θα ’ρχονται στη ζωή και θ’ αναχωρούν για το ατέλειωτο ταξίδι, το Μεσολόγγι σου –και Μεσολόγγι μας-, Παντελή μου, θα τελεί κάθε χρονιά τις λαμπρές φιέστες της Μεγάλης Εξόδου, κι εμείς θα ανασαίνουμε ώσπου να κρούσει τη θύρα του αποχαιρετισμού ο εξολοθρευτής άγγελος, «ο θάνατος διαθέτει ένα βλέμμα για τον καθένα» λέει ο Τσέζαρε Παβέζε, σωστά μα τι ωφελεί, η σαϊτιά του είναι το ίδιο φαρμακερή, όπου και να τη ρίξει, κάποιες φορές μάλιστα αποσμέτρητα φαρμακερή, γιατί αφήνει πίσω της άλλες ζωές βουτηγμένες σε μια χολή χωρίς αντίδοτο, το ξέρω, είναι, ίσως, ύβρις των ύβρεων, αλλά να, δε θέλω να πεθάνω, ποτέ, ούτε και να γεράσω θέλω, Παντελή μου, όμως γερνάω, γέρασα –και μυαλό δεν έβαλα, και καλά έκανα, ευτυχώς, κάτι τέτοια μας έλεγαν από μικρούς οι αναρίθμητοι «λωβοτόμοι» μας-, όμως θα ’ρθει, και σάμπως πόσο έμεινε, η στιγμή που θα υποσταλεί και η δική μου σημαία, φίλε, όταν θα λήξει η περίοδος της καταναλωτικής μου διαδρομής κι η ετικέτα μου θα κορνιζαριστεί σ’ ένα κομμάτι μάρμαρο, κάλλιο ξύλο, αν έτσι τύχει, άμα δεν έχω τη μοίρα θαλασσοπνιγμένου, θύματος σεισμού ή εξαέρωσης, βομβιστικής ενέργειας, φονικής διαδήλωσης ή άσπλαχνου αλήτη, να μοιραστώ θέλησα κάπως τον «μνησιπήμονα πόνο» σου, εφ’ ω και σε ασπάζομαι, αδελφέ, κλίνω το γόνυ στη μνήμη του παιδιού και χαιρετώ με βλέμμα ταπεινό μα απροσκύνητο τη Μοίρα μας
Πέρα, Κωνσταντινούπολη, 16 Ιουνίου 2026
*Ο Θωμάς Κοροβίνης είναι συγγραφέας και τραγουδοποιός
